Γιάαν Τέεμαντ

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Γιάαν Τέεμαντ
Jaan Teemant
Πρωθυπουργός της Εσθονίας
Περίοδος
15 Δεκεμβρίου 1925 – 22 Νοεμβρίου 1927
ΠροκάτοχοςΓιούρι Γιάακσον
ΔιάδοχοςΓιάαν Τούνισον
Περίοδος
19 Φεβρουαρίου 1932 – 20 Ιουνίου 1932
ΠροκάτοχοςΚονσταντίν Πετς
ΔιάδοχοςΚάαρελ Εενπάλου
Προσωπικά στοιχεία
Γέννηση24 Σεπτεμβρίου 1872
Παατσάλου, Ρωσική Αυτοκρατορία (νυν Εσθονία)
Θάνατοςάγνωστη ημερομηνία
άγνωστος τόπος
ΕθνικότηταΕσθονός
ΥπηκοότηταΡωσική, εσθονική
ΣπουδέςΠανεπιστήμιο της Αγίας Πετρούπολης
ΕπάγγελμαΝομικός

Ο Γιάαν Τέεμαντ (εσθονικά: Jaan Teemant12/24 Σεπτεμβρίου 1872 - 1941 ή 1942) ήταν Εσθονός νομικός και πολιτικός που διετέλεσε δύο φορές (1925 - 1927 και 1932) «Πρεσβύτερος του Κράτους». Μετά την κατάληψη της Εσθονίας από τα σοβιετικά στρατεύματα συνελήφθη τον Ιούλιο του 1940 από τη NKVD και έκτοτε αγνοείται η τύχη του, με τις περισσότερες απόψεις να συγκλίνουν στην εκτέλεσή του χωρίς όμως να υπάρχει συμφωνία όσον αφορά τον τόπο και τον χρόνο του θανάτου του.

Βιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Γέννηση και σπουδές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Τέεμαντ γεννήθηκε το 1872 στον οικισμό Παατσάλου του Vigala vald της Ρωσικής Αυτοκρατορίας (εντός των ορίων της σημερινής Εσθονίας). Πέρασε τα μαθητικά του χρόνια στο Γυμνάσιο Χούγκο Τρέφνερ του Τάρτου και συνέχισε τις σπουδές του στη νομική σχολή του Κρατικού Πανεπιστημίου της Αγίας Πετρούπολης από την οποία αποφοίτησε το 1903. Έπειτα εγκαταστάθηκε στο Ταλίν όπου έγινε γνωστός ως αντιπρόσωπος των Εσθονών αγροτών στις δικαστικές διαμάχες τους με τους γαιοκτήμονες της γερμανικής μειονότητας. Μάλιστα, το κύρος που απέκτησε από τη συγκεκριμένη υπόθεση τον βοήθησε να εκλεγεί το 1904 στο τοπικό δημοτικό συμβούλιο[1].

Πρώιμη πολιτική σταδιοδρομία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το 1905 υπήρξε μαζί με τον Γιάαν Τούνισον ένας από τους βασικούς πρωταγωνιστές των εξελίξεων που δρομολόγησε η Ρωσική επανάσταση στην Εσθονία, αν και οι δύο τους αντιπροσώπευαν διαφορετικές πολιτικές τάσεις. Συγκεκριμένα ο Τέεμαντ εξέφραζε τους ριζοσπάστες που επιδίωκαν την χορήγηση ευρείας αυτονομίας για την επαρχία της Εσθονίας ενώ ο Τούνισον αντιπροσώπευε μετριοπαθέστερες απόψεις[1].

Το 1907 ο Τέεμαντ εξελέγη πρόεδρος του πανεσθονικού συνεδρίου που πραγματοποιήθηκε τον Νοέμβριο του ίδιου έτους στο Τάρτου. Κατά τη διάρκεια της συνεδρίασης υπήρξε αποχώρηση των μετριοπαθών πληρεξούσιων με αποτέλεσμα οι ριζοσπάστες να προχωρήσουν στην υιοθέτηση προτάσεων με κυριότερες την αυτοδιακυβέρνηση της Εσθονίας, τη θέσπιση συντάγματος, την εθνικοποίηση των γαιών και τον εξοπλισμό του πληθυσμού. Παρόλο που ο ίδιος δεν συμφωνούσε με το σύνολο των προτάσεων, εξελέγη στην πενταμελή εκτελεστική επιτροπή που ανέλαβε την υλοποίησή τους[1][2].

