Αλμπερομπέλο

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Συντεταγμένες: 40°47′N 17°14′E / 40.783°N 17.233°E / 40.783; 17.233

Μνημείο Παγκόσμιας
Κληρονομιάς της UNESCO
Οι Τρούλοι του Αλμπερομπέλο
Επίσημο όνομα στον κατάλογο μνημείων Π.Κ.
Toits Alberobello (1024).jpg
Χώρα μέλοςΙταλία Ιταλία
Τύποςπολιτιστικό
Κριτήριαiii, iv, v
Ταυτότητα787
ΠεριοχήΕυρώπη και Βόρεια Αμερική
Ιστορικό εγγραφής
Εγγραφή1996 (20η συνεδρίαση)

Το Αλμπερομπέλο (ιταλικά: Alberobello, κυριολεκτικά «όμορφο δέντρο», διάλεκτος του Μπάρι: Iarubbèdde) είναι μικρή ιταλική πόλη στην επαρχία του Μπάρι, στην Απουλία, στη νοτιοανατολική Ιταλία. Έχει πληθυσμό 10.465 κατοίκους (απογραφή 2021, προσωρινά στοιχεία)[1]. Είναι μέρος της κοιλάδας της Ίτρια, βορειοδυτικά του Σαλέντο, και του καρστικού οροπεδίου της Μούρτζια. Συνορεύει με την επαρχία του Τάραντα στα νότια και με την επαρχία του Μπρίντιζι στα ανατολικά. Βόρεια, περίπου στα 20 χιλιόμετρα, βρίσκεται η Μονόπολη (Monopoli), στην ακτή της Αδριατικής Θάλασσας.

Διακρίνεται παγκοσμίως για τα μικρά ασβεστολιθικά και πέτρινα κτίσματα με κωνικές, πυραμιδικές ή θολωτές στέγες, τα οποία είναι γνωστά ως Τρούλοι. Οι «τρούλοι» είναι κατασκευές με την τέχνη της ξερολιθιάς[2] στην περιοχή της Απουλίας, δηλαδή με την παραδοσιακή τεχνική δόμησης χωρίς κανένα συνδετικό υλικό. Οι Τρούλοι του Αλμπερομπέλο θεωρούνται από τα καλύτερα σύνολα ξερολιθικών κατασκευών στην Ευρώπη και συγκαταλέγονται, από τις 6 Δεκεμβρίου του 1996, στον Κατάλογο Μνημείων Παγκόσμιας Κληρονομιάς της UNESCO.

Ετυμολογία του ονόματος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η εξήγηση του τοπωνυμίου Αλμπερομπέλο είναι αμφιλεγόμενη.[3]

Σύμφωνα με την ερμηνεία του Τζουζέπε Νοταρνικόλα (Giuseppe Notarnicola)[4], το όνομα προέρχεται από το λατινικό «arbor belli», δηλαδή «δένδρο του πολέμου». Αυτό το δένδρο ήταν μια βελανιδιά (δρυς) επιβλητικών διαστάσεων και ασυνήθιστης ομορφιάς που διατηρήθηκε μέχρι το 1830 και αναδείχθηκε σε ιερό σύμβολο λόγω των θρησκευτικών - πολιτικών - διοικητικών συγκρούσεων στην Απουλία.

Ο Έντσο Λίπολις (Enzo Lippolis) υποστηρίζει ότι το όνομα αποδίδει τη γεωφυσική και ιστορική πραγματικότητα της τοποθεσίας. Όπως αποδεικνύει σειρά εγγράφων το αρχικό όνομα της πόλης ήταν Σίλβα Αλμπορέλι (Silva Alborelli), αλλά λόγω λαθών στη μεταγραφή του ονόματος κατέληξε σε Άρμπορ Μπέλι (Arbor Belli, «δέντρο του πολέμου») και Σίλβα Άρμπορις Μπέλι (Silva Arboris Belli, «δάσος του δένδρου του πολέμου»). Ο Λίπολις θεωρεί ότι το πρωτόγονο Αλμπορέλι (Alborelli) σταδιακά μετατράπηκε σε Άλμπορ-μπ-ελι (Albor-b-elli) και τελικά σε Αλμπερομπέλο («όμορφο δέντρο») που δεικνύει την ομορφιά των δένδρων του τόσων χιλιετιών δάσους.

