Αυτοκινητάμαξα

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Η αυτοκινητάμαξα[1] (γνωστή παλιότερα και ως ωτομοτρίς, από το γαλλικό automotrice)[2] είναι σιδηροδρομικό όχημα, τρένο το οποίο διαθέτει δική του μηχανή.

Συνήθως οι αυτοκινητάμαξες χρησιμοποιούνται για μικρές διαδρομές στα περίχωρα των πόλεων ή διαδρομές σε στενούς δρόμους εντός αυτών,[3] όπως οι προαστιακές και οι μητροπολιτικές. Η μηχανή μιας αυτοκινητάμαξας μπορεί να χρησιμοποιεί για την κίνησή της ηλεκτρική ενέργεια (EMU) ή κινητήρα εσωτερικής καύσης με πετρέλαιο (DMU), ενώ παλιότερα λειτουργούσαν και με ατμό.[3] Διαφέρει από την κλασική αμαξοστοιχία στο γεγονός ότι διαθέτει μηχανή μαζί με τα βαγόνια των επιβατών και στην αρχή και στο τέλος της (για αντίθετη πορεία), ενώ η αμαξοστοιχία έχει μια μηχανή έλξης (ηλεκτράμαξα ή ντιζελάμαξα) και ακολουθούν τα υπόλοιπα βαγόνια.

Γνωστά τύποι αυτοκινηταμαξών που χρησιμοποιήθηκαν στους ελληνικούς σιδηροδρόμους είναι οι: Συρμοί σειράς 620, 621, 520, 460, 660 και 520 του ΟΣΕ.

Σημειώσεις - παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Το σιδηροδρομικό όχημα («άμαξα») που κινείται μόνο του, με δική του μηχανή. Η λέξη προέρχεται από το περιφραστικό «αυτοκίνητος άμαξα»· Δ(ημοσθένης). Πρωτ(οπαπαδάκης). (1927). «αυτοκίνητος -ος -ον. (Σιδηρ.)—Αυτοκίνηται άμαξαι». Εγκυκλοπαιδικόν Λεξικόν. Β΄. Αθήνα: Εκδοτικός Οίκος Ελευθερουδάκη, σελ. 710.  Η λέξη χρησιμοποιείται και με άλλη σημασία, στις οδικές μεταφορές, για τα ειδικά, αυτοκινητοφόρα φορτηγά, όπως και τα ρυμουλκούμενα οχήματα φόρτωσης και μεταφοράς αυτοκινήτων· «Αυτοκινητάμαξα». Τροχοί & TIR, (Μηνιαίο περιοδικό για τα επαγγελματικά οχήματα, τις οδικές μεταφορές και τα logistics). https://troxoikaitir.gr/tags/aytokinitamaxa. Ανακτήθηκε στις 3.05.2017. 
  2. To επίθετο «automoteure, trice» αποδιδόταν στα ελληνικά ως ο/η «αυτοκίνητος», δηλ. ο/η αυτοκινούμενος. Βλ. Ηπίτης, Αντώνιος Θ. (1911). Λεξικόν γαλλοελληνικόν. 1. Αθήνα: Εκ του τυπογραφείου Π.Α. Πετράκου, σελ. 202. 
  3. 3,0 3,1 Δ. Πρωτ(οπαπαδάκης) (1927).