Αλλανίτης

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Αλλανίτης
Allanite-36988.jpg
Αλλανίτης. Προέλευση: Κεμπέκ, Καναδάς.
Γενικά
ΚατηγορίαΣωροπυριτικά, ομάδα επιδότου
Χημικός τύπος(Ce,Ca,Y,La)2(Al,Fe+3)3(SiO4)3(OH)
Ορυκτολογικά χαρακτηριστικά
Πυκνότητα3,93 gr/cm3
ΧρώμαΣκούρο καφέ ως μαύρο, καφέ ως πράσινο σε λεπτές τομές
Σύστημα κρυστάλλωσηςΜονοκλινές
ΚρύσταλλοιΤραπεζοειδείς, πρισματικοί ή βελονοειδείς
ΥφήΣυμπαγής, κοκκώδης. Συχνά παρενεσπαρμένος
ΔιδυμίαΠολυσύνθετη, συχνή κατά {100}
Σκληρότητα5,5 - 6
ΣχισμόςΑτελής {001}, ατελέστατος {100} και {110}
ΘραύσηΑνώμαλη έως κογχοειδής
ΛάμψηΗμιμεταλλική, υαλώδης ή ρητινώδης
Γραμμή κόνεωςΓκρι
ΠλεοχρωισμόςΙσχυρός. Πρασινωπός, καφέ έως φαιοκόκκινος
ΔιαφάνειαΑδιαφανής, ημιδιαφανής σε λεπτές τομές
ΠαρατηρήσειςΣυχνά ραδιενεργός και μεταμικτικός

Ο αλλανίτης (Allanite), γνωστός επίσης και ως ορθίτης (orthite) είναι το πλέον κοινό ορυκτό των σπανίων γαιών και οικονομικά εκμεταλλεύσιμο καθώς μπορεί να αποτελείται από ποσοστό έως 20% από αυτά τα μέταλλα. Συχνά εμφανίζεται ραδιενεργός, κυρίως λόγω της παρουσίας θορίου στη σύστασή του. Το όνομά του αποδόθηκε προς τιμήν του Σκώτου ορυκτολόγου Τόμας Άλλαν (Thomas Allan, 1777 - 1833), ο οποίος και τον πρωτοεντόπισε.

Εμφάνιση, παραγενέσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ανάλογα με το μέταλλο που επικρατεί στη σύστασή του, διακρίνεται σε:

  • Δημητριούχο αλλανίτη (επικρατεί το Δημήτριο)
  • Λανθανιούχο αλλανίτη (επικρατεί το Λανθάνιο)
  • Υττριοαλλανίτη (επικρατεί το Ύττριο)

Ανευρίσκεται ως συνοδό ορυκτό σε αρκετούς γρανίτες ή γρανιτικούς πηγματίτες, συηνίτες, σπανιότερα σε γάββρους. Σπάνια απαντά σε πετρώματα από μεταμόρφωση των ανωτέρω, σχιστολίθους ή γνευσίους και σε ασβεστολίθους από μεταμόρφωση επαφής. Ανευρίσκεται, επίσης, ως κλαστικό συστατικό σε μερικά ιζήματα. Συνδέεται με επίδοτο, μοσχοβίτη και φθορίτη.

Ανευρίσκεται σε πολλές περιοχές του πλανήτη, αλλά οικονομική σημασία έχουν τα κοιτάσματά του στο Alluk (Γροιλανδία), στο Ytterby και Finbo (Σουηδία), στις περιοχές Arendal και νήσο Hittero (Νορβηγία) και σε περιοχές στη Φινλανδία. Επίσης στην περιοχή Ίλμεν των Ουραλίων στη Ρωσία, στην περιοχή Ariege της Γαλλίας (σε αποθέσεις τάλκη) και σε αρκετές περιοχές των ΗΠΑ (κυρίως σε πηγματίτες) και στο Οντάριο (Καναδάς). Υπάρχει, επίσης, στο Μεξικό, τη Μοζαμβίκη και τη Νέα Νότια Ουαλία στην Αυστραλία.

Στην Ελλάδα ανευρίσκεται στη νήσο Σέριφο.

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Δείτε επίσης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Βιβλιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Frederick H. Pough, Roger Tory Peterson, Jeffrey (PHT) Scovil, A Field Guide to Rocks and Minerals, Houghton Mifflin Harcourt, 1988 ISBN 039591096X
  • Walter Schumann, R. Bradshaw, K. A. G. Mills, Handbook of Rocks, Minerals and Gemstones, Houghton Mifflin Harcourt, 1993 ISBN 0395511372
  • S. S. Augustithis, Atlas of the textural patterns of ore minerals and metallogenic proccesses, Walter de Gruyter, ISBN 3110136392

Σημειώσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]