Βερνίκι

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Βερνίκι σε ξύλινες σκάλες

Το βερνίκι είναι μια διαφανής, σκληρή, προστατευτική τελική στρώση ή μεμβράνη που χρησιμοποιείται κυρίως στην επεξεργασία του ξύλου, αλλά επίσης και σε άλλα υλικά. Το βερνίκι είναι παραδοσιακά ένας συνδυασμός ξηραντικού ελαίου, μιας ρητίνης και ενός αραιωτικού ή διαλύτη. Τα τελικά βερνίκια είναι συνήθως γυαλιστερά, αλλά μπορούν να σχεδιαστούν για να παράξουν ελαφρώς γυαλιστερές ή ημιγυαλιστερές αποχρώσεις με την προσθήκη "λειαντικών" παραγόντων. Το βερνίκι έχει λίγο ή καθόλου χρώμα, είναι διαφανές και δεν του έχει προστεθεί χρωστική, αντίθετα με τις βαφές, που περιέχουν χρωστική και κυμαίνονται γενικά από αδιαφανείς έως ημιδιαφανείς. Τα βερνίκια εφαρμόζονται επίσης σε ξύλα ως τελικό βήμα για την επίτευξη μιας μεμβράνης γυαλάδας και προστασίας. Μερικά προϊόντα εμπορεύονται ως συνδυασμένη χρώση και βερνίκι.

Μετά την εφαρμογή, οι ουσίες που σχηματίζουν τη μεμβράνη στα βερνίκια είτε σκληραίνουν αμέσως, μόλις ο διαλύτης έχει πλήρως εξατμιστεί, ή σκληραίνουν μετά την εξάτμιση του διαλύτη μέσα από κάποια διεργασία σκλήρυνσης, κυρίως χημική αντίδραση μεταξύ ελαίων και οξυγόνου από τον αέρα (αυτοοξείδωση) και χημικών αντιδράσεων μεταξύ συστατικών του βερνικιού. Τα βερνίκια ρητίνης "ξηραίνονται" με εξάτμιση του διαλύτη και σκληραίνουν σχεδόν αμέσως μετά τη ξήρανση. Τα ακρυλικά και υδατοδιαλυτά βερνίκια "ξηραίνονται" με εξάτμιση του νερού, αλλά υφίστανται μια παρατεταμένη περίοδο σκλήρυνσης. Βερνίκια από έλαια, πολυουρεθάνη και εποξικά παραμένουν υγρά ακόμα και μετά την εξάτμιση του διαλύτη, αλλά αρχίζουν γρήγορα να σκληραίνουν περνώντας διαδοχικά στάδια, από υγρά ή παχύρρευστα, σε κολλώδη, σε ξηρά κομμιώδη, σε "στεγνά στην αφή", σε σκληρά. Περιβαλλοντικοί παράγοντες όπως θερμότητα και υγρασία παίζουν έναν πολύ βασικό ρόλο στους χρόνους ξήρανσης και σκλήρυνσης των βερνικιών. Στα κλασικά βερνίκια ο ρυθμός σκλήρυνσης εξαρτάται από τον τύπο του χρησιμοποιούμενου ελαίου και, σε κάποια έκταση, από το ποσοστό του ελαίου στη ρητίνη. Οι χρόνοι ξήρανσης και σκλήρυνσης όλων των βερνικιών μπορούν να επιταχυνθούν με έκθεση σε μια πηγή ενέργειας όπως το ηλιακό φως, η υπεριώδης ακτινοβολία ή η θερμότητα.

