Γιουβαρλάκια

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Γιουβαρλάκια

Τα γιουβαρλάκια επίσης γουρβαλάκια ή γουβαρλάκια (τουρκικά yuvarlak, ή yuvarlak köfte), είναι φαγητό της ελληνικής, της κυπριακής και τουρκικής κουζίνας.[1][2]

Ετυμολογία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το όνομα σημαίνει στρογγυλός στα τουρκικά, περιγράφοντας μια πηχτή σούπα με αυγολέμονο.[2][3]

Μαγειρική[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Γίνεται με μίγμα κιμά, συνήθως με ρύζι ή πληγούρι, κρεμμύδι, μαϊντανό, λάδι, αλάτι και πιπέρι. Το μίγμα χωρίζεται σε σφαιρίδια σαν κεφτέδες [σημ. 1], τα οποία τοποθετούνται προσεκτικά στο νερό που βράζει και τα αφήνουμε να σιγοβράζουν σε χαμηλή φωτιά για να μη διαλυθούν. Τέλος, περιχύνονται με αυγολέμονο το οποίο προκαλεί πήξη των ζωμών του κρέατος και δίνει χαρακτηριστική όξινη γεύση. Για να μη κόψει το αυγολέμονο πρέπει να αραιώνεται σταδιακά με ζωμό μέτριας θερμοκρασίας, και ανακινείται μαζί με το φαγητό στην κατσαρόλα. Σερβίρεται καυτό με μαϊντανό, ή ξαναζεσταμένο και τρώγεται χειμώνα και καλοκαίρι. Συνοδεύεται από ψωμί, το οποίο βουτάμε στο πιάτο.[1]

Σημειώσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. λόγω του σφαιρικού σχήματος χρησιμοποιείται περισσότερο κρέας.

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. 1,0 1,1 Clifford A. Wright, The Best Soups in the World (John Wiley and Sons, 2011), σελ. 50.
  2. 2,0 2,1 λήμμα: γιουβαρλάκι, στο Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (Ινστιτούτο Νεοελληνικών Σπουδών. Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, 1998).
  3. Ευάγγελος Α. Χεκίμογλου και Ευφροσύνη Χ. Ρούπα, Η ιστορία της βιομηχανίας τροφίμων (Κέρκυρα, 2006), σελ. 30.