Γιάννης Ξυλούρης

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Γιάννης Ξυλούρης
ΞΥΛΟΥΡΗΣ ΓΙΑΝΝΗΣ.JPG
Γενικές πληροφορίες
Γέννηση1770
Ανώγεια Μυλοποτάμου Ρεθύμνου
Θάνατος1822
ΕθνικότηταΈλληνες
Οικογένεια
ΤέκναΚωνσταντής Ξυλούρης
Στρατιωτική σταδιοδρομία
Πόλεμοι/μάχεςΕλληνική Επανάσταση του 1821
Γιάννης Ξυλούρης.jpg

Γιάννης Ξυλούρης (1770 - 1822). Γεννήθηκε στ' Ανώγεια Μυλοποτάμου. Ήταν εύσωμος, ψηλός, ξανθός, γαλανομάτης άνδρας, λάτρης της ελευθερίας και πρωτοπόρος του αγώνα κατά των Τούρκων. Γύρω στα 1790, σε ηλικία 20 περίπου ετών, μετεγκαταστάθηκε στο ορεινό χωριό Κρουσώνας.[1] Είναι ο πρόγονος όλων των Κρουσανιωτών Ξυλούρηδων.

Επανασταστική δράση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η δράση του κατά των Τούρκων κατακτητών ξεκινάει από τα 1800.Γύρω στα 1807 με 1808 συνεργάστηκε με τον στενό του συγγενή από την μεριά της γυναίκας του (γένος Βαρούχα) Δημήτριο Βαρούχα ή Λόγιος[2] και εξόντωσαν τον τρομερό γενίτσαρο Ντουμάνη αγά (Ντουμάνογλου)και Μπραΐμη από το Κεραμούτσι, τον Αλτί Παρμάκη από τον Άγιο Μύρωνα, τον Ντουλάπη Αγά από την Κιθαρίδα, τον Αχμέτι Ντεμίρη από το Πενταμόδι και τον Μπραΐμη Αγά από το Σάρχο στην ορεινή θέση Βρωμονερό.[2] . Με την έλευση στην Κρήτη του Οσμάν Πασά (Πνιγάρη),[3] ο οποίος ζήτησε την βοήθεια των Χαίνηδων της Κρήτης για την εξόντωση των Γενιτσάρων, δεν έχασε την ευκαιρία και την άνοιξη του 1814 ο Γιάννης Ξυλούρης εκδικείται τον θάνατο και τις καταπιέσεις των Κρουσανιωτών, φονεύοντας τον φοβερό γενίτσαρο Καπέλη αγά,[2] που υπήρξε μάστιγα στην περιοχή του Μαλεβιζίου, στο μιτατόσπιτο του στο Μαγκαφούρι.

Οι Χαΐνηδες στο Μαγκαφούρι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Ξυλουρογιάννης τον Μάρτιο του 1815 βρισκόταν στην ορεινή περιοχή Μαγκαφούρι μαζί με εννιά στον αριθμό Χαίνηδες. Είχε χιονίσει και 15 Τούρκοι περίπου, έφιπποι είχαν βγει για κυνήγι μαζί με τα σκυλιά τους. Τους αντιλήφθηκαν από μακριά και με επιφύλαξη, αφού έδεσαν στα πόδια τους κλαδιά, για να μην φαίνονται οι πατημασιές τους στο χιόνι τους έστησαν ενέδρα. Μόλις πλησίασαν οι Τούρκοι στην περιοχή Βελανιδιά Πόρος, αντιλήφθηκαν την ενέδρα. Ηταν όμως πλέον αργά γι΄ αυτούς να οπισθοχωρήσουν. Με τους πρώτους πυροβολισμούς έτρεξαν βορειοανατολικά του Μαγκαφουριού, για να σωθούν. Τότε άρχισε ένα συνεχές ανθρωποκυνηγητό, πάνω στο βουνό, οδηγώντας τους στην περιοχή Κυνηγόταυκος του Λουτρακίου. Στην βόρεια πλευρά της περιοχής υπάρχει μια λεία ολισθηρή πλαγιά που οδηγεί σ' ένα μεγάλο και βαθύ βάραθρο (ταύκος). Οι Τούρκοι κυνηγοί πανικόβλητοι και κυνηγημένοι έπεφταν μέσα στο βάραθρο ο ένας μετά τον άλλο, εφόσον η μορφολογία του εδάφους είναι τέτοια που ο καθένας από αυτούς δεν έβλεπε ότι ο πρώτος είχε γκρεμισθεί και όταν το αντιλαμβανόταν ήταν πλέον αργά να αλλάξει πορεία εξαιτίας της ολισθηρότητας. Μέσα σ' αυτό το φοβερό βάραθρο καταγκρεμνίσθηκαν όλοι οι Τούρκοι και από τότε πήρε την ονομασία Κυνηγόταυκος.