Ασφάλεια[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Τα βερνίκια και τα ξηραντικά έλαια μπορούν να προκαλέσουν φωτιά. Πολλά βερνίκια περιέχουν έλαια που παράγονται από φυτά (π.χ. λινέλαιο, συνθετικά έλαια (π.χ. πολυουρεθάνες) ή ρητίνες ως συνδετικό υλικό σε συνδυασμό με οργανικούς διαλύτες. Αυτά είναι πολύ εύφλεκτα στη στερεή τους κατάσταση. Επιπλέον και πολύ σημαντικό, όλα τα ξηραινόμενα έλαια, κάποια αλκυδικά (συμπεριλαμβανομένων των βαφών) και πολλές πολυουρεθάνες παράγουν θερμότητα (μια εξώθερμη αντίδραση) κατά τη διάρκεια της σκλήρυνσης. Συνεπώς, κουρέλια εμποτισμένα με λάδι και χαρτί μπορούν να σιγοκαίνε και να αναφλεγούν πολλές ώρες μετά τη χρήση τους, αν στοιβαχτούν μαζί, ή, παραδείγματος χάρη, τοποθετηθούν σε έναν περιέκτη όπου η θερμότητα δεν μπορεί να διασκορπιστεί. Ακολουθήστε τις διεργασίες ασφάλειας στη διάθεση των κουρελιών και χαρτιού που έχουν λάδι ή διαλύτη. Κουρέλια και χαρτιά πεταμένα σε μια γωνιά μετά την ολοκλήρωση του έργου μπορούν να αναφλεγούν και να κάψουν το κτίριο.

Ιστορικό[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Τα πρώιμα βερνίκια αναπτύχθηκαν αναμειγνύοντας ρητίνη—οπό πεύκου, με έναν διαλύτη και εφαρμόζοντάς τα με πινέλο για να πάρουν το αποτέλεσμα που βλέπει κάποιος στα σημερινά βερνίκια.[1] Οι αρχαίοι Αιγύπτιοι ήταν καλά εξοικειωμένοι με την τέχνη του βερνικώματος. Το βερνίκωμα εξασκήθηκε, επίσης, αργότερα και στην Άπω Ανατολή. Στην Ινδία, Κίνα και Ιαπωνία, όπου η εφαρμογή του βερνικώματος εξασκείτο, ένα τέτοιο είδος ήταν γνωστό από πολύ νωρίς. Υπάρχει ο ισχυρισμός ότι η Ιαπωνία ήταν εξοικειωμένη με τη χρήση του βερνικιού από το 500 ή 600 π.Χ., αλλά οι περισσότεροι τοποθετούν την πρώτη της χρήση τον 3ο αιώνα π.Χ., ως μιας τέχνης που αποκτήθηκε από τους γείτονές της Κορεάτες. Οι λαοί της Κίνας και της Ινδίας γνώριζαν, κατά πάσα πιθανότητα, αυτήν την τέχνη, πολύ νωρίτερα. Η εργασία του βερνικώματος και του λουστραρίσματος, όμως, αντιμετωπιζόταν γενικά ως διαφορετικές εργασίες.

Ετυμολογία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η λέξη "βερνίκι" έρχεται από τη λατινική λέξη vernix, που σημαίνει άοσμη ρητίνη, που η ετυμολογία της προέρχεται από το ελληνικό Βερενίκη, το αρχαίο όνομα της σύγχρονης Βεγγάζης στη Λιβύη. Εκεί, χρησιμοποιήθηκαν τα πρώτα βερνίκια και υπήρχαν προς πώληση ρητίνες από τα σήμερα εξαφανισμένα δάση. Το Βερενίκη έρχεται από τις ελληνικές λέξεις φέρω + νίκη.

Συστατικά των κλασικών βερνικιών[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ξηραντικό έλαιο[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Υπάρχουν πολλοί διαφορετικοί τύποι ξηραντικών ελαίων, που συμπεριλαμβάνουν λινέλαιο, λάδι τουνγκ (λάδι ξύλου Κίνας) και έλαιο καρυδιάς. Αυτά περιέχουν υψηλά επίπεδα από πολυακόρεστα λιπαρά οξέα.

Ρητίνη[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι ρητίνες που χρησιμοποιούνται στα βερνίκια περιλαμβάνουν ήλεκτρο, γόμα κάουρι, δαμμάρα, κοπάλιο, κολοφώνιο (ρητίνη πεύκου), σανδαράχη, βάλσαμο της Μέκκας, έλεμι, μαστίχα, κ.α.. Η γομμαλάκα είναι επίσης ρητίνη. Τη δεκαετία του 1900 στον Καναδά, οι ρητίνες από τοπικά δέντρα χρησιμοποιήθηκαν για να ολοκληρώσουν πιάνα. Ως αποτέλεσμα, αυτά τα παλιά πιάνα θεωρείται δύσκολο να ξαναλουστραριστούν. Όμως, η γομμαλάκα μπορεί να χρησιμοποιηθεί πάνω από τις υπάρχουσες ρητίνες, αρκεί να τους δοθεί αρκετός χρόνος για την σκλήρυνση λεπτών στρώσεων. Συνεπώς, το αρχικό λούστρο μπορεί να ξαναγυρίσει στην αρχική του μορφή, ενώ διατηρεί το χρώμα και τις ρυτιδώσεις της ηλικίας.

