Ανάκτορα Σενμπρούν

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Συντεταγμένες: 48°11′4″N 16°18′42″E / 48.18444°N 16.31167°E / 48.18444; 16.31167

Μνημείο Παγκόσμιας
Κληρονομιάς της UNESCO
Ανάκτορα και Κήποι του Σενμπρούν
Επίσημο όνομα στον κατάλογο μνημείων Π.Κ.
Schloss Schoenbrunn August 2006 406.jpg
Χώρα μέλοςFlag of Austria.svg Αυστρία
ΤύποςΠολιτιστικό
Κριτήριαi, iv
Ταυτότητα786
ΠεριοχήΕυρώπη και Βόρεια Αμερική
Ιστορικό εγγραφής
Εγγραφή1996 (20ή συνεδρίαση)

Τα Ανάκτορα Σενμπρούν (Schloss Schönbrunn) είναι από τα σημαντικότερα και ιστορικότερα ανάκτορα της Ευρώπης. Αποτελούσαν τα θερινά ανάκτορα των Αψβούργων από τον 18ο αιώνα έως το 1918 και βρίσκονται στην Βιέννη, της οποίας και αποτελούν σήμερα σπουδαίο τουριστικό πόλο έλξης με 6,7 εκατομμύρια επισκέπτες ετησίως. Τόσο το κτιριακό συγκρότημα όσο και οι κήποι έμπροσθεν αυτού μαρτυρούν την αλλοτινή αίγλη της Αυστροουγγρικής Αυτοκρατορίας.

Ιστορία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Αρχικά το Σενμπρούν ήταν ένα μικρό κτίσμα που δημιουργήθηκε το 1570 ως βασιλικό κυνηγετικό περίπτερο (Jagdschloss) από τον Μαξιμιλιανό Β΄, ενώ ο γιός του, Αυτοκράτορας Ματθίας φρόντισε το 1612 για την επέκτασή του και λέγεται πως ήταν αυτός που του χάρισε τη σημερινή του ονομασία. Το κτίσμα εκείνο καταστράφηκε σε μεγάλο βαθμό κατά τη Δεύτερη πολιορκία της Βιέννης από τους Τούρκους το 1683.
Η κατασκευή ανακτόρου στη θέση του άρχισε από τον Αυτοκράτορα Λεοπόλδο Α΄, που έδωσε την εντολή στον αρχιτέκτονα Johann Bernhard Fischer von Erlach να σχεδιάσει ένα νέο παλάτι, το οποίο προόριζε για τον γιο του, Ιωσήφ Α΄. Το πρώτο προσχέδιο στο πρότυπο των Βερσαλλιών ήταν ουτοπικό και δαπανηρό, οπότε του δόθηκε εντολή για δεύτερο σχέδιo, ενός μικρότερου ανακτόρου. Η κατασκευή άρχισε το 1696, πλην όμως δεν ολοκληρώθηκε λόγω του θανάτου του Αυτοκράτορα Ιωσήφ Α΄ το 1711.
Τελικά το ημιτελές Σενμπρούν έγινε δώρο του Αυτοκράτορα Καρόλου ΣΤ΄ στη κόρη του Μαρία Θηρεσία, η οποία έδωσε εντολή συνέχισης των εργασιών στον αρχιτέκτονα Νικολό Πακάσσι (Nicolo Pacassi). Ο Πακάσσι προχώρησε σε πλήρη αναδόμηση του ανακτόρου σε στυλ ροκοκό και πάνω σε εντελώς νέα σχέδια, με την κατασκευή να διαρκεί από το 1743 ως το 1749, ενώ έκτισε και το ανακτορικό θέατρο (Schlosstheater Schönbrunn), όπου μετέπειτα παρουσίασαν έργα τους σημαντικοί συνθέτες, όπως ο Χάυντν και ο Μότσαρτ. Η Μαρία Θηρεσία χρησιμοποιούσε το Σενμπρούν ως θερινή αυτοκρατορική κατοικία.

Κατά την κατάληψη του Σενμπρούν από τους Γάλλους (1805-1809), το ανάκτορο αποτέλεσε την έδρα του στραταρχείου του Μεγάλου Ναπολέοντα όταν στις 14 Οκτωβρίου του 1809 υπεγράφη σε αυτό η ομώνυμη συνθήκη ειρήνης. Κατά τον ύστερο 19ο αιώνα το Σενμπρούν συνδέθηκε με τον αυτοκράτορα Φραγκίσκο Ιωσήφ, ο οποίος γεννήθηκε εκεί, έζησε όλη του τη ζωή εκεί και πέθανε μέσα στο ίδιο του το υπνοδωμάτιο το 1916. Κατά τη διάρκεια των 68 ετών που βασίλεψε, το ανάκτορο Σενμπρούν αποτέλεσε ένα Gesamtkunstwerk (συνολικό έργο τέχνης), αρχιτεκτονικής, γλυπτικής και εσωτερικής τοιχογραφίας, στοιχεία τα οποία το χαρακτήριζαν.