Η επαναστατική ομάδα του Γιάννη Ξυλούρη[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Ξυλούρης μαζί με τους στενούς του συνεργάτες Μανώλη Μακατούνη, Μανώλη Τζουνιά, Τσικαντύλη, τον ανηψιό του Γιώργη Γιαμαλή, τον γαμπρό του Κοκολοζαχάρη και άλλους Κρουσανιώτες, έγιναν ο φόβος και ο τρόμος των Τούρκων. Πήρε μέρος στην προσπάθεια εξόντωσης του Μπεντρή Εφέντη καθώς και σε πολλές άλλες ενέργειες εξόντωσης γενίτσαρων και Τουρκών της περιοχής.Πήρε επίσης μέρος στις μάχες που δόθηκαν στο Μαλεβίζι και έξω από τον Χάνδακα.Στα τέλη του 1820 στάλθηκε στη μονή Αγίας Ειρήνης Κρουσώνα από το Ρέθυμνο ένας απόστολος της Φιλικής εταιρίας, ο καλόγερος Ανανίας, ο οποίος μύησε στην εταιρία τον Γιάννη Ξυλούρη, τον ανηψιό του Γιαμαλή, τον Μανώλη Μακατούνη και τον Ηγούμενο της μονής.Τον Γενάρη του 1821 με πρωτοβουλία του Αντώνη Ξυλούρη,( έμπορα πολύτιμων υφασμάτων στο Κάστρο μυημένο στην Φιλική Εταιρία στην Σμύρνη το 1819, ανηψιός του Γιάννη Ξυλούρη και αδερφός του Γιώργη Γιαμαλή, "Γιαμαλής = υφασματέμπορας στην τουρκική γλώσσα") συναντήθηκαν στο μαγαζί του στην Πλατιά Στράτα στο Ηράκλειο ο Ξυλουρογιάννης, ο Γιαμαλής και ο Μιχάλης Κουρμούλης ή Χουσείν αγάς απο τον Κουσέ. Εκεί μίλησαν για την επανάσταση που προετοιμαζόταν να γίνει και συμφώνησαν να μεταβούν στον Κουσέ, για να τους προμηθεύσει με όπλα. Πράγματι,μέσα στις επόμενες μέρες μετέβησαν στον Κουσέ,ντυμένοι σαν καλόγεροι που θα αγόραζαν δήθεν άχυρα και μέσα σ'αυτά έκρυψαν τα όπλα.Ο Κουρμούλης τους συνόδευσε μέχρι την περιοχή της Αγίας Βαρβάρας για ασφάλεια.Ο δε Κουρμούλης συνέχισε μετά για το Κάστρο και οι επαναστάτες για την μονή Αγίας Ειρήνης μέσω Πρινιά, όπου έκρυψαν και τον οπλισμό. Με το ξεκίνημα της επανάστασης δώθηκε όλος ο οπλισμός στους Κρουσανιώτες Χαίνηδες .

Ο ηρωικός θάνατος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στην νικηφόρα μάχη που έγινε στο Κρουσανιώτικο Φαράγγι το 1822 μεταξύ Κρουσανιωτών Χαίνηδων και των Τούρκων, ο Γιάννης Ξυλούρης είχε αναλάβει την αρχηγία και τον σχεδιασμό της μάχης. Τραυματίστηκε όμως θανάσιμα και ξεψύχησε μέσα στο σπήλιο που ακούγεται και σήμερα με το όνομα του "του Ξυλούρη ο Σπήλιος".

Με το θάνατο του συνέχισαν τον αγώνα οι έξι του γιοί Βασίλης, Πρίαμος, Δημήτρης, Κωνσταντής, Γιώργης και Θεοχάρης. Στον δεκαετή αγώνα από το 1821 έως το 1832 φονεύθηκαν από τους Τούρκους οι τρεις.