Διαλύτης (παραδοσιακά νέφτι)[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Παραδοσιακά, εχρησιμοποιείτο (οργανικό) νέφτι ως αραιωτικό ή διαλύτης, αλλά έχει αντικατασταθεί από αρκετά υποκατάστατα με βάση ορυκτά όπως το αραιωτικό βαφής (paint thinner) και το ελαφρό πετρέλαιο (white spirit ή mineral spirit).

Τύποι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Βερνίκι Βιολιού[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Βερνίκωμα βιολιού είναι μια διεργασία με πολλά στάδια που περιλαμβάνει κάποια ή όλα από τα παρακάτω: αστάρι, προεργασία, πρώτη στρώση, στρώσεις χρώματος και καθαρή τελική στρώση. Μερικά συστήματα χρησιμοποιούν ένα βερνίκι ξηραινόμενου ελαίου, όπως περιγράφεται παρακάτω, ενώ άλλα συστήματα χρησιμοποιούν βερνίκια με διαλύτες. Οι μικροεπιδιορθώσεις ή η αποκατάσταση γίνονται μόνο με βερνίκι ελαφρού πετρελαίου.

Ξηραντικά έλαια όπως έλαιο καρυδιάς ή λινέλαιο μπορεί να χρησιμοποιηθεί σε συνδυασμό με κεχριμπάρι, κοπάλιο, κολοφώνιο ή άλλες ρητίνες. Παραδοσιακά το έλαιο παρασκευάζεται με βράσιμο ή έκθεση στον αέρα και το ηλιακό φως, αλλά σύγχρονα "πολυμερισμένα έλαια (σταντέλαια)" προετοιμάζονται με θέρμανση του λαδιού σε υψηλή θερμοκρασία χωρίς οξυγόνο. Η εξευγενισμένη ρητίνη είναι μερικές φορές διαθέσιμη ως ένα ημιδιαφανές στερεό και έπειτα επεξεργάζεται με βράσιμο ή κυριολεκτικά τήκοντάς το σε ένα δοχείο πάνω από θέρμανση χωρίς διαλύτες. Το πυκνό λάδι και η προετοιμασμένη ρητίνη αναμειγνύονται μαζί και αραιώνονται με νέφτι (μακριά από γυμνή φλόγα) σε ένα διάλυμα. Τα συστατικά και οι διεργασίες του βερνικιού βιολιού είναι πολύ διαφορετικές, με κάποια παλιά παραδείγματα να εμφανίζουν κάποια μειονεκτήματα (π.χ. ρωγμές, μικροραγίσματα) που σχετίζονται με ασυμβίβαστα συστατικά βερνικιού.

Κάποια συστήματα φινιρίσματος βιολιού χρησιμοποιούν λευκό βερνίκι (vernice bianca) (λευκό αυγού και αραβικό κόμμι) ως προεργασία ή πρώτη στρώση. Υπάρχουν επίσης ενδείξεις ότι λεπτόκοκκα ορυκτά σε σκόνη, ενδεχομένως ηφαιστειακή στάχτη, είχαν χρησιμοποιηθεί σε κάποιες περιπτώσεις. Μερικά βιολιά που κατασκευάστηκαν στο τέλος του 18ου αιώνα χρησιμοποιούσαν βοδινό αίμα για να δημιουργήσουν έναν πολύ βαθύ κόκκινο χρωματισμό. Σήμερα, αυτό το βερνίκι θα είχε εξασθενίσει και θα ήταν τώρα ένα πολύ έντονο σκούρο πορτοκαλί.[2]

Ρητίνη[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι περισσότερες ρητίνες ή βερνίκια "γόμμας" αποτελούνται από μία ουσία παράγωγη φυτού ή εντόμου διαλυμένη σε έναν διαλύτη, που λέγεται βερνίκι αλκοόλης (spirit varnish) ή βερνίκι διαλύτη. Ο διαλύτης μπορεί να είναι αλκοόλη, νέφτι, ή με πετρελαϊκή βάση. Κάποιες ρητίνες είναι διαλυτές και σε αλκοόλη και σε νέφτι. Γενικά, οι πετρελαϊκοί διαλύτες, δηλαδή ελαφρό πετρέλαιο (mineral spirits) ή αραιωτικό βαφής, μπορούν να υποκαταστήσουν το νέφτι. Οι ρητίνες περιλαμβάνουν κεχριμπάρι, δαμμάρα, κοπάλιο, κολοφώνιο, σανδαράχη, έλεμι, βενζοΐνη, μαστίχα, βάλσαμο, γομμαλάκα και πλήθος από λάκες.