Ωστόσο, μεταγενέστερη μελέτη του Τζιοβάνι Λουίτζι (Giovanni Liuzzi), η οποία βασίζεται σε αρχειακή έρευνα, προτείνει ότι το όνομα Αλμπερομπέλο έχει κυριολεκτική ερμηνεία «μεγαλοπρεπής βελανιδιά». Η βελανιδιά, που έδωσε το όνομά της στην περιοχή, βρισκόταν στο Αγρόκτημα του Πέντιμα Βετράνα (Masseria di Pentima Vetrana) ή του Απίτσο (di Appiccio) κοντά στο μοναστήρι του Αγίου Δομήνικου και ήταν στοιχείο αναγνώρισης της οριογραμμής μεταξύ των περιοχών Αλμπερομπέλο και Μοτάλα. Η άποψη αυτή ενισχύεται από την απεικόνιση της περιοχής της Μοτάλα (Plan of the Territory of Mottala) σε σχέδιο του Ντονάτο Γκαλεράνο (Donato Gallerano) το 1704.

Ιστορία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η δημιουργία του οικισμού αποδίδεται στους κόμητες Ακουαβίβα του Κονβέρσο, που απέκτησαν τον έλεγχο της περιοχής λόγω της συμμετοχής τους στις Σταυροφορίες. Το 1480 ο κόμης Ιούλιος Αντόνιο Α΄ Ακουαβίβα (Giulio Antonio I Acquaviva) έλαβε διαταγή από τον βασιλιά Φερδινάνδο Α΄ της Νεάπολης, πατέρα της βασίλισσας της Ουγγαρίας Βεατρίκης της Νεάπολης, να εμποδίσει τους Οθωμανούς να αποβιβαστούν κοντά στο Οτράντο. Η εκστρατεία στέφθηκε με επιτυχία, οι Οθωμανοί υποχώρησαν αλλά ο κόμης σκοτώθηκε στη μάχη. Η βασιλική ανταμοιβή, την οποία πλέον έλαβε ο γιος του, ο Αντρέα Ματέο Γ΄ Ακουαβίβα, ήταν μια ακατοίκητη περιοχή της Μούρτζια που μέχρι τότε ανήκε στους πρίγκιπες της Μαρτίνα Φράνκα. Ο νεαρός κόμης μετέφερε περίπου 40 αγροτικές οικογένειες από το φέουδο του Νότσι (Noci) για να καλλιεργήσουν τη γη, με την υποχρέωση να του αποδίδουν τον δασμό της δεκάτης, δηλαδή το 10% της καλλιέργειας.

Ο μικρός οικισμός σταδιακά μεγάλωσε, αλλά παρατηρείται ταχεία ανάπτυξη την εποχή του κόμη Τζιάν Τζιρολάμο Β΄ Ακουαβίβα[5]. Σύμφωνα με μια υπόθεση, που υποστηρίζεται από ιστορικά έγγραφα, η ανάπτυξη του οικισμού συνδέεται με τη φοροδιαφυγή του κόμητος εις βάρος του βασιλιά της Νάπολης. Το 1635, στο κέντρο της περιοχής, ανήγειρε πανδοχείο, αίθουσα συνεστιάσεων, ταβέρνα, ορατόριο (παρεκκλήσιο) αφιερωμένο στην Παναγία του Λορέτο και στους Αγίους Κοσμά και Δαμιανό και συνέχισε την κατασκευή κατοικιών.[6]

Η αφθονία του υλικού, ιδιαίτερα του ασβεστόλιθου και της καρστικής πέτρας, σε συνδυασμό με την κατασκευή κατοικιών μόνο με ξερολιθιές, χωρίς συνεκτικό κονίαμα, εξελίχθηκε στον χαρακτηριστικό παραδοσιακό τρούλο και συνέβαλε στην επέκταση του οικισμού. Για την κατασκευή χρησιμοποιήθηκαν οι ασβεστολιθικές πλάκες κιάνκε (chianche) για τα δάπεδα και κιανκαρέλε (chiancarelle) για τις κωνικές οροφές. Οι πλάκες διέφεραν ως προς το πάχος: οι κιάνκε προέρχονταν από πέτρινες στρώσεις τουλάχιστον 8-15 εκατοστών, ενώ οι κιανκαρέλε ήταν οι πιο λεπτές.

