Αυτοκινητάμαξα
Αυτοκινητάμαξα[1] (παλαιότερα γνωστή και ως ωτομοτρίς, από τη γαλλική λέξη automotrice)[2] είναι σιδηροδρομικό όχημα που διαθέτει δικό του σύστημα πρόωσης. Σε αντίθεση με την παραδοσιακή αμαξοστοιχία, όπου η έλξη επιτυγχάνεται μέσω ξεχωριστής μηχανής, η αυτοκινητάμαξα ενσωματώνει τους κινητήρες έλξης στο ίδιο το επιβατικό όχημα. Συνήθως φέρει περισσότερους από έναν κινητήρες, ανάλογα με το μήκος και τον τύπο του συρμού.
Οι αυτοκινητάμαξες χρησιμοποιούνται κυρίως για δρομολόγια μεσαίων αποστάσεων, όπως σε προαστιακά [3] και μητροπολιτικά δίκτυα. Ορισμένα μοντέλα μπορούν να εκτελέσουν και δρομολόγια τύπου Intercity.[3] Οι κινητήρες τους μπορεί να είναι είτε ηλεκτρικοί (Electric Multiple Unit - EMU), είτε πετρελαιοκίνητοι (Diesel Multiple Unit - DMU), ενώ σε παλαιότερες εποχές υπήρχαν και ατμοκίνητες εκδόσεις.
- ΜΑΝ 2000 Κατασκευάστηκαν στα Ελληνικά Ναυπηγεία σε συνεργασία με την γερμανική Bombardier Transportation (2006) και τέθηκαν σε λειτουργία από τον ΟΣΕ το 2006–2008. Φέρουν τρεις πετρελαιοκινητήρες MAN τύπου D2842ME601, ισχύος 305 kW έκαστος (συνολική ονομαστική ισχύς 1244 ίπποι) στα αυτόματα κιβώτια υδροδυναμικής τεχνολογίας VOITH TURBO
- Siemens Desiro (σειρά 460) Κατασκευάστηκαν επίσης στα Ελληνικά Ναυπηγεία (2006) σε συνεργασία με τη γερμανική Siemens και τη θυγατρική της Siemens Hellas. Είναι ηλεκτροκίνητες και διαθέτουν οκτώ ασύγχρονους τριφασικούς ηλεκτροκινητήρες, συνολικής ισχύος 2719 ίππων
- Stadler GTW 2/6 (σειρά 560) Κατασκευάστηκαν από την κοινοπραξία Stadler (Ελβετία) και Bombardier Transportation (Γερμανία). Ο ντιζελοκινητήρας τύπου MTU 12V 183 TD13 είναι τοποθετημένος στο ενδιάμεσο κινητήριο όχημα και αποδίδει ισχύ 740 ίππων ενώ οι κινητήρες έλξης είναι 2 ασύγχρονοι εξαπολικοί τριφασικοί συνολικής ισχύος 707 ίππων.
Σημειώσεις - παραπομπές
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]
| Αυτό το λήμμα σχετικά με τις σιδηροδρομικές μεταφορές χρειάζεται επέκταση. Μπορείτε να βοηθήσετε την Βικιπαίδεια επεκτείνοντάς το. |
- ↑ Το σιδηροδρομικό όχημα («άμαξα») που κινείται μόνο του, με δική του μηχανή. Η λέξη προέρχεται από το περιφραστικό «αυτοκίνητος άμαξα»· Δ(ημοσθένης). Πρωτ(οπαπαδάκης). (1927). «αυτοκίνητος -ος -ον. (Σιδηρ.)—Αυτοκίνηται άμαξαι». Εγκυκλοπαιδικόν Λεξικόν. Β΄. Αθήνα: Εκδοτικός Οίκος Ελευθερουδάκη. σελ. 710. Η λέξη χρησιμοποιείται και με άλλη σημασία, στις οδικές μεταφορές, για τα ειδικά, αυτοκινητοφόρα φορτηγά, όπως και τα ρυμουλκούμενα οχήματα φόρτωσης και μεταφοράς αυτοκινήτων· «Αυτοκινητάμαξα». Τροχοί & TIR. (Μηνιαίο περιοδικό για τα επαγγελματικά οχήματα, τις οδικές μεταφορές και τα logistics). Ανακτήθηκε στις 3 Μαΐου 2017.
- ↑ Το επίθετο «automoteure, trice» αποδιδόταν στα ελληνικά ως ο/η «αυτοκίνητος», δηλ. ο/η αυτοκινούμενος. Βλ. Ηπίτης, Αντώνιος Θ. (1911). Λεξικόν γαλλοελληνικόν. 1. Αθήνα: Εκ του τυπογραφείου Π.Α. Πετράκου. σελ. 202.
- 1 2 Δ. Πρωτ(οπαπαδάκης) (1927).