Οι συνθετικές ρητίνες όπως η φαινολική ρητίνη μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως δευτερεύον συστατικό σε κάποια βερνίκια και βαφές.

Κατά τη διάρκεια αιώνων, αναπτύχθηκαν πολλές συνταγές που περιέχουν τον συνδυασμό ρητινών, ελαίων και άλλων συστατικών όπως κάποιοι κηροί. Αυτά πιστευόταν ότι παρείχαν ειδικά τονικά χαρακτηριστικά σε μουσικά όργανα και συνεπώς κάποιες φορές κρατιόντουσαν μυστικά. Η αλληλεπίδραση διαφορετικών συστατικών είναι δύσκολη στην πρόβλεψη ή την αναπαραγωγή.

Γομμαλάκα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η γομμαλάκα είναι ένα πολύ πλατιά χρησιμοποιούμενο βερνίκι ρητίνης ενός συστατικού που διαλύεται σε αλκοόλη. Δεν χρησιμοποιείται για εξωτερικές επιφάνειες ή όπου αλλού μπορεί να έρθει σε συχνή επαφή με το νερό, , όπως γύρω από νιπτήρες ή μπανιέρες. Η πηγή της ρητίνης γομμαλάκας είναι μια εύθρυπτη ή φολιδωτή έκκριση του θηλυκού εντόμου Kerria lacca, που βρίσκεται στα δάση του Ασσάμ και της Ταϊλάνδης, και συλλέγεται από τον φλοιό των δένδρων όπου το αποθέτει για να δώσει ένα κολλώδες κράτημα στον κορμό. Η γομμαλάκα είναι η βάση του γαλλικού βερνικιού (French polish), που για αιώνες προτιμιότανε για λεπτά έπιπλα. Ειδική "αποκηρωμένη" γομμαλάκα έχει επεξεργαστεί για να αφαιρεί κηρώδεις ουσίες από την αρχική γομμαλάκα και μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως αστάρι και ως υπόστρωμα αμμοστόκων για άλλα φινιρίσματα όπως πολυουρεθάνες, αλκυδικά, λάδια και ακρυλικά.

Η έτοιμη γομμαλάκα είναι διαθέσιμη συνήθως σε δύο παραλλαγές ως "διαυγής" και ως "κεχριμπάρι" (ή "πορτοκαλή"). Άλλες φυσικές αποχρώσεις χρωμάτων όπως βαθύ κόκκινο και κίτρινο είναι διαθέσιμες με ειδικές χρωστικές. Η βαφή ασταριού γομμαλάκας "λευκής χρωστικής" είναι πλατιά διαθέσιμη, διαφημίζεται ως εσωτερικό αστάρι γρήγορης ξήρανσης, επειδή προσκολλάται σε ποικίλες επιφάνειες και απομονώνει οσμές και καπνό. Ο καθαρισμός της γομμαλάκας μπορεί να γίνει είτε με καθαρό οινόπνευμα ή με καθαριστικά αμμωνίας.

Αλκυδικές ενώσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Συνήθως, τα σύγχρονα εμπορικά παραγόμενα βερνίκια χρησιμοποιούν κάποια αλκυδική μορφή για την παραγωγή μιας προστατευτικής μεμβράνης. Τα αλκυδικά είναι χημικά τροποποιημένα φυτικά έλαια που λειτουργούν καλά σε μια πλατιά περιοχή συνθηκών και μπορούν να κατασκευαστούν ώστε να επιταχύνουν τον ρυθμό σκλήρυνσης. Καλύτερα (και πιο ακριβά) εξωτερικά βερνίκια χρησιμοποιούν αλκυδικές ενώσεις που γίνονται από έλαια υψηλής απόδοσης και περιέχουν απορροφητές υπεριώδους· αυτό βελτιώνει τη συγκράτηση της γυαλάδας και επεκτείνει τον χρόνο ζωής της βαφής. Διάφορες ρητίνες μπορούν επίσης να συνδυαστούν με αλκυδικές ενώσεις ως τμήματα του χημικού τύπου για τυπικά βερνίκια "λαδιού".