Η προέλευση του τρούλου είναι ασαφής. Συχνά υποστηρίζεται ότι ανάγεται σε ένα σχέδιο φοροδιαφυγής από τους κόμητες της Ακουαβίβα που κυβερνούσαν την περιοχή. Η «Πραγματεία των Βαρόνων» («Pragmatica de Baronibus»), το διάταγμα που επιβλήθηκε από τους Αραγώνιους βασιλιάδες στο βασίλειο της Νεάπολης, απαγόρευε την οικοδόμηση οικισμών χωρίς την άδεια του βασιλιά, επέβαλε φόρο σε κάθε νέα οικιστική περιοχή και φορολογούσε βαριά τις υπάρχουσες. Σύμφωνα με αυτή την αφήγηση, οι κόμητες επέβαλαν στους κατοίκους τη δόμηση μόνο προσωρινών κατοικιών (ξερολιθιών) ώστε να αποσυναρμολογούνται εύκολα και γρήγορα και να αποφεύγουν τη φορολόγηση.

Υπάρχει μία καταγεγραμμένη περίπτωση αποσυναρμολόγησης ενός οικισμού τρούλων για φορολογικούς λόγους, που χρονολογείται το 1644. Αντιμετωπίζεται όμως ως μεμονωμένο περιστατικό που περιορίστηκε στην περιοχή του Αλμπερομπέλο, το μόνο αστικό περιβάλλον στο οποίο συναντάται αυτή η αγροτική αρχιτεκτονική. Η φοροδιαφυγή ως αιτιολογία δεν μπορεί να εξηγήσει ούτε την ευρεία κατανομή, ούτε τον περιορισμό των τρούλων μόνο στις περιοχές Μούρτζια και Σαλέντο. Ωστόσο, τόσο τα αρχαιολογικά όσο και τα ιστορικά αρχεία που διαθέτουμε αποδεικνύουν ότι δεν κατασκευάστηκαν τρούλοι πριν από τον 17ο αιώνα στην Απουλία.

Η εξάπλωση της αρχιτεκτονικής τρούλου θεωρείται ότι επηρεάστηκε από τη διάλυση των μεγάλων φεουδαρχικών κτημάτων, καθώς ακολούθησε η δημιουργία μικρών οικισμών, με τους αγρότες να επεκτείνουν τη γη τους και τους νεοφερμένους να εγκαθίστανται στα δάση.

Το Αλμπερομπέλο παρέμεινε φέουδο των κόμητων Ακουαβίβα που κυβερνούσαν σκληρά, με τους δικούς τους νόμους. Λόγω των μεγάλων φορολογικών βαρών και μιας σειράς θηριωδιών, επτά εκπρόσωποι της πόλης αποφάσισαν το 1797 να μεταβούν στη Νεάπολη και να παραπονεθούν στον βασιλιά. Αν και την ίδια χρονική περίοδο ο βασιλιάς βρισκόταν στον Τάραντα, οπότε δεν χρειάστηκε να ταξιδέψουν μέχρι την πρωτεύουσα, δεν κατάφεραν να τον συναντήσουν. Ωστόσο, ένας δικηγόρος από τον Τάραντα, ο Ντον Νικόλα Βιβέτζιο (Don Nicola Vivenzio) ανέλαβε την υπόθεσή τους και συνέταξε μια λεπτομερή περιγραφή των δραστηριοτήτων των κόμητων, τονίζοντας ότι είχαν επανειλημμένως παραβιάσει την «Πραγματεία των Βαρόνων». Η επιστολή αυτή, απεστάλη στον πρωθυπουργό Τζον Άκτον (Sir John Acton, 6th Baronet) στις 15 Μαΐου 1797.