Το τραγούδι του Ξυλουρογιάννη[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Διασώζεται, επίσης, σχετικό δημώδες τραγούδι,[4] για την μάχη, στο Κρουσανιώτικο Φαράγγι, μεταξύ Κρουσανιωτών Χαίνηδων και των Τούρκων, που αναφέρεται στον θάνατο του Γιάννη Ξυλούρη:


"Ροικώ καμπάνα να χτυπά και μια φωνή να λέει μες στον Κρουσώνα πάτησε το τούρκικο ασκέρι.
Τούρκοι πατούνε το χωριό τρεις τέσσερις χιλιάδες Αράπηδες με Αλβανούς και Κρητικούς αγάδες.

Μές στο χωριό νταρντίσανε,τσοι δρόμους του γλακούνε και Κρουσανιώτη να φανεί κιανένα δε θωρούνε.

Μα οι Κρουσανιώτες τσοι θωρούν και ρίξαντως τα βόλια,τρομάρα όλους τσί' πιασε και βάνουντο στα πόδια.

Και ο Παχιάς εμάνησε και διάταξε γιουρούσι, τριάντα Τούρκοι πέσανε ετότες στο Καβούσι.

Οι Κρουσανιώτες στα γερά κρατούν τα μιτιρίζια τσοι Τούρκους εσκοτώνανε ,μαζί και τα μπεγίργια.

Και ζάλο ζάλο σέρνουνται και μάχουνται συνάμα τότες το που εγίνηκε ένα μεγάλο θάμα.

Ρικού τα όργια να χαλούν τουφέκια να χτυπούνε Ανωγειανοί και Σφακιανοί μαζί ντος πολεμούνε.

Στα όργια εβρισκόντουνε και είχανε κολόνα και κούσανενε το καυγά που χανε στον Κρουσώνα

.Οι Κρουσανιώτες τσείδανε και παίρνουν μέγα θάρρος και το Φαράγγι γίνηκε ε τω Τουρκώ ο Χάρος.

Σαν τα θεριά μαλώνουνε Ρωμιοί από τσοί δέτες ,τσοί πια πολλούς ξεκάμανε με τσοι μεγάλες πέτρες

και ο Παχιάς εφώνιαζε : μωρέ μα το Ραμπί μου ετούτο δά το θραψικό δε το δα στη ζωή μου.
Μάθε Τουρκιά πως τω Ρωμιώ, τω τουφεκιώ οι μπάλες εκάμανε πολύ μεζέ να τονε τρώνε οι σκάρες.
Μα μες στση νίκης τη χαρά 'κούσθει φωνή μεγάλη μέσα στο σπήλιο χάνεται ο Καπετάν ο Γιάννης
και θέλει γυούς και τσ' αρχηγούς να αποχαιρετήσει προτού τον πάρει ο χάροντας προτού να ξεψυχήσει.
Γειά σας αδέρφια ξακουστά, αδέρφια τιμημένα ετούτα έχει ο πόλεμος μα δε με νοιάζει εμένα
για τη πατρίδα όποιος χαθεί είναι τιμή μεγάλη και αν σκοτωθεί στον πόλεμο κερδίζει μα δε χάνει.
Κ΄οι καπετάνιοι κλάψανε, τονε μοιρολοήσαν που βγήκε πρώτος στο κλαδί
και πρώτος στο σημάδι και μες στση νίκης τη χαρά σε πήρενε ο Άδης.
Εσύ που πρώτος σήκωσες στσοι Τούρκους το μαχαίρι και ήθελες την λευτεριά στην Κρήτη για να φέρεις.
Σκότωσες Καπέλη αγά το χάρο του Κρουσώνα με μιά σου μόνο μαχαιριά τον έρριξες στο χώμα.
Τούρκους πολλούς εξέκαμες, τρέμαν στο Μαλεβίζι και τον Κρουσώνα έκαμες Τούρκος νανεγυρίζει.'
Μα όσοι Χριστό πιστεύγετε και τονε προσκυνάτε ποτέ μην τα ξεχάσετε και να τα διηγάστε."