Ναυτιλιακό βερνίκι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το ναυτιλιακό βερνίκι (Spar varnish ή marine varnish προοριζόταν αρχικά για χρήση σε πλοία ή λέμβους με κατάρτια, για να προστατέψει τα ξύλα από τις επιδράσεις της θάλασσας και του καιρού. Τα κατάρτια λύγιζαν κάτω από το βάρος των ιστίων τους. Οι κύριες απαιτήσεις ήταν αντοχή στο νερό καθώς και ελαστικότητα, έτσι ώστε να παραμείνει προσκολλημένο καθώς τα κατάρτια κάμπτονταν. Η ελαστικότητα ήταν επίσης μια προαπαιτούμενη συνθήκη για αδιαβροχοποίηση, επειδή ένα βερνίκι με ρωγμές θα επέτρεπε στο νερό να περάσει, ακόμα κι αν η εναπομένουσα μεμβράνη ήταν αδιαπέραστη. Η εμφάνιση και η γυαλάδα ήταν σχετικά χαμηλής αξίας. Τροποποιημένο λάδι τουνγκ και φαινολικών ρητινών χρησιμοποιούνταν συχνά.

Όταν πρωτοαναπτύχθηκαν, κανένα βερνίκι δεν είχε καλή αντοχή στο υπεριώδες. Ακόμα και αφού περισσότερες σύγχρονες συνθετικές ρητίνες απέκτησαν αντοχή, ένα πραγματικό ναυτιλιακό βερνίκι κράτησε την ελαστικότητά του ως μεγαλύτερο πλεονέκτημα, ακόμα κι αν αυτό απαιτεί έναν συμβιβασμό με την αντίστασή του στο υπεριώδες. Τα ναυτιλιακά βερνίκια "δεν" είναι συνεπώς η άριστη επιλογή για εξωτερική ξυλεία που δεν χρειάζεται να λυγίζει.

Ξηραινόμενα έλαια[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Από τον ορισμό τους, τα ξηραινόμενα έλαια όπως το λινέλαιο και το έλαιο τουνγκ , δεν είναι πραγματικά βερνίκια, αν και συχνά με σύγχρονους όρους εκπληρώνουν την ίδια αποστολή. Η σκλήρυνση των ξηραινόμενων ελαίων γίνεται μέσα από μια εξώθερμη αντίδραση μεταξύ του πολυακόρεστου τμήματος του ελαίου και του οξυγόνου του αέρα. Αρχικά, ο όρος "βερνίκι" αναφερόταν σε βαφές που γινόντουσαν εξ ολοκλήρου από ρητίνη διαλυμένη σε κατάλληλους διαλύτες, είτε οινόπνευμα (αλκοόλη), είτε νέφτι. Το πλεονέκτημα στις βαφές των προηγούμενων αιώνων ήταν ότι τα βερνίκια ρητίνης είχαν έναν πολύ γρήγορο ρυθμό σκλήρυνσης συγκρινόμενα με τα έλαια· στις περισσότερες περιπτώσεις σκλήραιναν πρακτικά αμέσως μόλις ο διαλύτης εξατμιζόταν πλήρως. Αντίθετα, "ακατέργαστα" ή χωρίς επεξεργασία έλαια μπορεί να χρειαζόντουσαν εβδομάδες ή μήνες για να σκληρύνουν, ανάλογα με τη θερμοκρασία περιβάλλοντος και άλλους περιβαλλοντικούς παράγοντες. Με σύγχρονους όρους, "βρασμένα" ή μερικώς πολυμερισμένα ξηραινόμενα έλαια με προσθήκη στεγνωτικών (χημικοί [καταλύτης|καταλύτες]) έχουν χρόνους σκλήρυνσης μικρότερους από 24 ώρες. Όμως, κάποια μη τοξικά παραπροϊόντα της διεργασίας σκλήρυνσης εκπέμπονται από τη μεμβράνη του λαδιού, ακόμα και αφού έχει ξηραθεί στην επαφή και για μια σημαντική χρονική περίοδο. Είναι παράδοση από πολύ χρόνο να συνδυάζονται ξηραντικά έλαια με ρητίνες, για να ληφθούν τα ευνοϊκά χαρακτηριστικά και των δύο ουσιών.

