Αντόνι Ρουβιό ι Λιουκ

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Αντόνι Ρουβιό ι Λιουκ
Antoni Rubió i Lluch (1894).jpg
ΌνομαΑντόνι Ρουβιό ι Λιουκ
Γέννηση24 Ιουλίου 1856
Βαγιαδολίδ
Θάνατος9 Ιουλίου 1937 (80 ετών)
Βαρκελώνη
Επάγγελμα/
ιδιότητες
γλωσσολόγος, ιστορικός, φιλόλογος, ιστορικός της λογοτεχνίας, διδάσκων πανεπιστημίου και λατινολόγος
ΕθνικότηταΙσπανός
ΥπηκοότηταΙσπανία
Σχολές φοίτησηςΠανεπιστήμιο της Βαρκελώνης
Είδηιστορία
Αξιοσημείωτα έργαDiplomatari de l' Orient Català (1301-1409)
ΤέκναJordi Rubió
Commons page Πολυμέσα σχετικά με τoν συγγραφέα

Ο Αντόνι Ρουβιό ι Λιουκ (Antoni Rubió i Lluch, Βαγιαδολίδ 24 Ιουλίου 1856 - Βαρκελώνη, 9 Ιουνίου 1937) ήταν καταλανός ιστορικός, διανοούμενος, διπλωμάτης κι ελληνιστής, γιος του ποιητή Ζοακίμ Ρουβιό ι Ορς. Θεωρείτα σημαντική μορφή στην εξέλιξη της καταλανικής ιστοριογραφίας και φιλολογίας, καθώς λειτούργησε για πολλούς ως σύνδεσμος μεταξύ της ρομαντικής σχολής της Καταλανικής Αναγέννησης και της νέας σχολής του καταλανικού Νοουσεντίσμε.[1] Είναι από τους πρώτους διανοούμενους κι ερευνητές που χρησιμοποίησαν τα καταλανικά ως επιστημονική γλώσσα[1].

Ζωή και έργο[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Σπούδασε Φιλοσοφία και Φιλολογία στο Πανεπιστήμιο της Βαρκελώνης, όπου είχε ως καθηγητές τον καταλανό διανοούμενο Μανουέλ Μιλά ι Φοντανάλς και τον ελληνιστή Αντόνι Μπέργνες δε λας Κάσας και ως συμφοιτητή τον μετέπειτα φιλόλογο Μαρθελίνο Μενέντεθ Πελάγιο.[1] Αποτέλεσε σημαντικός παράγοντας για την ανάπτυξη του τμήματος Καταλανικών Σπουδών και πρώτος πρόεδρος του Ινστιτούτου Καταλανικών Σπουδών.

Είναι ένας από τους μεγαλύτερους καταλανούς ελληνιστές. Μετέφρασε στα καταλανικά και τα ισπανικά πλειάδα σύγχρονων συγγραφέων, όπως τους Βιζυηνό, Βικέλα (με τον οποίο τους ένωναν και δεσμοί φιλίας), Εφταλιώτη, Δροσίνη και Σολωμό.[2] Επίσης συγκέντρωσε και δημοσίευσε πολλά έγγραφα σχετικά με την καταλανική παρουσία στην Ελλάδα, όντας ο μοναδικός που έχει εργαστεί επιστημονικά πάνω στις σχέσεις της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας με το Στέμμα της Αραγόνας.[3]

Στις 6 Μαρτίου 1897 παρουσίασε στον πρόξενο της Ελλάδας στη Βαρκελώνη, Πέτρο Μουζόπουλο, ένα κείμενο που είχε συντάξει ο Ενρίκ Πρατ ντε λα Ρίβα και είχε ως τελικό αποδέκτη τον Γεώργιο Α΄, όπου εξέφραζε την υποστήριξη των καταλανιστικών κύκλων στη θέση της Ελλάδας στο Κρητικό Ζήτημα. Το κείμενο το είχε μεταφράσει ο ίδιος ο Ρουβιό, ενώ κατά τη διάρκεια της παράδοσης του κειμένου έκαναν την παρουσία τους καταλανικές σημαίες, κάτι που είχε ως αποτέλεσμα την αντίδραση της ισπανικής αστυνομίας.[4] Το 1903 ορίστηκε τιμητικός πρόξενος της χώρας στη Βαρκελώνη, θέση που διατήρησε μέχρι το 1930. Προηγουμένως, το 1886, η ελληνική κυβέρνηση τον είχε παρασημοφορήσει ως Ιππότη του Τάγματος του Σωτήρος.[1] Υπήρξε μέλος και της Φιλολογικού Συλλόγου Παρνασσός.

Όσον αφορά την ιστορία, υπήρξε καθηγητής πολλών μετέπειτα καταλανών ιστορικών, όπως του Φεράν Σολντεβίλα και του Ραμόν ντ' Αβαδάλ.[1]

Αναφορές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. 1,0 1,1 1,2 1,3 1,4 Balcells, Albert, Antonio Rubió i Lluch, Historiador i primer president del Institut d'Estudis Catalans. Ινστιτούτο Καταλανικών Σπουδώ, Βαρκελώνη, 2008. σελ. 32, 17, 5, 9, 15
  2. Juan M. Ribera Llopis, «La presencia de los Balcanes en la cultura catalana» στο Revista de Filología Románica, 16, 1999, σελ. 88.
  3. Πέδρο Μπάδενας δε λα Πένια, «Οι πολιτιστικές σχέσεις Ισπανίας-Ελλάδας από τον 19ο αιώνα έως σήμερα», στο Iberia Graeca, Ζιρόνα, 2012, σελ. 150.
  4. Josep Puig i Cadafalch, Memòries. Publicacions de l'Abadia de Montserrat, Βαρκελώνη, 2003, σελ. 61.