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Αναφορές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. […] Πηγή για την ιστορία του Κρουσώνα το άρθρο του Μιχάλη Μακατουνάκη για την ιστορία του Κρουσώνα Μαλεβιζίου: Κρουσώνας Μαλεβιζίου, Ν. Ηρακλείου Αρχειοθετήθηκε 2013-01-28 στο Wayback Machine.
  2. 2,0 2,1 2,2 […] «Μεταξύ 1814-1818 φονεύθηκαν γνωστοί γενίτσαροι του Μαλεβυζίου ,όπως Καπέλη Αγάς, Σελίμ Μπεντέρης, Μπραϊμι ο Σαρχιανός, Ντουλάπη Αγάς από Κιθαρίδα και ακόμη -14- Τουρκογενίτσαροι από το Πενταμόδι, σφαγιαθέντες στο Κορίτσι (περιοχή στο βουνό Κρουσώνα) και 4 Αγάδες στις Γούρνες, καθώς και ο Ντουμάνογλου από το Κεραμούτσι. Η δράση των Χαϊνηδων κορυφώθηκε στην επανάσταση του 1821.»[…] Πηγή: Περίοδος 1645-1646 Αρχειοθετήθηκε 2013-06-07 στο Wayback Machine.
  3. […]«Να υπενθυμίσομε ότι οι γενίτσαροι, το ιδιότυπο αυτό σώμα πολιτοφυλάκων (για τους οποίους μπορεί να βρει κανείς πολλά στις εγκυκλοπαίδειες), είχαν φτάσει εδώ σε τέτοιο βαθμό αποθράσυνσης, που η Πύλη αποφάσισε την εξολόθρευση των πιο επικίνδυνων απ’ αυτούς. Το 1812 έστειλε στην Κρήτη για Γενικό Διοικητή τον περίφημος Χατζή Οσμάν πασά, έναν αποφασιστικό Κούρδο στρατηγό, επιφορτισμένο με τη διεκπεραίωση της ασυνήθιστης αυτής υπηρεσίας και εξουσιοδοτημένο με έκτακτες δικαιοδοσίες. Τα απίστευτα γεγονότα που ακολούθησαν, άφησαν άναυδους χριστιανούς και μωαμεθανούς. Ο νέος σερασκέρης-πασάς αποβιβάστηκε με στρατό στα Χανιά (και όχι στην πρωτεύουσα, το Ηράκλειο) και αφού προσεταιρίστηκε τους ντόπιους καπετάνιους, άρχισε να συλλαμβάνει έναν ένα τους πιο επικίνδυνους γενίτσαρους και να τους εκτελεί με απαγχονισμό. Όπως ήταν φυσικό, τα πρωτοφανή αυτά γεγονότα δημιούργησαν τεράστια αίσθηση στους απλούς ανθρώπους και των δύο θρησκευμάτων και η λαϊκή φαντασία οργίασε αναζητώντας εξήγηση. Έφθασαν να πουν πως ο νέος πασάς δεν ήταν παρά ο ίδιος ο πρωτοσύγκελος του Πατριαρχείου της Πόλης. Άλλοι τον είπαν «Παπαγιάννη» και άλλοι πατέρα-Βασίλειο. Οι Ρεθεμνιώτες πάντως τον αποκάλεσαν «Πνιγάρη» και με το παρανόμι αυτό έμεινε στην ιστορία. Να συμπληρώσομε την υπενθύμιση λέγοντας ότι ο «Πνιγάρης», αφού έφερε σε πέρας την αποστολή του, ανακλήθηκε στην Κωνσταντινούπολη και, όπως γράφουν οι Ιστορίες μας, εκτελέστηκε και ο ίδιος! Οι τρεις πολύτομες ιστορίες της Κρήτης αφιερώνουν αρκετές σελίδες για την ομιχλώδη περίοδο του θρυλικού Χατζή Οσμάν πασά. Όμως η αχλή του θρύλου έχει απλωθεί σε τέτοιο βαθμό, ώστε ν’ αναρωτιέται κανείς σήμερα πού σταματά η αλήθεια και από πού αρχίζει ο θρύλος.»[…] Πηγή: Τα παράξενα γεγονότα επί Χατζή-Οσμάν πασά του «Πνιγάρη» (1812-14) (Και μερικά σημερινά αξιοπερίεργα) Αρχειοθετήθηκε 2016-03-04 στο Wayback Machine.
  4. Από το βιβλίο του Γιώργη Ξυλούρη, «Κρουσώνας. Ιστορικές Αναφορές», εκτύπωση: «Τυποκρέτα», Ηράκλειο 1993.

Εξωτερικοί σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]