Βόωψ

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Bόωψ
(Boops)
Γόπα
Συστηματική ταξινόμηση
Βασίλειο: Ζώα (Animalia)
Συνομοταξία: Χορδωτά (Chordate)
Ομοταξία: Ακτινοπτερύγιοι (Actinopterygii)
Τάξη: Περκόμορφα (Perciformes)
Οικογένεια: Σπαρίδες (Sparidae)
Γένος: Bόωψ (Boops)
(Κυβιέ, 1829)

Ο βόωψ (Boops), κοινώς γόπα, είναι γένος ψαριού, της οικογένειας των σπαριδών της τάξης των περκόμορφων.

Είδη[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η γόπα εμφανίζεται στα ανατολικά ύδατα του Ατλαντικού Ωκεανού, της Μεσογείου και τη Μαύρη Θάλασσα, και ο Βoops lineatus στο δυτικό Ινδικό Ωκεανό.

Ετυμολογία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η λέξη βόωψ προέρχεται από τα αρχαία ελληνικά: βους και ωψ (μάτια σαν του βοδιού, δηλαδή μεγάλα μάτια). Η λέξη προτάθηκε από τον Αθήναιο το Ναυκρατίτη, ο οποίος εξηγούσε ότι κακώς ο Αριστοφάνης ο Βυζάντιος αναφέρει το ψάρι ως βώκα, ενώ έπρεπε να το λέει βόωπα, γιατί αν και μικρό έχει μεγάλα μάτια, δηλαδή βόωψ, αυτός που έχει μάτια σαν του βοδιού[1].

Εξωτερικοί σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • "Boops". Integrated Taxonomic Information System (ανακτήθηκε στις 17 Ιανουαρίου 2011)

Αναφορές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Athenaeus, Volume 2, Athenaeus (Naucratites), Wilhelm Dindorf «Αριστοφάνης δ'ο Βυζάντιος κακώς φησίν ημάς λέγειν τον ιχθύ βώκα, δεόν βώοπα, επεί μικρός υπάρχων μεγάλους ώπας έχει, είη αν ουν ο βόωψ, βοός οφθαλμούς έχων»