Σύντομη περιγραφή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ανάκτορο[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το ανάκτορο Σενμπρούν μετά την ολοκλήρωσή του ήταν για την εποχή του το μεγαλύτερο αυτοκρατορικό μέγαρο της χώρας. Κτίσθηκε στην αριστερή όχθη του Δούναβη απέναντι σε λόφο όπου δεσπόζει η μεγάλη αψίδα του θριάμβου, η λεγόμενη Γκλοριέτα. Πρόκειται για τριώροφο κεραμοσκεπές περιμετρικό οικοδόμημα σε σχήμα παραλληλογράμμου με μεγάλο εσωτερικό αίθριο χώρο (αυλή), χωρίς πυργώσεις. Από την πίσω πλευρά εκτείνεται αμφίπλευρα, κατά ένα επίπεδο χαμηλότερα μια ισόγεια, επίσης περιμετρική οικοδομή μεγαλύτερη σε μήκος του κυρίως μεγάρου. Στο κέντρο της πρόσθιας όψης, όπου βρίσκεται και η μεγάλη είσοδος, υψώνεται μεγάλο υπερυψωμένο επτάψιδο πρόστυλο χωρίς αέτωμα, θριαμβικής μορφής, στο οποίο καταλήγουν οι δύο μαρμάρινες ημικυκλικές σκάλες.

Το ανάκτορο Σενμπρούν αριθμεί συνολικά 1.441 δωμάτια, εκτός των 139 μαγειρείων που περιλαμβάνονται σ΄ αυτό. Ένα μέρος του χώρου εξυπηρετούσε τη μόνιμη αυτοκρατορική φρουρά, τους ανώτατους διπλωμάτες, καθώς και πολιτικούς και στρατιωτικούς που διέμεναν σ΄ αυτό. Τα αυτοκρατορικά όμως ενδιαιτήματα ήταν τα πλέον περίκομψα επιπλωμένα, η δε μεγάλη εσωτερική στοά επί της πλευράς της πρόσοψης είναι εξ ολοκλήρου τοιχογραφημένη από τον Γκουλιέλμι. Οι λεγόμενες "σινικές αίθουσες", η "αίθουσα του θρόνου" και των "υποδοχών" κοσμούνται με ζωγραφικούς πίνακες του Μάιτενς (Martin van Meytens). Η "γεβιλιανή αίθουσα" χρησίμευσε ως κοιτώνας του Μέγα Ναπολέοντα και μάλιστα στην ίδια κλίνη κατά παράδοξη σύμπτωση της μοίρας, στις 22 Ιουλίου του 1832 ο γιος του, Βασιλεύς της Ρώμης και Δουξ του Ράιχσταγκ, άφησε την τελευταία του πνοή.

Ανακτορικός κήπος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο χώρος πέριξ του Ανακτόρου Σενμπρούν διαμορφώθηκε σε έναν τεράστιο κήπο που χωρίζεται σε τέσσερα τεταρτημόρια με κέντρο το ανάκτορο. Τον κήπο αυτό σχεδίασε ο Ολλανδός αρχιτέκτονας Φαν Στεκχούεν κατά τον γαλλικό ρυθμό του 18ου αιώνα. Προ του ανακτόρου αναπτύσσονται κατά ζυγία, προς τον λόφο Γκλοριέτα, περίφημοι ανθώνες, εκατέρωθεν των οποίων έχουν ανεγερθεί 32 συνολικά μαρμάρινα αγάλματα, (16 ανά πλευρά), έργα όλα του Μπάιερ. Ακριβώς επί του λόφου Γκλοριέτα και έναντι του ανακτόρου έχει κατασκευαστεί η περίφημη δεξαμενή του Ποσειδώνα. Υπεράνω της δεξαμενής επί βράχου φέρεται όρθιος ο τριαινοφόρος Ποσειδώνας, ενώ ιπποπόταμοι και Τρίτωνες συνθέτουν περίφημο γλυπτό. Από τη δεξαμενή αυτή υδροδοτείται το ανάκτορο και όλος ο κήπος. Πέραν αυτών, καθένα τεταρτημόριο του κήπου στολίζεται με επιμέρους αγάλματα, ενώ στο κέντρο του καθενός φέρεται μικρή δεξαμενή με πίδακα νερού. Ο χώρος πίσω από τον λόφο Γκλοριέτα συνεχίζει με τον περίφημο "κήπο των φασιανών", όπου και υψώνεται αρχαίος ρωμαϊκός οβελίσκος και η επονομαζόμενη ωραία κρήνη "Σένερ Μπρούνεν" (Schöner Brunnen), από την οποία και έλαβε το όνομα το ανάκτορο, ενώ συνεχίζει με τον ζωολογικό κήπο και το τεράστιο αυτοκρατορικό θερμοκήπιο.

Το 1996 το ανάκτορο Σενμπρούν ανακηρύχθηκε Μνημείο Παγκόσμιας Κληρονομιάς της UNESCO (ΟΥΝΕΣΚΟ).

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • "Νεώτερον Εγκυκλοπαιδικόν Λεξικόν Ηλίου".
  • "Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια Δρανδάκη".
  • "Europäische Paläste" των R. Bentamann και H. Lickes - Wiesbaden (1970;), σ. 102, 150-151, και 170.