Πολυουρεθάνη[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Τα βερνίκια πολυουρεθάνης είναι συνήθως σκληρά, αντιστέκονται στην φθορά από τρίψιμο και είναι ανθεκτικά. Είναι δημοφιλή για δάπεδα από ξυλεία φυλλοβόλων, αλλά θεωρούνται από κάποιους δύσχρηστα ή ακατάλληλα για φινίρισμα επίπλων ή άλλων κομματιών με λεπτομέρειες. Οι πολυουρεθάνες είναι συγκρίσιμες ως προς τη σκληρότητα με κάποιες αλκυδικές ενώσεις, αλλά σχηματίζουν γενικά μια πιο ανθεκτική μεμβράνη. Συγκρινόμενα με απλά έλαια, ή βερνίκια γομμαλάκας, τα βερνίκια πολυουρεθάνης σχηματίζουν πιο σκληρά, αρκετά πιο ανθεκτικά και πιο αδιάβροχες μεμβράνες. Όμως, μια παχιά μεμβράνη από συνηθισμένη πολυουρεθάνη μπορεί να απολεπιστεί αν υποβληθεί σε θέρμανση ή κρούση, σπάζοντας τη μεμβράνη και αφήνοντας λευκά μπαλώματα. Αυτή η τάση αυξάνεται με μεγάλη έκθεση στο ηλιακό φως ή όταν εφαρμόζεται σε μαλακό ξύλο όπως το πεύκο. Αυτό οφείλεται επίσης μερικώς στη χειρότερη διείσδυση της πολυουρεθάνης στο ξύλο. Ποικίλες τεχνικές ασταρώματος χρησιμοποιούνται για να ξεπεράσουν αυτό το πρόβλημα, συμπεριλαμβανομένης της χρήσης κάποιων βερνικιών λαδιού, εξειδικευμένης γομμαλάκας "αποκήρωσης", καθαρής διείσδυσης εποξικού στεγανωτικού, ή πολυουρεθάνης τροποποιημένης με έλαιο για αυτόν τον σκοπό. Στο βερνίκι πολυουρεθάνης μπορεί επίσης να λείπει το λούστρο των ξηραινόμενων ελαίων όπως το λινέλαιο ή το λάδι τουνγκ· αντίθετα, όμως, μπορεί να "δημιουργήσει" μια πολύ πιο γρήγορη και υψηλότερη μεμβράνη, ολοκληρώνοντας σε δύο στρώσεις αυτό που μπορεί να απαιτήσει πολλές εφαρμογές ελαίου. Η πολυουρεθάνη μπορεί, επίσης, να εφαρμοστεί πάνω σε μια στρώση λαδιού απευθείας, αλλά λόγω του σχετικά αργού χρόνου σκλήρυνσης των ελαίων, της εκπομπής κάποιων χημικών παραπροϊόντων και της ανάγκης για έκθεση στο οξυγόνο του αέρα, πρέπει να ληφθεί μέριμνα ώστε τα λάδια να έχουν σκληρυνθεί αρκετά για να αποδεχθούν την πολυουρεθάνη.

Αντίθετα με τα ξηραινόμενα έλαια και τις αλκυδικές ενώσεις που σκληραίνουν, μετά από εξάτμιση του διαλύτη, κατά την αντίδραση με το οξυγόνο του αέρα, οι στρώσεις της πραγματικής πολυουρεθάνης σκληραίνουν, μετά από εξάτμιση του διαλύτη, με ποικίλες αντιδράσεις των χημικών ενώσεων μέσα στο αρχικό μείγμα, ή με αντίδραση με την υγρασία του αέρα. Κάποια προϊόντα πολυουρεθάνης είναι "υβριδικά" και συνδυάζουν διαφορετικές όψεις των γονικών τους συστατικών. Οι "τροποποιημένες πολυουρεθάνες με έλαια", διαλυτές είτε σε νερό είτε σε διαλύτη, είναι, τώρα, οι πιο πλατιά χρησιμοποιούμενες βαφές ξύλινων δαπέδων.