Ακολούθησε η αντίδραση της ρωσικής πλευράς και η θανατική καταδίκη μεταξύ άλλων και του Τέεμαντ, γεγονός που τον ανάγκασε να καταφύγει στην Ελβετία από όπου συνέχισε να δραστηριοποιείται υπέρ της εσθονικής αυτοδιάθεσης. Επέστρεψε στη Ρωσία το 1908, όταν ακυρώθηκε η προηγούμενη απόφαση που τον καταδίκασε σε θάνατο, δεν απέφυγε όμως τη σύλληψη και την καταδίκη του σε δύο χρόνια φυλάκιση και άλλα δύο χρόνια εξορία για αντικυβερνητική δράση[1].

Μετά την έκτιση της ποινής του (στο διάστημα της οποίας εκτοπίστηκε για δύο χρόνια στην περιοχή του Αρχάγγελσκ) επέστρεψε στο Ταλίν συνεχίζοντας τη δικηγορία μέχρι το 1917 και το ξέσπασμα της Οκτωβριανής επανάστασης. Το ίδιο έτος εξελέγη στην εσθονική Προσωρινή Συνέλευση και το 1919 στην αντίστοιχη Συνταγματική Συνέλευση ως εκπρόσωπος του Αγροτικού Κόμματος, αναλαμβάνοντας στην πορεία καθήκοντα γενικού πληρεξούσιου, θέση από την οποία ήρθε σε άμεση σύγκρουση με τους Εσθονούς μπολσεβίκους.

Μετά την εσθονική ανεξαρτησία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Μετά το τέλος του πολέμου της Ανεξαρτησίας (1918 - 1920) και τη δημιουργία του εσθονικού κράτους, ο Τέεμαντ αποσύρθηκε προσωρινά από την πολιτική με σκοπό να επικεντρωθεί στη νομική του σταδιοδρομία. Επέστρεψε στα κοινά το 1924 με την εκλογή του στο κοινοβούλιο και την 15η Δεκεμβρίου του 1925 ανέλαβε τη διακυβέρνηση της χώρας διαδεχόμενος τον Γιούρι Γιάακσον ως «Πρεσβύτερος του Κράτους», θέση στην οποία διατηρήθηκε μέχρι τις 22 Νοεμβρίου του 1927[1][2][3].

Στις 19 Φεβρουαρίου του 1932, εν μέσω βαθιάς οικονομικής κρίσης, σχημάτισε νέα κυβέρνηση αντικαθιστώντας τον Κονσταντίν Πετς. Η δεύτερη θητεία του Τέεμαντ κράτησε μέχρι τις 20 Ιουνίου του ίδιου έτους[1][2][3] και κατά τη διάρκειά της πάρθηκαν σκληρά οικονομικά μέτρα τα οποία όμως δεν ελάττωσαν τη δημοφιλία του. Παράλληλα στις 4 Μαΐου υπογράφτηκε τριετές σύμφωνο μη επίθεσης μεταξύ της Εσθονίας και της Σοβιετικής Ένωσης[4].

Κατά τη διάρκεια της δικτατορίας Πετς (1934 - 1938) τάχθηκε ανοικτά υπέρ της αποκατάστασης των δημοκρατικών θεσμών μέσω διαγγέλματος που συνέταξε από κοινού με άλλους τρεις πρώην πρωθυπουργούς και το οποίο δημοσιεύτηκε στον φινλανδικό τύπο, ενώ το 1939 διορίστηκε μέλος της μικτής γερμανοεσθονικής επιτροπής που ανέλαβε την εποπτεία της αναγκαστικής μετανάστευσης της γερμανικής μειονότητας στα εδάφη του Γ' Ράιχ[1][2].

Κατά τη διάρκεια της σοβιετικής εισβολής που πραγματοποιήθηκε το 1940, αιχμαλωτίστηκε στις 23 Ιουλίου από τη NKVD και τον Φεβρουάριο του 1941 καταδικάστηκε σε δεκαετή φυλάκιση. Έκτοτε αγνοείται η τύχη του, με τις περισσότερες απόψεις να συγκλίνουν στην εκτέλεσή του μεταξύ του 1941 και του 1942[1][2].

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. 1,0 1,1 1,2 1,3 1,4 1,5 1,6 1,7 Gunter Faure,Teresa Mensing, The Estonians; The long road to independence, 2012, σελ. 214 - 215.
  2. 2,0 2,1 2,2 2,3 2,4 Toivo Miljan, Historical Dictionary of Estonia, Rowman & Littlefield, 2015, σελ. 449 - 450.
  3. 3,0 3,1 Georg von Rauch, Die Geschichte der baltischen Staaten, University of California Press, 1974, σελ. 256.
  4. Georg von Rauch, 1974, σελ. 174.