Γιαν Στέιν

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Γιαν Στέιν
1670 Jan Havicksz. Steen - zelfportret.jpg
Γέννηση
Λέιντεν
Θάνατος
Λέιντεν
Υπηκοότητα Ολλανδική Δημοκρατία και Ολλανδία
Ιδιότητα ζωγράφος
Σύζυγος Χρέτγε φαν Χόγιεν
Είδος τέχνης ρωπογραφία
Καλλιτεχνικά ρεύματα ζωγραφική της "Χρυσής ολλανδικής εποχής"
Σημαντικά έργα Wine is a Mocker, Girl eating oysters και The Feast of Saint Nicholas
Commons page Wikimedia Commons

Ο Γιαν Χάβικζοον Στέιν (Ολλανδικά: Jan Havickszoon Steen (περ. 1626 – ετάφη 3 Φεβρουαρίου 1679) ήταν Ολλανδός ζωγράφος της «ολλανδικής χρυσής εποχής». Τα έργα του διακρίνονται για την ψυχογραφική τους διορατικότητα, την αίσθηση του χιούμορ και την πλούσια χρωματική τους παλέτα.[1] Φιλοτέχνησε την καθημερινότητα της μεσαίας τάξης. Θεωρείται εκπρόσωπος της ρωπογραφίας του 17ου αιώνα και ως ιδιοκτήτης μπυραρίας που ήταν, ζωγράφιζε τους πελάτες του σε εύθυμες στιγμές της καθημερινής τους ζωής. Οι μορφές του έχουν λάθη και γενικότερα το έργο του παρουσιάζει ελλειπή καλλιτεχνική επιμέλεια. Παρόλα αυτά, η θεματολογία των έργων του, περίπου 700 πίνακες, είναι ευχάριστα αφηγηματική. Είχε ιδιαίτερη αδυναμία στην παρουσίαση συμποσίων και στην σάτυρα των μικροελαττωμάτων και μικροαδυναμιών των ανθρώπων[2].

Βίος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Χωρικοί μπροστά σε πανδοχείο
Γυναίκα μπροστά στη τουαλέτα της
Παιχνίδι μπόουλινγκ, περ. 1655
Μάθημα σχεδίου, 1665, Μουσείο Γκεττύ, Λος Άντζελες
Ρήτορες μπροστά σε παράθυρο

Ο Στέιν γεννήθηκε στο Λέιντεν όπου η ευκατάστατη, καθολική οικογένειά του ασχολούνταν με τη ζυθοποιία και διέθεταν την ταβέρνα «Ο κόκκκινος ακοντοπέλεκυς» (The Red Halbert) επί δύο γενεές.[3] Ήταν ο μεγαλύτερος από οκτώ (ή περισσότερα) παιδιά. Όπως ο σύγχρονός του και περισσότερο διάσημος Ρέμπραντ, ο Στέιν φοίτησε στο Λατινικό Σχολείο και σπούδασε στο Λέιντεν. Την εκπαίδευσή του στη ζωγραφική ανέλαβε ο Νικολάες Κνούπφερ (Nicolaes Knupfer, (1603–1660), Γερμανός ζωγράφος ιστορικών και μεταφορικών σκηνών που δραστηριοποιούνταν στην Ουτρέχτη. Η επιρροή του Κνούπφερ είναι εμφανής στη σύνθεση και τα χρώματα που χρησιμοποίησε ο Στέιν. Επίδραση του άσκησαν, επίσης, οι ζωγράφοι Άντριαεν φαν Οστάντε και Ίσαακ φαν Οστάντε, ζωγράφοι αγροτικών σκηνών, που ζούσαν στο Χάαρλεμ. Δεν είναι γνωστό αν ο Στέιν μαθήτευσε σε αυτούς.

