Ανώτατο Δικαστήριο Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Supreme Court of the United States
Seal of the United States Supreme Court.svg
Ιδρύθηκε4 Μαρτίου 1789, 229 χρόνια πριν[1]
ΧώραΗνωμένες Πολιτείες Αμερικής
ΤοποθεσίαΟυάσινγκτον
Συντεταγμένες38°53′26″N 77°00′16″W / 38.89056°N 77.00444°W / 38.89056; -77.00444Συντεταγμένες: 38°53′26″N 77°00′16″W / 38.89056°N 77.00444°W / 38.89056; -77.00444
Μέθοδος διορισμούΠροεδρικός διορισμός με επιβεβαίωση της Γερουσίας
Διάρκεια θητείας δικαστήΙσόβια
Αριθμός θέσεων9
Ιστοσελίδαhttps://www.supremecourt.gov/
Αρχιδικαστής
ΚάτοχοςΤζον Ρόμπερτς
Από29 Σεπτεμβρίου 2005
Δικαστές
ΌνομαΚλάρενς Τόμας
Έναρξη θητείας23 Οκτωβρίου 1991
ΌνομαΡουθ Μπέιντερ Γκινσμπουργκ
Έναρξη θητείας3 Αυγούστου 1994
ΌνομαΣτίβεν Μπρέγιερ
Έναρξη θητείας3 Αυγούστου 1994
ΌνομαΣάμιουελ Αλίτο
Έναρξη θητείας31 Ιανουαρίου 2006
ΌνομαΣόνια Σότομεγιορ
Έναρξη θητείας8 Αυγούστου 2009
ΌνομαΈλενα Κέιγκαν
Έναρξη θητείας7 Αυγούστου 2010
ΌνομαΝιλ Γκόρσατς
Έναρξη θητείας10 Απριλίου 2017
ΌνομαΜπρετ Κάβανο
Έναρξη θητείας6 Οκτωβρίου 2018

Το Ανώτατο Δικαστήριο των Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής (μερικές φορές αναφέρεται στα αγγλικά με το ακρωνύμιο SCOTUS)[2] είναι το ανώτατο δικαστήριο του ομοσπονδιακού δικαστικού σώματος των Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής. Καθιερώθηκε με το Άρθρο 3 του Αμερικανικού Συντάγματος το 1789 και είχε αρχικά περιορισμένη δικαιοδοσία για ένα μικρό εύρος υποθέσεων, όπως θέματα μεταξύ πολιτειών, και εκείνα που έχουν σχέση με πρεσβευτές. Επίσης έχει δευτεροβάθμια και τελική δικαιοδοσία σε όλες τις υποθέσεις των ομοσπονδιακών δικαστηρίων και των δικαστηρίων των πολιτειών που συσχετίζονται με συνταγματικό ή θεσπισμένο νόμο. Το Δικαστήριο έχει τη δύναμη του δικαστικού ελέγχου, την ικανότητα να ακυρώσει έναν νόμο για παραβίαση διάταξης του Συντάγματος ή να απορρίψει μια εκτελεστική πράξη ως αντισυνταγματική.[3] Ωστόσο, μπορεί να δράσει μόνο μέσα στο πλαίσιο μιας νομικής υπόθεσης πάνω στην οποία έχει δικαιοδοσία. Το Δικαστήριο μπορεί να αποφασίσει και για πολιτικές υποθέσεις, αλλά δεν έχει τη δύναμη να αποφασίσει για μη δικαιολογημένα πολιτικά ερωτήματα. Κάθε χρόνο συμφωνεί να ακούσει περίπου 100 με 150 από τις συνολικά 7.000 υποθέσεις που του ζητείται να εξετάσει.[3]

