Μετάβαση στο περιεχόμενο

Αρπαγόφυτο

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Το αρπαγόφυτο σε πλήρη ανάπτυξη
Ο καρπός του φυτού H. procumbens
Βουσμάνος που συλλέγει αρπαγόφυτα στην Ναμίμπια

Το αρπαγόφυτο (βοτανική ονομασία: Harpagophytum procumbens), ή ξύλινη αράχνη ή συνηθέστερα νύχι του διαβόλου, είναι γένος φυτών στην οικογένεια των Πηδαλιοειδών, το οποίο είναι ιθαγενές της Νότιας Αφρικής. Το φυτό αυτό οφείλει την κοινή του ονομασία «νύχι του διαβόλου» στην ιδιόμορφη εμφάνιση του αγκυλωτού καρπού του.

Αρκετά είδη φυτών της Βόρειας Αμερικής στο γένος Proboscidea και ορισμένα είδη Pisonia, ωστόσο, είναι επίσης γνωστά με την ίδια κοινή ονομασία. Οι κονδυλώδεις ρίζες του νυχιού του αρπαγόφυτου χρησιμοποιούνται στην παραδοσιακή ιατρική για τη μείωση του πόνου.[1] Υπάρχουν σήμερα σκευάσματα που αξιοποιούν το βασικό εκχύλισμα του είδους αυτού ως αναλγητικό ή καταπραϋντικό του πόνου (μυών ή οστών, ή αρθρώσεων).

Εξάπλωση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το είδος Harpagophytum procumbens απαντάται κυρίως στα ανατολικά και νοτιοανατολικά τμήματα της Ναμίμπιας, στη Νότια Μποτσουάνα και στην περιοχή Καλαχάρι του Βόρειου Ακρωτηρίου στη Νότια Αφρική. Το συγγενές είδος Harpagophytum zeyheni εξαπλώνεται στα βόρεια τμήματα της Ναμίμπιας και στη νότια Ανγκόλα.

Ετυμολογία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το όνομα του φυτού, Harpagophytum, προέρχεται από τις ελληνικές λέξεις, harpago που σημαίνει «αρπάγη» και phyton που σημαίνει «φυτό».[2]

Λαϊκή ιατρική[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η εθνοβοτανική χρήση του αρπαγόφυτου προήλθε από την νότια Αφρική.[3] Το είδος H. procumbens είναι ένα από τα χαρακτηριστικά φυτά της Μποτσουάνας, όπου πιστεύεται ότι είναι χρήσιμο στη θεραπεία πολλών καταστάσεων πόνου.[4]

Παρασκευάσματα του φυτού ή των εκχυλισμάτων του, όπως π.χ. η αρπαγοσίδη[5][6] (όπως και η αρπαγίδη και η προκαμπίδη) θεωρείται ότι έχουν χρήσεις στη λαϊκή ιατρική και την φυτοθεραπεία ως αντιφλεγμονώδη φυτικά φάρμακα ή συμπληρώματα διατροφής.[7] Αν και δεν υπάρχουν επιβεβαιωμένα κλινικά στοιχεία για την αποτελεσματικότητα και την βιοδιαθεσιμότητά τους, παρατηρήθηκαν περιορισμένα αποτελέσματα για τη θεραπεία του πόνου στη μέση, όπως και για την οστεοαρθρίτιδα.[7]

Ερευνητική ανασκόπηση (Cochrane) το 2016 σημείωσε ότι το αρπαγόφυτο φαίνεται να μειώνει τον πόνο στη μέση περισσότερο από το εικονικό φάρμακο, αν και τα στοιχεία ήταν μέτριας αποτελεσματικότητας στην καλύτερη περίπτωση.[8] Περαιτέρω ερευνητικές μελέτες σχετικά με τις επιπτώσεις του στον πόνο και στις φλεγμονές έδειξαν ότι αξίζει να μελετηθεί ακόμη περισσότερο.[9][10][11][12][13][14][15][16]

Παρενέργειες[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Απαιτείται προσοχή στη χρήση του. Ενδέχεται να εμφανιστούν ανεπιθύμητες παρενέργειες και αλληλεπιδράσεις φαρμάκων με μη στεροειδή αντιφλεγμονώδη φάρμακα και χρειάζεται προσοχή για καταστάσεις, όπως η εγκυμοσύνη και οι καρδιαγγειακές διαταραχές.[7]

Το αρπαγόφυτο μπορεί να προκαλέσει διάρροια και δύναται να επηρεάσει τη δράση της τικλοπιδίνης και της βαρφαρίνης.[7]

Οικολογική διαχείριση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το φυτό Harpagophytum procumbens διαβιοί σε βαθιά αμμώδη εδάφη και εμφανίζεται σε περιοχές με χαμηλές ετήσιες βροχοπτώσεις (150-300 mm/έτος). Είναι πολυετές, κονδυλώδες φυτό με έρποντα στελέχη που παράγονται ετησίως.

