Γεωγραφία της Συρίας

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Τοπογραφικός χάρτης της Συρίας

Η Συρία βρίσκεται στη Δυτική Ασία, βόρεια της Αραβικής Χερσονήσου, στο ανατολικό άκρο της Μεσογείου. Συνορεύει με την Τουρκία στα βόρεια, τον Λίβανο και το Ισραήλ στα δυτικά και νοτιοδυτικά, το Ιράκ στα ανατολικά και την Ιορδανία στα νότια. Αποτελείται από οροσειρές στα δυτικά και απότομη περιοχή στην ενδοχώρα. Στα ανατολικά βρίσκεται η Συριακή έρημος και στα νότια είναι η περιοχή Τζαμπάλ αλ-Ντρούζε. Η πρώτη διχοτομείται από την κοιλάδα του Ευφράτη, που είναι ο σημαντικότερος ποταμός της χώρας. Συνακόλουθα, η μεγαλύτερη λίμνη στη Συρία είναι (με διαφορά) η τεχνητή λίμνη που δημιουργήθηκε από ένα φράγμα που χτίστηκε το 1973 στον Ευφράτη, και είναι γνωστή ως «Λίμνη Άσαντ». Το υψηλότερο σημείο στη Συρία, 2.814 μέτρα, είναι στο Όρος Ερμών, στα σύνορα με τον Λίβανο. Μεταξύ της υγρής ακτής της Μεσογείου και των άνυδρων ερημικών περιοχών βρίσκεται μια ζώνη που εκτείνεται στα τρία τέταρτα της χώρας και δέχεται τους ζεστούς, ξηρούς ανέμους που φυσούν σε όλη την έρημο. Με το 46% της εκτάσεώς της να χρησιμοποιείται ως βοσκότοποι και μόνο το 3% να είναι δάσος και δασικές εκτάσεις, η Συρία έχει εξαντληθεί εκτενώς από πλευράς παραγωγικότητας του εδάφους.

Διοικητικώς η Συρία χωρίζεται σε δεκατέσσερα κυβερνεία (μουχαφαζάτ, ενικός: μουχαφάζα). Τα κυβερνεία χωρίζονται σε συνολικά εξήντα περιφέρειες, ή μανατίκ (ενικός: μιντακά), οι οποίες χωρίζονται περαιτέρω σε διαμερίσματα (ναουάχι, ενικός ναχίγια). Η πρωτεύουσα Δαμασκός είναι η δεύτερη μεγαλύτερη σε πληθυσμό πόλη της Συρίας και η μητροπολιτική περιοχή της αποτελεί από μόνη της κυβέρνείο. Το Χαλέπι, με πληθυσμό 2 και πλέον εκατομμύρια κατοίκους πριν από τον εμφύλιο πόλεμο, ευρισκόμενο στη βόρεια Συρία, είναι η μεγαλύτερη πόλη. Η Λαττάκεια και η Ταρτούς είναι τα κυριότερα λιμάνια της Συρίας, στη Μεσόγειο Θάλασσα.

Γεωγραφικές περιοχές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το συριακό έδαφος περιλαμβάνει περίπου 185.180 τετραγωνικά χιλιόμετρα ερήμου, πεδιάδων και βουνών. Χωρίζεται σε μια παράκτια ζώνη, μια στενή αλλά διπλή ορεινή ζώνη, που περικλείει ένα βύθισμα στα δυτικά, και ένα πολύ μεγαλύτερο ανατολικό οροπέδιο. Το κλίμα είναι κυρίως ξηρό: περίπου τα τρία πέμπτα της χώρας δέχονται λιγότερα από 250 χιλιοστόμετρα βροχής ετησίως. Η εύφορη γη είναι ο πιο σημαντικός φυσικός πόρος της Συρίας και έχουν καταβληθεί προσπάθειες για την αύξηση της ποσότητας της αρόσιμης γης μέσω αρδευτικών έργων.

Η παραλιακή πεδιάδα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Κατά μήκος της Μεσογείου, μια στενή παράκτια πεδιάδα εκτείνεται νότια από τα τουρκικά σύνορα μέχρι τον Λίβανο. Το επίπεδο αυτής της παράκτιας ζώνης, που καλύπτεται με αμμόλοφους, διακόπτεται μόνο από πλευρικά κάθετα ακρωτήρια που ενώνουν τα βουνά με τη θάλασσα. Τα σημαντικότερα λιμάνια είναι η Λαττάκεια και η Ταρτούς. Τον 20ό αιώνα η Συρία διεκδικούσε χωρικά ύδατα με όριο τα 35 ναυτικά μίλια (64,8 χιλιόμετρα) από τις ακτές της στη Μεσόγειο. Ωστόσο, από το 2003, όταν κήρυξε μονομερώς τις θαλάσσιες ζώνες της, τηρεί τα 12 ναυτικά μίλια που επιτρέπονται από το δίκαιο των Ηνωμένων Εθνών.