Στις 27 Μαΐου 1797 ο βασιλιάς της Νεάπολης Φερδινάνδος Δ΄ ανακήρυξε το Αλμπερομπέλο βασιλική (δημόσια) πόλη[7] και το απελευθέρωσε από την εξουσία του φεουδάρχη. Στις 22 Ιουνίου 1797 εξελέγη ο πρώτος δήμαρχος της ελεύθερης πόλης, ο Φραντσέσκο Τζουζέπε Λίπολις (Francesco Giuseppe Lippolis). O Φραντσέσκο Ντ'Αμόρε (Francesco d'Amore) ανήγειρε το πρώτο σταθερό κτίριο με κονίαμα, την Κάζα Ντ'Αμόρε (Casa d'Amore). Η διώροφη κατοικία υπογράφει το πέρασμα από μια «παράνομη» πόλη σε μια «δημόσια». Η πρόσοψη φέρει την εξής λατινική επιγραφή: «EX AUCTORITATE REGIA HOC PRIMUM ERECTUM – A.D. 1797» («ΤΟ ΠΡΩΤΟ ΑΝΕΓΕΡΘΕΝ ΚΤΙΡΙΟ ΑΠΟ ΕΞΟΥΣΙΑ ΒΑΣΙΛΙΚΗ – 1797 Μ.Χ.»).

Οι Τρούλοι του Αλμπερομπέλο[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το Αλμπερομπέλο, γνωστό και ως «πρωτεύουσα των Τρούλων», είναι η μοναδική πόλη της Απουλίας όπου έχουν διατηρηθεί ολόκληρες συνοικίες με τρούλους. Το όνομα τρούλοι (trulli) μπορεί να προέρχεται είτε από τη λέξη τύρρις[8][9] (και τύρσις, turris), που σημαίνει πύργος, περιτειχισμένη πόλη ή οχυρωμένη οικία, είτε από την ελληνική λέξη θόλος[10], οικοδόμημα με καμπυλόσχημη στέγη.

Η ιδιαίτερη αρχιτεκτονική έκφραση των Τρούλων αναγνωρίστηκε από την ιταλική κυβέρνηση ήδη από το 1910 όταν χαρακτήρισε ως μνημείο τη συνοικία Μόντι (Monti) και αργότερα, το 1930, τη συνοικία Αία Πίκολα (Aia Piccola). Το οικόσημο του Αλμπερομπέλο εγκρίθηκε το 1935 και απεικονίζει μια βελανιδιά σε μπλε φόντο με δύο ιπτάμενα περιστέρια από πάνω και έναν ιππότη να πολεμά ένα λιοντάρι στον κορμό του.

Οι στέγες είναι διακοσμημένες με κορυφές που αντιπροσωπεύουν την υπογραφή του αρχιτέκτονα (master trullaro).

Η ιστορία αυτών των πολύ ειδικών κτιρίων συνδέεται με διάταγμα του Βασιλείου της Νάπολης κατά τον δέκατο πέμπτο αιώνα. Η τεχνική κατασκευής τους είναι παρόμοια με αυτήν, με την οποία κατασκευάζονταν οι πρωτόγονες καλύβες των προϊστορικών χρόνων. Κατασκευάζονταν χωρίς κονίαμα για να χρησιμεύσουν ως προσωρινά καταφύγια και αποθήκες, αλλά και ως μόνιμη κατοικία από μικροϊδιοκτήτες γης, εργάτες και αγρότες. Ο λόγος που προτιμούσαν τέτοιου είδους κατασκευές ήταν προκειμένου να αποφεύγουν τη φορολόγηση από το Βασίλειο της Νάπολης, αφού πολύ εύκολα τα κτίσματα μπορούσαν να γκρεμιστούν και να κατασκευαστούν ξανά.

Ορισμένοι μελετητές ισχυρίστηκαν ότι οι τρούλοι προέρχονται από τη Μέση Ανατολή, αναφερόμενοι στα πλίθινα μελίσσια στο Χαρράν, στα σύνορα Συρίας-Τουρκίας, που είναι –σύμφωνα με τη Βίβλο– η γενέτειρα του Αβραάμ. Αυτά τα σπίτια με κυψέλες έχουν παρόμοιο σχήμα και πιστεύεται ότι χρονολογούνται πριν από τουλάχιστον 3.000 χρόνια.