Οι υπέργειοι βλαστοί αναδύονται μετά τις πρώτες βροχές και ξεθωριάζουν κατά τη διάρκεια της ξηρασίας. Οι μίσχοι αναπτύσσονται από έναν πρωτεύοντα κόνδυλο και αρκετοί δευτερεύοντες κόνδυλοι (σημ. τα όργανα δηλαδή που συλλέγονται από τον άνθρωπο) αναπτύσσονται από τον πρωτεύοντα κόνδυλο στο τέλος των σαρκωδών ριζών.

Ο ώριμος καρπός ανοίγει αργά, έτσι ώστε, σε μια χρονιά, μόνο το 20-25% των σπόρων του μπορεί να έλθει σε επαφή με το έδαφος. Οι σπόροι έχουν υψηλό βαθμό λήθαργου και χαρακτηρίζονται από χαμηλό ρυθμό αναπνοής και μπορεί να παραμείνουν ενεργοί (βιώσιμοι) στην τράπεζα σπόρων για περισσότερα από 20 χρόνια.

Η βιωσιμότητα του εμπορίου του εν λόγω είδους αμφισβητείται εδώ και αρκετά χρόνια. Οι κυβερνήσεις καθεμιάς από τις χώρες στις οποίες εξαπλώνεται (Ναμίμπια, Μποτσουάνα, Νότια Αφρική) έχουν αναπτύξει πολιτικές και κανονισμούς για την προστασία του είδους, όπως και για τον καθορισμό μιας βιώσιμης συγκομιδής και την εξασφάλιση συνεχούς διαβίωσης για τους θεριστές.

Κατά καιρούς, το είδος έχει προταθεί για προστασία από τη σύμβαση για τα απειλούμενα είδη (CITES). Ωστόσο, μετά από μέτρα που ελήφθησαν, στη ζώνη της νότιας Αφρικής, για τη βιώσιμη διαχείριση του εμπορίου, η πρόταση για την προστασία του είδους τελικά αποσύρθηκε.[17]

Διάφορες μελέτες έχουν εξετάσει τις βιολογικές και τις οικολογικές απαιτήσεις συγκομιδών και μη συγκομιδών. Αρκετές πρώιμες βραχυπρόθεσμες μελέτες στη Μποτσουάνα εξέτασαν τις οικολογικές απαιτήσεις του είδους.[18][19][20][21][22][23] Άλλες, κάπως πιο πρόσφατες μελέτες, κατέγραψαν με λεπτομέρεια το είδος και τις συνθήκες ανάπτυξής του και εξέτασαν μεθόδους βιώσιμης αειφορικής συγκομιδής.[24][25][26]

Οι ερευνητές Stewart και Cole (2005)[17] εξέτασαν τους περίπλοκους οικονομικούς, κοινωνικούς και πολιτιστικούς παράγοντες που εμπλέκονται στη συγκομιδή του εν λόγω είδους. Ο Stewart (2009)[27] μελέτησε τη δομή του πληθυσμού, την πυκνότητα, την ανάπτυξη, τη θνησιμότητα και την παραγωγή σπόρων και καρπών σε συγκομισμένους και μη συγκομισμένους πληθυσμούς στις σαβάνες Καλαχάρι της Νότιας Αφρικής. Η πυκνότητα των φυτών και η δομή του πληθυσμού διέφεραν σημαντικά μεταξύ των περιοχών με υπερβόσκηση και των περιοχών όπου κυριαρχεί η χαμηλή βλάστηση, υποδηλώνοντας ότι οι διαφορές μπορεί να οφείλονται στον ανταγωνισμό για το νερό (που είναι σπάνια στην εν λόγω ζώνη) και τα θρεπτικά συστατικά.

Η πειραματική αφαίρεση δευτερογενών κονδύλων δεν ήταν σημαντικός παράγοντας θνησιμότητας σε καμία από τις τάξεις μεγέθους που συγκομίστηκαν. Η συγκομιδή επίσης δεν επηρέασε την ανάπτυξη, αν και τα φυτά της κατηγορίας μεσαίου μεγέθους αναπτύχθηκαν περισσότερο κατά τη διάρκεια της περιόδου μελέτης τόσο στους συγκομιζόμενους όσο και στους μη συγκομιζόμενους πληθυσμούς. Υπό τις συνθήκες αυτής της πειραματικής συγκομιδής, το είδος φαίνεται να είναι ανθεκτικό στη συγκομιδή, με φυτά που υποβάλλονται σε συγκομιδή να επιβιώνουν καθώς και φυτά που δεν έχουν συγκομιστεί. Ωστόσο, λόγω της χωρικά μεταβλητής φύσης του οικοτόπου του απαιτείται η συλλογή δεδομένων από πραγματικές εκτάσεις συγκομιδής από μεγάλο αριθμό φυτών για την καλύτερη κατανόηση του κύκλου ζωής του είδους Harpagophytum procumbens.