Το 1648 ο Στέιν μαζί με τον Χάμπριιλ Μέτσου (Gabriël Metsu) ίδρυσαν τη Συντεχνία του Αγίου Λουκά στο Λέιντεν. Λίγο αργότερα έγινε βοηθός του φημισμένου τοπιογράφου Γιαν φαν Χόγιεν (Jan van Goyen) και μετακόμισε στο σπίτι του στο κανάλι Bierkade στο κέντρο της Χάγης. Στις 3 Οκτωβρίου 1649 νυμφεύτηκε τη θυγατέρα του φαν Χόγιεν Χρέτχεν, με την οποία απέκτησαν οκτώ παιδιά.[3] Ο Στέιν εργάστηκε με τον πεθερό του ως το 1654, οπότε μετακόμισε στο Ντελφτ, όπου διηύθυνε τη ζυθοποιία De Slang («το φίδι» στα ολλανδικά) για τρία χρόνια, χωρίς όμως μεγάλη επιτυχία.[4] Ύστερα από την έκρηξη της πυριτιδαποθήκης στο Ντελφτ, το 1654, η αγορά έργων τέχνης σχεδόν κατέρρευσε, αλλά ο Στέιν ζωγράφισε το έργο «Ο Δήμαρχος του Ντελφτ και η θυγατέρα του».[5] Δεν είναι σαφές αν αυτό το έργο μπορεί να χαρακτηριστεί πορτρέτο ή σκηνή της καθημερινής ζωής.

Ο Στέιν έζησε στο Βάρμοντ, λίγο πιο βόρεια από το Λέιντεν, από το 1656 ως το 1660, οπότε μετακινήθηκε στο Χάαρλεμ ως το 1670. Και στις δύο αυτές περιόδους υπήρξε εξαιρετικά παραγωγικός. Το 1670, ύστερα από τους θανάτους πρώτα της συζύγου του, το 1669, και στη συνέχεια του πατέρα του το 1670, ο Στέιν επέστρεψε στο Λέιντεν, όπου έμεινε ως το τέλος της ζωής του. Το 1762 (που αποκλήθηκε «έτος της καταστροφής») η αγορά έργων τέχνης κατέρρευσε. Έτσι, ο Στέιν άνοιξε μια ταβέρνα. Το 1673 νυμφεύτηκε τη Μαρία φαν Έχμοντ (Maria van Egmont), με την οποία απέκτησαν ένα ακόμη παιδί. Το 1674 έγινε ο επικεφαλής της Συντεχνίας του Αγίου Λουκά. Ο Φρανς φαν Μίερις ο πρεσβύτερος έγινε ένας από τους συντρόφους του στο ποτό. Απεβίωσε στο Λέιντεν το 1679 και ενταφιάστηκε στον οικογενειακό τάφο στην εκκλησία του Αγίου Πέτρου (Pieterskerk) στο Λέιντεν. [6]

Έργο[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το κεντρικό θέμα των πινάκων του Γιαν Στέιν ήταν οι σκηνές της καθημερινής ζωής. Πολλές παρόμοιες σκηνές που δημιούργησε, όπως στην «Εορτή του Αγίου Νικολάου» είναι ζωηρές μέχρι του σημείου του χάους και της λαγνείας, ώστε η φράση «νοικοκυριό του Στέιν» να φθάσει να σημαίνει τη σκηνή της ακαταστασίας και, στο τέλος, να γίνει ολλανδική παροιμία (een huishouden van Jan Steen). Οι λεπτές νύξεις στους πίνακές του μοιάζουν σαν ο ζωγράφος να προειδοποιεί τον θεατή παρά να τον προσκαλεί να αντιγράψει τη συμπεριφορά που βλέπει. Πολλοί από τους πίνακές του φέρουν αναφορές σε παλιές ολλανδικές παροιμίες ή λογοτεχνικά έργα. Συχνά χρησιμοποιούσε ως μοντέλα μέλη της οικογένειάς του και ζωγράφισε αρκετές αυτοπροσωπογραφίες, στις οποίες δεν επέδειξε καμία τάση ματαιοδοξίας.