Πολιτισμός[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Μουσεία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Το Επαρχιακό Μουσείο, που στεγάζεται στη Κάζα Πέτσολα, πηγάζει από την επιθυμία να διατηρηθεί και να πει την ιστορία της περιοχής του Trulli, αναγνωρισμένο από την UNESCO το 1996 ως μνημείο παγκόσμιας κληρονομιάς.
  • Το οικομουσείο της κοιλάδας της Ίτριας ιδρύθηκε το 2010 στις πόλεις του Αλμπερομπέλο, Τσιστερτίνο, Φαζάνο, Λοκοροτόντο, Μαρτίνα Φράνκα και Μονόπολη.

Τουρισμός[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Trulli είναι το μεγαλύτερο τουριστικό αξιοθέατο, καλωσορίζοντας κάθε χρόνο εκατοντάδες χιλιάδες επισκέπτες από όλο τον κόσμο.

Υποδομές και μεταφορές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το Αλμπερομπέλο συνδέεται με το υπόλοιπο της Απουλίας μέσω σταθμού του Σιδηροδρόμων Νοτιοανατολικής Ιταλίας.

Αθλητικά[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ποδόσφαιρο[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η κύρια ομάδα ποδοσφαίρου της πόλης είναι το « ASD Ρεάλ Alberobello που παίζει στην κατηγορία Β Puglia.

Μπάσκετ[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Αθλητικός Σύλλογος Μπάσκετ Alberobello παίζει στην πρώτη κατηγορία Pugliese, ομάδα Β

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. «Bilancio demografico anno 2021 (dati provvisori) | Comune: Alberobello». demo.istat.it. Εθνικό Ινστιτούτο Στατιστικής (Ιταλία). Ανακτήθηκε στις 30 Νοεμβρίου 2021. 
  2. Η τέχνη της ξερολιθιάς συμπεριλαμβάνεται στον Αντιπροσωπευτικό Κατάλογο της Άυλης Πολιτιστικής Κληρονομιάς της Ανθρωπότητας.
  3. «Toponimo Alberobello». itrullidialberobello.it. Ανακτήθηκε στις 28 Νοεμβρίου 2021. 
  4. «Giuseppe Notarnicola (Personaggi)». cronistoria.santimedici.net. Ανακτήθηκε στις 28 Νοεμβρίου 2021. 
  5. «Giangirolamo ΙΙ Acquaviva d'Aragona». it.wikipedia.org. Ανακτήθηκε στις 28 Νοεμβρίου 2021. 
  6. Το 1649 κατηγορήθηκε από τις ισπανικές αρχές για φεουδαρχικές καταχρήσεις και φυλακίστηκε μέχρι το 1665.
  7. Οι βασιλικές πόλεις (città reggia) ήταν πόλεις και μικρότερα κέντρα της νότιας Ιταλίας και της Σαρδηνίας, κατά τον Μεσαίωνα και τη σύγχρονη εποχή, που εξαρτώνταν άμεσα από τον βασιλιά. Ονομάζονταν και δημόσιες πόλεις (universitas). Ήταν οι πόλεις εκείνες που η κεντρική εξουσία τις θεωρούσε σημαντικές, ως προς την οικονομία, τον πληθυσμό και κυρίως τον στρατηγικό τους ρόλο εντός του βασιλείου. Την κεντρική εξουσία αντιπροσώπευε ένας κυβερνήτης που στελνόταν εκεί. Όλες οι πόλεις, βασιλικές ή φεουδαρχικές, είχαν τα δικά τους διοικητικά και δικαστικά όργανα (δήμαρχος, δικαστές κ.λπ.), αλλά οι βασιλικές πόλες απολάμβαναν μεγαλύτερη αυτονομία. Οι φεουδαρχικές πόλεις μπορούσαν να γίνουν βασιλικές εάν εξαγόραζαν την ελευθερία τους από τον φεουδάρχη, πληρώνοντας το ποσό που αντιστοιχούσε στην αξία τους, και στη συνέχεια ζητούσαν να εισέλθουν στη βασιλική (κρατική) περιουσία.
  8. «τύρσις». lsj.gr. Ανακτήθηκε στις 11 Δεκεμβρίου 2021. 
  9. Παπαθανασίου, Μανώλης. «Περί Κάστρων. «Ονομάτων Επίσκεψις»». kastra.eu. Ανακτήθηκε στις 11 Δεκεμβρίου 2021. 
  10. «θόλος». lsj.gr. Ανακτήθηκε στις 11 Δεκεμβρίου 2021.