Σύμφωνα με τον ομοσπονδιακό νόμο, το Δικαστήριο αποτελείται από τον Αρχιδικαστή των Ηνωμένων Πολιτειών και οχτώ δικαστές που διορίζονται από τον Πρόεδρο και επιβεβαιώνονται από την Γερουσία. Από τη στιγμή που διορίζονται οι δικαστές έχουν ισόβια θητεία εκτός και αν παραιτηθούν, αποσυρθούν ή απομακρυνθούν μέσω καταγγελίας από το νομοθετικό κλάδο.[4] Κάθε δικαστής έχει μονή ψήφο για υποθέσεις που έχουν συζητηθεί νωρίτερα. Η ψήφος του αρχιδικαστή μετράει το ίδιο. Ωστόσο, ο αρχιδικαστής, όταν είναι στην πλειοψηφία, αποφασίζει ποιος θα γράψει την απόφαση του δικαστηρίου. Ειδάλλως, ο γηραιότερος δικαστής της πλειοψηφίας αναθέτει την εγγραφή μιας απόφασης. Σε μοντέρνες ομιλίες, οι δικαστές συχνά κατηγορούνται πως έχουν συντηρητικές, μετριοπαθή ή φιλελεύθερες φιλοσοφίες νομικής και δικαστικής ερμηνείας. Παρότι η πλειοψηφία των σημαντικών υποθέσεων του παρελθόντος κρίθηκαν ομόφωνα, μερικές φορές άλλες έχουν αποφασιστεί με διαφορά μίας ψήφου, εκθέτοντας έτσι το ιδεολογικό προφίλ των δικαστών, κάτι που δίνει βάση στις κατηγορίες. Το Δικαστήριο συνεδριάζει στο Δικαστικό Κτήριο στην Ουάσινγκτον.

Ιστορία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ήταν κατά την περίοδο που συζητιόταν η Διάκριση των εξουσιών μεταξύ του νομοθετικού και εκτελεστικού κλάδου όταν εκπρόσωποι της Συνταγματικής Συνέλευσης του 1787 καθιέρωσαν τις παραμέτρους για το εθνικό δικαστήριο. Η δημιουργία ενός τρίτου κλάδου εξουσίας, μετά τον νομοθετικό και τον εκτελεστικό, ήταν μια νέα ιδέα. Στην Αγγλική παράδοση, τα μέλη του δικαστηρίου ανήκαν στην Βασιλική εκτελεστική εξουσία. Στην αρχή μερικοί εκπρόσωποι έλεγαν πως οι εθνικές υποθέσεις μπορούσαν να επιβληθούν από τα πολιτειακά δικαστήρια, ενώ άλλοι, μεταξύ άλλων ο Τζέιμς Μάντισον, υποστήριξε μια εθνική δικαστική εξουσία αποτελούμενη από διάφορα δικαστήρια επιλεγμένα από το εθνικό νομοθετικό σώμα. Προτάθηκε επίσης ότι ο δικαστικός κλάδος θα μπορούσε να περιορίσει την εκτελεστική εξουσία ασκώντας βέτο ή αναθεωρώντας νόμους. Στο τέλος οι σχεδιαστές του δικαστικού κλάδου συμβιβάστηκαν σχεδίασαν μόνο μια γενική περιγραφή του δικαστικού κλάδου, κατοχυρώνοντας την ομοσπονδιακή δικαστική δύναμη σε "ένα ανώτατο δικαστήριο, και σε κατώτερα δικαστήρια όπως το Κονγκρέσο μπορεί κατά καιρούς να επιτάσσει και να εγκαθιστά.[5][6]

Το 1ο Κονγκρέσο των Ηνωμένων Πολιτειών Αμερικής έδωσε λεπτομερές πλάνο για ομοσπονδιακό δικαστικό σώμα μέσω του δικαστικού νόμου του 1789. Το Ανώτατο Δικαστήριο, το υψηλώτερο δικαστήριο της χώρας, θα είχε έδρα την πρωτεύουσα και αρχίκα θα αποτελούταν από τον αρχιδικαστή και 5 ακόμα δικαστές. Ο νόμος χώρισε τη χώρα σε δικαστικές περιοχές και οι περιοχές αυτές χωρίστηκαν σε τμήματα.[7] Ο πρώην πρόεδρος Τζορτζ Ουάσινγκτον όρισε τους ακόλουθους να υπηρετήσουν στο Ανώτατο Δικαστήριο: Τζον Τζέι ως αρχιδικαστής και οι Τζον Ράτλετζ, Γουίλιαμ Κάσινγκ, Ρόμπερτ Χ. Χάρισον, Τζέιμς Γουίλσον και Τζον Μπλαιρ Τζούνιορ ως δικαστές. Και οι 6 εγκρίθηκαν από την Γερουσία στις 26 Σεπτεμβρίου 1789. Ο Ρόμπερτ Χ. Χάρισον ωστόσο αρνήθηκε να υπηρετήσει. Στην θέση του ο Τζ. Ουάσινγκτον όρισε τον Τζέιμς Άιρντελ.[8]