Η εξωτερική χρήση βερνικιών πολυουρεθάνης μπορεί να είναι προβληματική λόγω της αυξανόμενης ευαισθησίας σε επιδείνωση μέσα από την έκθεση σε υπεριώδες φως. Όλα τα διαυγή ή ημιδιαφανή βερνίκια, καθώς και στην πραγματικότητα όλες οι στρώσεις μεμβράνης-πολυμερούς (π.χ. βαφών, βαφών ξύλου, εποξικών, συνθετικών πλαστικών, κλπ.) είναι ευαίσθητα σε αυτές τις βλάβες σε ποικίλους βαθμούς. Οι χρωστικές στις βαφές προστατεύουν από τις βλάβες του υπεριώδους. Προστίθενται απορροφητές υπεριώδους στην πολυουρεθάνη και σε άλλα βερνίκια (π.χ. βερνίκια θαλάσσης) για να αντιμετωπίσουν τις βλάβες από το υπεριώδες, αλλά η αποτελεσματικότητά τους μειώνεται με την πάροδο του χρόνου (π.χ. σε 2-4 χρόνια), ανάλογα με την ποιότητα και την ποσότητα των απορροφητών υπεριώδους που προστέθηκε, καθώς και την ένταση και διάρκεια της έκθεσης στον ήλιο. Η έκθεση σε νερό, η υγρασία, οι ακραίες θερμοκρασίες και άλλοι περιβαλλοντικοί παράγοντες επηρεάζουν όλες τις βαφές. Αντίθετα, ξύλινα κομμάτια που ανακτήθηκαν από τις αιγυπτιακές πυραμίδες έχουν νέα και φρέσκια εμφάνιση μετά από 4000 χρόνια αποθήκευσης. Ακόμα κι εκεί, όμως, υπήρχαν αποικίες μυκήτων. Η μούχλα και οι μύκητες είναι μια άλλη κατηγορία που επιτίθενται στα βερνίκια. Με άλλα λόγια, η μόνη στρώση βερνικιού με σχεδόν τέλεια διάρκεια είναι αυτή που αποθηκεύεται σε κενό, σκοτάδι σε χαμηλή και αμετάβλητη θερμοκρασία. Αλλιώς απαιτούνται προσοχή και συντήρηση.

Λάκες[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η λέξη λάκα αναφέρεται σε ταχυστέγνωτα βερνίκια ή βαφές με βάση διαλύτη. Αν και τα ονόματά τους μπορεί να παράγονται παρόμοια, η λάκα δεν είναι το ίδιο με τη "γομμαλάκα" και δεν είναι διαλυμένη σε αλκοόλη. Η λάκα διαλύεται σε αραιωτικό λάκας, που είναι ένας πολύ εύφλεκτος διαλύτης που συνήθως περιέχει αιθανικό βουτύλιο και ξυλένιο ή τολουόλιο. Η λάκα συνήθως ψεκάζεται, μέσα σε έναν θάλαμο ψεκασμού που αδειάζει τη πλεονάζουσα βαφή και ελαχιστοποιεί τον κίνδυνο ανάφλεξης.

Εκτός Αμερικής, ο πρόχειρος κανόνας είναι ότι η διαυγής βαφή ξύλου αν προορίζεται για ψεκασμό είναι λάκα, ενώ όταν πρόκειται να χρησιμοποιηθεί με πινέλο είναι βερνίκι. Συνεπώς, τα περισσότερα κομμάτια ξύλινων επίπλων είναι λακαρισμένα.

Η λάκα μπορεί να θεωρηθεί διαφορετική από το βερνίκι, επειδή μπορεί να επαναδιαλυθεί αργότερα με έναν διαλύτη (όπως αυτόν με τον οποίον διαλύθηκε όταν εφαρμόστηκε) και δεν αλλάζει χημικά σε ένα στερεό όπως τα άλλα βερνίκια.[3]

Ακρυλικά[4][Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Τα ακρυλικά βερνίκια είναι συνήθως υδατοδιαλυτά βερνίκια με τον πιο χαμηλό δείκτη διάθλασης από όλα τα βερνίκια και με υψηλή διαφάνεια. Αντιστέκονται στο κιτρίνισμα. Τα ακρυλικά έχουν το πλεονέκτημα του καθαρισμού με νερό και έλλειψη ατμών διαλύτη, αλλά συνήθως δεν διεισδύουν στο ξύλο τόσο καλά όσο τα έλαια. Μερικές φορές, τους λείπουν τα χαρακτηριστικά της κατεργασίας με πινέλο και της αυτοεπιπέδωσης των βερνικιών με βάση διαλύτες. Έχουν, γενικά, καλή αντίσταση στο υπεριώδες.