Ο Στέιν δεν περιφρόνησε και άλλα θέματα: Ζωγράφισε ιστορικές, μυθολογικές και θρησκευτικές σκηνές, πορτρέτα, νεκρές φύσεις και σκηνές από τη φύση. Διάσημα είναι τα πορτρέτα παιδιών που φιλοτέχνησε. Είναι γνωστός για τη μαεστρία με την οποία χειριζόταν το φως αλλά και για την επιμονή του στις λεπτομέρειες, που είναι εμφανής σε ορισμένα περσικά χαλιά και άλλα υφάσματα που κατασκεύασε.

Ήταν ιδιαίτερα παραγωγικός, αφού δημιούργησε περίπου 800 πίνακες, από τους οποίους διασώθηκαν γύρω στους 350. Η εργασία του έχαιρε μεγάλης εκτίμησης από τους συγχρόνους του, γι' αυτό και πληρωνόταν καλά. Δεν είχε πολλούς μαθητές, καταγράφεται μόνον ο Ρίτσαρντ Μπράκενμπουρχ (Richard Brakenburgh),[7] αλλά τα έργα του αποτέλεσαν πηγή έμπνευσης για πολλούς ζωγράφους.

Επιδράσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η χαρούμενη οικογένεια (1668)
Φυλάξου από την Πολυτέλεια, 1663
Το ζεύγος που χορεύει, 1663
Φανταστικός εσωτερικός χώρος με τον Γιαν Στέιν και την οικογένεια του Gerrit Schouten, 1663

Σχέση με τους Rederijkers[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το 1945 ο ιστορικός τέχνης Στούρλα Γκουνλάουγκσον (Sturla Gudlaugsson), ειδικός στην Ολλανδική ζωγραφική και εικονογραφία του 17ου αιώνα και διευθυντής, τότε, του Ολλανδικού Ιδρύματος για την Ιστορία της Τέχνης και του Mauritshuis στη Χάγη, έγραψε το άρθρο «Οι κωμωδοί στο έργο του Γιαν Στέιν και των συγχρόνων του», στο οποίο αποκάλυπτε ότι μεγάλη επιρροή στο έργο του Στέιν άσκησε η Συντεχνία των ρητόρων, γνωστών ως Rederijkers και των θεατρικών τους αποπειρών.

Συχνά εμφανίζονται οι ισχυρισμοί ότι οι πίνακες του Στέιν αποτελούν ρεαλιστική απεικόνιση της καθημερινής ζωής στην Ολλανδία του 17ου αιώνα. Όμως, δεν ήταν όλα όσα ζωγράφιζε ρεαλιστική αναπαράσταση του καθημερινού του περιγύρου. Πολλά έργα του εμπεριέχουν ειδυλλιακές ή βουκολικές φαντασιώσεις με στομφώδη έκφραση, που παραπέμπει στο θέατρο.[8]

Η σχέση του καλλιτέχνη με το θέατρο επαληθεύεται εύκολα μέσω της σχέσης του με τους Rederijkers. Υπάρχουν δύο τύποι μαρτυριών για τη σχέση αυτή: Πρώτον, ο θείος του Στέιν ανήκε στη Συντεχνία ρητόρων του Λέιντεν, όπου ο καλλιτέχνης γεννήθηκε και έζησε το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του. Δεύτερον, ο Γιαν Στέιν αποτύπωσε σε πίνακες πολλές σκηνές από τη ζωή των Rederijkers: Παράδειγμα αποτελεί ο πίνακας «Ρήτορες μπροστά στο παράθυρο» του 1662-66, που σήμερα βρίσκεται στο Μουσείο Τέχνης της Φιλαδέλφεια. Η ανθρωπιά, το χιούμορ και η αισιοδοξία των μορφών υποδεικνύουν ότι ο Στέιν γνώριζε αυτούς τους ανθρώπους καλά και ήθελε να τους αποτυπώσει θετικά.