Η δυτική ορεινή ζώνη[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το χωριό Σλινφά, κέντρο χειμερινού τουρισμού στη συριακή παράλια οροσειρά

Τα Όρη Ανσαριτών (Τζαμπάλ αν Νουσαϊρίγια/Ανσαρίγια) ή Συριακή Παράλια Οροσειρά είναι μια οροσειρά παράλληλη προς την παράκτια πεδιάδα, που έχει μέσο υψόμετρο πάνω από 1.212 μέτρα από την επιφάνεια της θάλασσας, ενώ η ψηλότερη κορυφή της, το Ναμπί Γιουνίς, είναι μόλις 1.575 μέτρα πάνω από την επιφάνεια της θάλασσας. Οι δυτικές πλαγιές συλλαμβάνουν τους υγρούς άνεμους από τη θάλασσα και επομένως είναι πιο εύφορες και πυκνοκατοικημένες από τις ανατολικές πλαγιές, οι οποίες δέχονται μόνο ζεστούς, ξηρούς ανέμους που φυσούν από την έρημο. Προτού φθάσει στα σύνορα του Λιβάνου, η γραμμή αυτής της οροσειράς τερματίζεται, αφήνοντας έναν διάδρομο, το χάσμα Χομς, από το οποίο διέρχεται ο αυτοκινητόδρομος και η σιδηροδρομική γραμμή από την ομώνυμη πόλη (την αρχαία Έμεσα) μέχρι το λιμάνι της Τρίπολης του Λιβάνου. Για αιώνες το χάσμα Χομς υπήρξε προσφιλής διαδρομή εμπορίου αλλά και εισβολών από την ακτή προς το εσωτερικό της χώρας και προς άλλα μέρη της Ασίας. Ανατολικά, η γραμμή των Ορέων των Ανσαριτών διαχωρίζεται από την οροσειρά Τζαμπάλ αζ Ζαβίγια και την περιοχή του οροπεδίου από την Κοιλάδα Αλ Γκαμπ, μια εύφορη, αρδευόμενη τάφρο που διασχίζεται από τον ποταμό Ορόντη.

Προς την ενδοχώρα και πιο νότια, ο Αντιλίβανος φθάνει σε κορυφές άνω των 2.600 μέτρων πάνω από την επιφάνεια της θάλασσας, στα σύνορα Λιβάνου-Συρίας, και απλώνεται με προεκτάσεις προς τα ανατολικά, στην περιοχή του οροπεδίου. Οι ανατολικές πλαγιές έχουν λίγες βροχοπτώσεις και βλάστηση, και συγχωνεύονται τελικώς με την έρημο.

Στα νοτιοδυτικά, το υψηλό Όρος Ερμών, επίσης στα σύνορα μεταξύ Συρίας και Λιβάνου, απολήγει στο οροπέδιο Χαουράν, που δέχεται βροχές από τη Μεσόγειο. Ωστόσο, όλες εκτός από τις χαμηλότερες πλαγιές του Ερμώνος είναι ακατοίκητες. Ηφαιστειακοί κώνοι, μερικοί από τους οποίους φτάνουν σε ύψος τα 900 μέτρα, είναι διάσπαρτοι στο ανοιχτό, κάποτε εύφορο οροπέδιο Χαουράν, νότια της Δαμασκού και ανατολικά του Αντιλιβάνου. Νοτιοδυτικά του Χαουράν βρίσκεται η υψηλή ηφαιστειακή περιοχή Τζαμπάλ αλ-Ντρούζε (επισήμως «Τζαμπάλ αλ-Αράμπ»), που είναι ο τόπος του ομώνυμου πληθυσμού των Δρούζων. Αυτό είναι μέρος του ηφαιστειακού πεδίου Χαράτ αλ-Σαμ, που εκτείνεται μέχρι τη Σαουδική Αραβία. Βορειοανατολικά του Τζαμπάλ αλ-Ντρούζε εκτείνεται ένα μεγάλο πεδίο λάβας που ονομάζεται Αλ-Σαφά και ξεχωρίζει σε δορυφορικές εικόνες.

Το ανατολικό υψίπεδο[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ολόκληρη η περιοχή του ανατολικού υψιπέδου τέμνεται από μια χαμηλή σειρά μεμονωμένων βουνών, του Τζαμπάλ αρ Ρουβάκ, του Τζαμπάλ αμπού Ρουτζμάιν και του Τζεμπέλ Μπισρί. Αυτή η σειρά εκτείνεται από το Τζαμπάλ αλ-Ντρούζε μέχρι τον Ευφράτη. Νοτίως αυτής υπάρχει η άνυδρη ερημική περιοχή Χαμάντ, ενώ βορείως του Τζαμπάλ αρ Ρουβάκ και ανατολικώς της Χομς βρίσκεται μία ακόμα γυμνή περιοχή που είναι γνωστή ως Έρημος της Χομς.

Στα βορειοανατολικά του Ευφράτη, δηλαδή περά από την αριστερή όχθη του, απλώνεται η εύφορη περιοχή Τζαζίρα (= «νησί»). Αυτή υδροδοτείται από δύο παραπόταμους του Ευφράτη, τον Μπαλίχ και τον Χαμπούρ. Στην περιοχή έγιναν εγγειοβελτιωτικά και αρδευτικά έργα από το 1960 έως το 1980, και σήμερα παρέχει σημαντική παραγωγή δημητριακών και βάμβακα. Οι ανακαλύψεις πετρελαίου και φυσικού αερίου στο βορειοανατολικό άκρο της Τζαζίρα βελτίωσαν επίσης το οικονομικό δυναμικό της περιοχής αυτής.