Στον κόσμο της τέχνης, τα βερνίκια προσφέρουν αντοχή στη σκόνη και μια πιο σκληρή επιφάνεια από τη γυμνή βαφή – έχουν μερικές φορές το πλεονέκτημα της αντοχής σε υπεριώδες φως, που βοηθά στην προστασία των έργων τέχνης από το ξεθώριασμα κατά την έκθεση στον φως. Τα ακρυλικά βερνίκια πρέπει να εφαρμόζονται χρησιμοποιώντας μια στρώση μόνωσης (ένα μόνιμο, προστατευτικό εμπόδιο μεταξύ του πίνακα και του βερνικιού, κατά προτίμηση ένα μαλακό, γυαλιστερό μέσο γέλης) για να διευκολύνεται η αφαίρεση του βερνικιού και η γενική συντήρηση. Τα ακρυλικά βερνίκια που χρησιμοποιούνται ως μια τέτοια τελική αφαιρέσιμη στρώση προστασίας του έργου είναι συνήθως ακρυλικά με βάση ελαφρό πετρέλαιο, παρά υδατοδιαλυτά.

Δύο συστατικών[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Διάφορα εποξικά έχουν τυποποιηθεί ως βερνίκια ή βαφές δαπέδου μέσω των οποίων δυο συστατικά αναμειγνύονται αμέσως πριν την εφαρμογή. Συχνά, τα δύο συστατικά έχουν τον ίδιο όγκο και αναφέρονται ως "συστατικό A" and "συστατικό B". Οι πραγματικές πολυουρεθάνες είναι συστήματα δύο συστατικών. Όλα τα εποξικά δύο συστατικών έχουν έναν χρόνο χρήσης κατά τη διάρκεια του οποίου μπορεί να χρησιμοποιηθεί το εποξικό. Συνήθως ο χρόνος χρήσης είναι θέμα λίγων ωρών, αλλά εξαρτάται πολύ από τη θερμοκρασία. Χρησιμοποιούνται εποξικά διαλυτά σε νερό και σε διαλύτη.

Μετατροπή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Χρησιμοποιείται όταν είναι επιθυμητή μια βαφή με γρήγορη σκλήρυνση, ανθεκτική και σκληρή όπως για ντουλάπια κουζίνας και εξοπλισμό γραφείου. Έρχεται σε δύο συστατικά: μια ρητίνη και ένας όξινος καταλύτης. Η ρητίνη είναι ένα μείγμα μιας αμινορητίνης και μιας αλκυδικής ένωσης. Ο όξινος καταλύτης προστίθεται ακριβώς πριν την εφαρμογή σε μια αναλογία που καθορίζεται από τον κατασκευαστή. Οι περισσότερες βαφές παράγουν ελάχιστο κιτρίνισμα. Υπάρχουν, όμως, δύο μειονεκτήματα σε αυτή τη βαφή. Το πρώτο είναι ότι καθώς σκληραίνει η βαφή, αναδίδει μεθανάλη, που είναι τοξική και καρκινογόνος. Το δεύτερο μειονέκτημα είναι ότι η βαφή μπορεί να ραγίσει ή να σπάσει αν εφαρμοστούν πολλές στρώσεις.

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. "paint and varnish." Student Encyclopædia. Britannica Online for Kids. Encyclopædia Britannica, 2010. Web. 23 July 2010 <http://kids.britannica.com/comptons/article-206069/paint-and-varnish>.
  2. [1793 johann baptist havelka]
  3. http://www.johnsankey.ca/pine.html
  4. "Solvent Compatibility for MSA Varnish" http://www.goldenpaints.com/technicaldata/solvcomp.php
  • Bob Flexner (1993). Understanding Wood Finishing: How to Select and Apply the Right Finish. Rodale Press: Emmaus, PA.

Εξωτερικοί σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]