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. «Devil's claw». MedlinePlus, US National Library of Medicine, National Institute of Medicine. 2015. Ανακτήθηκε στις 29 Απριλίου 2015. 
  2. Ib Friis and Olof Ryding (Editors) Biodiversity Research in the Horn of Africa Region: Proceedings of the Third International Symposium on the Flora of Ethiopia and Eritrea at the Carlsberg Academy, Copenhagen, August 25-27, 1999 (2001), σ. 65, στα Google Books
  3. Mncwangi, N.; Chen, W.; Vermaak, I.; Viljoen, A.M.; Gericke, N. (2012). «Devil's Claw - a review of the ethnobotany, phytochemistry and biological activity of Harpagophytum procumbens». J Ethnopharmacol 143 (3): 755–71. doi:10.1016/j.jep.2012.08.013. PMID 22940241. 
  4. Pelontle, Kedirebofe (13 May 2014). «Department unveils national symbols». DailyNews. Botswana Press Agency (BOPA). Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 2017-10-27. https://web.archive.org/web/20171027232552/http://www.dailynews.gov.bw/news-details.php?nid=11294. Ανακτήθηκε στις 12 July 2016. 
  5. «Harpagoside». PubChem, US National Library of Medicine. 2016. Ανακτήθηκε στις 13 Ιουλίου 2016. 
  6. Triantafyllidis, Dimitris (27 Ιανουαρίου 2023). «Αρπαγόφυτο: Το βότανο που ανακουφίζει από τους μυοσκελετικούς πόνους». Enallaktiko.gr. Ανακτήθηκε στις 4 Μαρτίου 2023. 
  7. 7,0 7,1 7,2 7,3 «Devil's claw». MedlinePlus, US National Library of Medicine, National Institute of Medicine. 2015. Ανακτήθηκε στις 29 Απριλίου 2015. 
  8. Gagnier, J. J.; Oltean, H.; Van Tulder, M. W.; Berman, B. M.; Bombardier, C; Robbins, C. B. (2016). «Herbal Medicine for Low Back Pain: A Cochrane Review». Spine 41 (2): 116–33. doi:10.1097/BRS.0000000000001310. PMID 26630428. 
  9. Quarta, S.; Santarpino, G.; Carluccio, M. A.; Calabriso, N.; Scoditti, E.; Siculella, L.; Damiano, F.; Maffia, M. και άλλοι. (2022). «Analysis of the Anti-Inflammatory and Anti-Osteoarthritic Potential of Flonat Fast®, a Combination of Harpagophytum Procumbens DC. Ex Meisn., Boswellia Serrata Roxb., Curcuma longa L., Bromelain and Escin (Aesculus hippocastanum), Evaluated in in Vitro Models of Inflammation Relevant to Osteoarthritis». Pharmaceuticals (Basel, Switzerland) 15 (10): 1263. doi:10.3390/ph15101263. PMID 36297375. 
  10. Gxaba, N.; Manganyi, M. C. (2022). «The Fight against Infection and Pain: Devil's Claw (Harpagophytum procumbens) a Rich Source of Anti-Inflammatory Activity: 2011–2022». Molecules (Basel, Switzerland) 27 (11): 3637. doi:10.3390/molecules27113637. PMID 35684573. 
  11. Mariano, A.; Bigioni, I.; Mattioli, R.; Di Sotto, A.; Leopizzi, M.; Garzoli, S.; Mariani, P. F.; Dalla Vedova, P. και άλλοι. (2022). «Harpagophytum procumbens Root Extract Mediates Anti-Inflammatory Effects in Osteoarthritis Synoviocytes through CB2 Activation». Pharmaceuticals (Basel, Switzerland) 15 (4): 457. doi:10.3390/ph15040457. PMID 35455454. 
  12. Koycheva, I. K.; Mihaylova, L. V.; Todorova, M. N.; Balcheva-Sivenova, Z. P.; Alipieva, K.; Ferrante, C.; Orlando, G.; Georgiev, M. I. (2021). «Leucosceptoside a from Devil's Claw Modulates Psoriasis-like Inflammation via Suppression of the PI3K/AKT Signaling Pathway in Keratinocytes». Molecules (Basel, Switzerland) 26 (22): 7014. doi:10.3390/molecules26227014. PMID 34834106. 
  13. Farpour, H. R.; Rajabi, N.; Ebrahimi, B. (2021). «The Efficacy of Harpagophytum procumbens (Teltonal) in Patients with Knee Osteoarthritis: A Randomized Active-Controlled Clinical Trial». Evidence-Based Complementary and Alternative Medicine 2021: 1–8. doi:10.1155/2021/5596892. PMID 34712343. 
  14. Brochard, S.; Pontin, J.; Bernay, B.; Boumediene, K.; Conrozier, T.; Baugé, C. (2021). «The benefit of combining curcumin, bromelain and harpagophytum to reduce inflammation in osteoarthritic synovial cells». BMC Complementary Medicine and Therapies 21 (1): 261. doi:10.1186/s12906-021-03435-7. PMID 34649531. 
  15. Ncube, S. F.; McGaw, L. J.; Njoya, E. M.; Ndagurwa, H. G.; Mundy, P. J.; Sibanda, S. (2021). «In vitro antioxidant activity of crude extracts of Harpagophytum zeyheri and their anti-inflammatory and cytotoxicity activity compared with diclofenac». BMC Complementary Medicine and Therapies 21 (1): 238. doi:10.1186/s12906-021-03407-x. PMID 34556115. 
  16. González-Gross, M.; Quesada-González, C.; Rueda, J.; Sillero-Quintana, M.; Issaly, N.; Díaz, A. E.; Gesteiro, E.; Escobar-Toledo, D. και άλλοι. (2021). «Analysis of Effectiveness of a Supplement Combining Harpagophytum procumbens, Zingiber officinale and Bixa orellana in Healthy Recreational Runners with Self-Reported Knee Pain: A Pilot, Randomized, Triple-Blind, Placebo-Controlled Trial». International Journal of Environmental Research and Public Health 18 (11): 5538. doi:10.3390/ijerph18115538. PMID 34067240. 
  17. 17,0 17,1 Stewart, K.M.; Cole, D. (2005). «The commercial harvest of devil's claw (Harpagophytum spp.) in southern Africa: the devil's in the details.». Journal of Ethnopharmacology 100 (3): 225–236. doi:10.1016/j.jep.2005.07.004. PMID 16112533. 
  18. LeLoup S. (1984). An ecophysiological approach of the influence of harvest on the population dynamics of the grapple plant Harpagophytum procumbens DC. The Grapple Plant Project: Second Progress Report. Report prepared for the National Institute for Development and Research and Documentation of Botswana. 
  19. Veenendaal, E.M. (1984). Regeneration and productivity of the grapple plant Harpagophytum procumbens DC under harvesting pressure. The Grapple Plant Project: First progress report. Report prepared for the National Institute for Development and Research and Documentation of Botswana. 
  20. Burghouts, T. (1985). Water balances and productivity of the grapple plant Harpagophytum procumbens DC. The Grapple Plant Project: Fourth Progress Report. The Grapple Plant Project: First progress report. Report prepared for the National Institute for Development and Research and Documentation of Botswana. 
  21. De Jong, F.E. (1985). Further aspects of regeneration and productivity of the grapple plant Harpagophytum procumbens DC under harvesting pressure. The Grapple Plant Project: Third Progress Report. Report prepared for the National Institute for Development and Research and Documentation of Botswana. 
  22. Kok, E. (1986). Regrowth and tuber quality of juvenile grapple plants, Harpagophytum procumbens DC and their transpiration. The Grapple Plant Project: Third Progress Report. Report prepared for the National Institute for Development and Research and Documentation of Botswana. 
  23. Hulzebos, E. (1987). Fruit development and tuber production of a desert perennial, Harpagophytum procumbens. The Grapple Plant Project: Sixth Progress Report. Report prepared for the National Institute for Development and Research and Documentation of Botswana. 
  24. Hachfeld, B.· Schippmann, U. (2002). Occurrence and density of Harpagophytum procumbens in Namibia and South Africa. Proceedings of the Regional Devil’s Claw Conference 26–28 February 2002. Windhoek, Namibia (Ed CRIAASA-DC). 
  25. Hachfeld, B. (2003). Ecology and utilization of Harpagophytum procumbens (devil's claw) in southern Africa. Federal Agency for Nature Conservation, Bonn. Plant Species Conservation Monograph No. 2. 
  26. Strobach, M., Cole, D. & Schippmann, U. (2007). Population dynamics and sustainable harvesting of the medicinal plant Harpagophytum procumbens in Namibia. Unpublished report prepared for the Federal Agency for Nature Conservation, Bonn Germany. CS1 maint: Πολλαπλές ονομασίες: authors list (link)
  27. Stewart, K.M. (2009). «Effects of secondary-tuber harvest on populations of devil's claw (Harpagophytum procumbens) in the Kalahari savannas of South Africa». Journal of African Ecology 48: 146–154. doi:10.1111/j.1365-2028.2009.01093.x.