Το Ανώτατο Δικαστήριο έκανε την πρώτη του συνεδρία στις 2-10 Φεβρουαρίου 1790 στο Ρόγιαλ Εξέιντζ (Royal Exchange) στη Νέα Υόρκη, την τότε πρωτεύουσα των Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής. [9]. Η δεύτερη συνεδρία έγινε τον Αύγουστο του ίδιου έτους.[10] Οι πρώτες συνεδρίες ήταν αφιερωμένες σε θέματα οργάνωσης και γι'αυτό οι πρώτες υποθέσεις δεν εφτάσαν εκεί μέχρι το 1791.[7] Όταν η εθνική πρωτεούσα μεταφέρθηκε στην Φιλαδέλφεια το 1790 το ίδιο έπραξε και το Ανώτατο Δικαστήριο. Αρχικά οι συνεδρίες γινόντουσαν στο Κτήριο της Ανεξαρτησίας όμως στην συνέχεια μεταφέρθηκαν στο Σίτι Χολ (City Hall) της Φιλαδέλφεια.[11]

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Lawson, Gary; Seidman, Guy (2001). «When Did the Constitution Become Law?». Notre Dame Law Review 77: 1–37. http://scholarship.law.nd.edu/ndlr/vol77/iss1/1/. 
  2. Safire, William (12 Οκτωβρίου 1997). «On language: POTUS and FLOTUS». The New York Times. Ανακτήθηκε στις 28 Σεπτεμβρίου 2018. 
  3. 3,0 3,1 «About the Supreme Court». Ουάσινγκτον: Administrative Office of the United States Courts. Ανακτήθηκε στις 28 Σεπτεμβρίου 2018. 
  4. Turley, Jonathan. «Essays on Article III: Good Behavior Clause». Heritage Guide to the Constitution. Ουάσινγκτον: The Heritage Foundation. Ανακτήθηκε στις 28 Σεπτεμβρίου 2018. 
  5. Pushaw Jr., Robert J. «Essays on Article III: Judicial Vesting Clause». Heritage Guide to the Constitution. Ουάσινγκτον: The Heritage Foundation]]. Ανακτήθηκε στις 28 Σεπτεμβρίου 2018. 
  6. Watson, Bradley C. S. «Essays on Article III: Supreme Court». Heritage Guide to the Constitution. Ουάσινγκτον: The Heritage Foundation. Ανακτήθηκε στις 28 Σεπτεμβρίου 2018. 
  7. 7,0 7,1 «The Court as an Institution». Washington, D.C.: Supreme Court of the United States. Ανακτήθηκε στις 30 Οκτωβρίου 2018. 
  8. «Supreme Court Nominations: present–1789». Ουάσινγκτον: Office of the Secretary, United States Senate. Ανακτήθηκε στις 30 Οκτωβρίου 2018. 
  9. Hodak, George (1 Φεβρουαρίου 2011). «2 Φεβρουαρίου 1790: Το Ανώτατο Δικαστήριο κάνει την πρώτη του συνεδρία». abajournal.com. Chicago, Illinois: American Bar Association. Ανακτήθηκε στις 18 Φεβρουαρίου 2019. 
  10. Pigott, Robert (2014). New York's Legal Landmarks: A Guide to Legal Edifices, Institutions, Lore, History, and Curiosities on the City's Streets. Νέα Υόρκη: Attorney Street Editions, σελ. 7. ISBN 978-0-61599-283-9. 
  11. «Building History». Ουάσινγκτον: Supreme Court of the United States. Ανακτήθηκε στις 18 Φεβρουαρίου 2019.