Θέατρο[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Με το πλούσιο και ηθικοπλαστικό ύφος του είναι λογικό ότι ο Στέιν υιοθέτησε τα θεατρικά στρατηγήματα για τους δικούς του σκοπούς. Υπάρχουν στοιχεία που πιστοποιούν ότι οι χαρακτήρες στους πίνακες του Στέιν είναι, κατά κύριο λόγο, θεατρικοί χαρακτήρες και όχι προερχόμενοι από την πραγματικότητα.

Οι πολυάριθμοι πίνακες του καλλιτέχνη με θέμα «Η επίσκεψη του γιατρού», όπως αυτή του 1665-70 που βρίσκεται στο Ρέικσμουζεουμ δείχνει τη θεατρική του προσέγγιση. Η υπόθεση είναι απλή: Ο γιατρός, που εξετάζει μια νεαρή δεσποσύνη, ανακαλύπτει ότι δεν είναι άρρωστη αλλά στην πραγματικότητα είναι έγκυος. Ο γιατρός απεικονίζεται ως κωμικός χαρακτήρας, που φορά μπιρέτα (λατ. biretum), καπέλο με τέσσερις γωνιές στην κορυφή, ένα doublet (ένδυμα σαν γιλέκο) και μικρό πλισέ περιλαίμιο. Στην πραγματικότητα είναι ντυμένος σύμφωνα με τη μόδα του 1570 και όχι του 1670. Αντίθετα, η κοπέλα φορά αυτά που θα χαρακτηρίζονταν ως «κορυφαίας μόδας» της εποχής που ζωγραφίστηκε ο πίνακας, ένα γιαπωνέζικου στυλ χαλαρό κιμονό.

Ο αναχρονισμός αυτός μπορεί να εξηγηθεί μόνο με ένα τρόπο: Δεν πρόκειται για πραγματικό γιατρό, αλλά για ηθοποιό, που φορά παραδοσιακή θεατρική ενδυμασία. Σύμφωνα με τον Gudlaugsson, «ποτέ δεν θα μπορούσε ένα τόσο ασυνήθιστο και αναχρονιστικό κοστούμι να εμφανιστεί σε πίνακα του Στέιν»[9].


Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. «Jan Steen painter». global.britannica.com. http://global.britannica.com/EBchecked/topic/564763/Jan-Steen. Ανακτήθηκε στις Οκτώβριος 2014. 
  2. Eleanor C. Munro, Παγκόσμια Εγκυκλοπαίδεια της Τέχνης, εκδ. Φυτράκης, Αθήνα, σελ. 302
  3. 3,0 3,1
    Academy-Britannica.png Αυτό το λήμμα βασίζεται ή περιλαμβάνει κείμενο από λήμμα της Encyclopædia Britannica του 1911 που αποτελεί κοινό κτήμα.
  4. Liedtke, W.A., Plomp, M., Rüger, A., Metropolitan Museum of Art (New York, N.Y.), & National Gallery (Great Britain). (2001). Vermeer and the Delft school. New York: Metropolitan Museum of Art. p. 202. ISBN 0870999737.
  5. Rijksmuseum.nl
  6. Liedtke, W. A., Plomp, M., Rüger, A., Metropolitan Museum of Art (New York, N.Y.), & National Gallery (Great Britain). (2001). Vermeer and the Delft school. New York: Metropolitan Museum of Art. p. 343. ISBN 0870999737.
  7. Liedtke, W. (2007). Dutch Paintings in the Metropolitan Museum of Art, p. 836.
  8. Gudlaugsson, S. (1945). The Comedians in the work of Jan Steen and his Contemporaries, σελ. 8.
  9. Gudlaugsson, S. (1945). The Comedians in the work of Jan Steen and his Contemporaries, σελ. 14.

Εξωτερικοί σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Commons logo
Τα Wikimedia Commons έχουν πολυμέσα σχετικά με το θέμα
Wikisource logo
Στη Βικιθήκη υπάρχει υλικό που έχει σχέση με το θέμα: