Αθεϊστικός Σατανισμός

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Το Σίγιο του Μπαφομέτ είναι το επίσημο σύμβολο του Σατανισμού του ΛαΒέι και της Εκκλησίας του Σατανά.

Ο Αθεϊστικός Σατανισμός ή Λαβεϊνιστικός Σατανισμός είναι μια θρησκεία που ιδρύθηκε το 1966 από τον Αμερικανό αποκρυφιστή και συγγραφέα Άντον Σάντορ ΛαΒέι. Μελετητές της θρησκείας την έχουν ταξινομήσει ως νέο θρησκευτικό κίνημα και μορφή δυτικού εσωτερισμού. Πρόκειται για ένα από τα αρκετά διαφορετικά κινήματα που περιγράφουν τον εαυτό τους ως μορφές Σατανισμού.

Ο ΛαΒέι καθιέρωσε τον Λαβεϊνιστικό Σατανισμό στην αμερικανική πολιτεία της Καλιφόρνια με την ίδρυση της Εκκλησίας του Σατανά την Βαλπουργιανή Νύχτα (30 Απριλίου προς 1 Μαΐου) του 1966, την οποία κήρυξε ως «το Έτος Ένα» της «Εποχής του Σατανά». Οι ιδέες του επηρεάστηκαν έντονα από τις ιδέες και τα γραπτά των Friedrich Nitzsche και Ayn Rand. Η Εκκλησία μεγάλωσε υπό την ηγεσία του ΛαΒέι, με την ίδρυση περιφερειακών σπηλιών (grottos) στις Ηνωμένες Πολιτείες. Ορισμένες από αυτές αποσπάστηκαν από την Εκκλησία για να σχηματίσουν ανεξάρτητες σατανικές οργανώσεις στις αρχές της δεκαετίας του 1970. Το 1975, ο ΛαΒέι κατάργησε το σύστημα των grottos, ενέργεια μετά από την οποία ο σατανισμός έγινε ένα κατά πολύ λιγότερο οργανωμένο κίνημα, αν και παρέμεινε έντονα επηρεασμένος απ' τα γραπτά του ΛαΒέι. Τα επόμενα χρόνια, μέλη της Εκκλησίας έφυγαν για να ιδρύσουν τις δικές τους οργανώσεις, που επίσης ακολουθούν τον Σατανισμό του ΛαΒέι, μεταξύ των οποίων η πρώτη Εκκλησία του Σατανά του John Dewey Allee και η Πρώτη Σατανική Εκκλησία της Κάρλα ΛαΒέι.

Τα δόγματα της θρησκείας είναι κωδικοποιημένα στο βιβλίο του ΛαΒέι, τη Σατανική Βίβλο. Η θρησκεία είναι υλιστική, απορρίπτοντας την ύπαρξη υπερφυσικών όντων, τον δυϊσμό σώματος-ψυχής και τη μετά θάνατον ζωή. Οι ασκούμενοι σ' αυτήν δεν πιστεύουν ότι ο Σατανάς κυριολεκτικά υπάρχει και δεν τον λατρεύουν. Αντ' αυτού, ο Σατανάς νοείται ως ένα θετικό αρχέτυπο που αντιπροσωπεύει την υπερηφάνεια, την καρνικότητα (σαρκισμό) και τη φώτιση. Αγκαλιάζεται επίσης ως σύμβολο της περιφρόνησης απέναντι στις Αβρααμικές θρησκείες, τις οποίες οι Λαβεινιστές επικρίνουν για την καταστολή των φυσικών ενστίκτων της ανθρωπότητας και την ενθάρρυνση του ανορθολογισμού. Η θρησκεία προπαγανδίζει μια φυσιοκρατική κοσμοθέαση, βλέποντας την ανθρωπότητα ως ζώα που υπάρχουν σε ένα μη-ηθικό σύμπαν. Προωθεί μια φιλοσοφία βασισμένη στον ατομικισμό και τον εγωισμό, συνδυασμένη με τον κοινωνικό δαρβινισμό και τον αντι-εξισωτισμό.

Ο Σατανισμός του ΛαΒέι περιλαμβάνει την πρακτική της μαγείας, η οποία διακρίνεται σε δύο ξεχωριστούς τύπους. τη μείζονα και την ελάσσονα μαγεία. Η μείζων μαγεία είναι μια μορφή τελετουργικής πρακτικής και εννοείται ως ψυχοδραματική κάθαρση με σκοπό να εστιάσει τη συναισθηματική ενέργεια κάποιου σ' έναν συγκεκριμένο σκοπό. Αυτές οι τελετουργίες βασίζονται σε τρία κύρια ψυχο-συναισθηματικά θέματα, τη συμπόνια (αγάπη), τη καταστροφή (μίσος) και το σεξ (λαγνεία). Η ελάσσων μαγεία είναι η πρακτική της χειραγώγησης μέσω της εφαρμοσμένης ψυχολογίας και της λάμψης (ή αλλιώς μέσω της "πονηριάς και της πανουργίας") προκειμένου να μεταστραφεί ένα άτομο ή μια κατάσταση σύμφωνα με τη θέλησή κάποιου.

Ορισμός[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Σατανισμός του Λαβέι  - ο οποίος μερικές φορές αποκαλείται και «Σύγχρονος Σατανισμός» ή «Ορθολογικός Σατανισμός» - έχει ταξινομηθεί από μελετητές των θρησκευτικών σπουδών ως νέο θρησκευτικό κίνημα. Όταν χρησιμοποιείται, ο όρος «Ορθολογικός Σατανισμός» συχνά εξυπηρετεί τη διάκριση ανάμεσα στην προσέγγιση των Σατανιστών του ΛαΒέι και στον «Εσωτερικό Σατανισμό» (κυριολεκτικό-θεϊστικό) που αγκαλιάζεται από ομάδες όπως ο Ναός του Σετ. Ορισμένοι επιστήμονες των θρησκευτικών σπουδών τον έχουν χαρακτηρίσει επίσης ως μορφή «αυτο-θρησκείας» ή «αυτο-πνευματικότητας», με τη μελετητή των θρησκευτικών σπουδών Amina Olander Lap να υποστηρίζει ότι θα έπρεπε να ιδωθεί ταυτόχρονα ως μέρος της «πτέρυγας της ευημερίας» του αυτο-πνευματικού κινήματος της Νέας Εποχής και ως μια μορφή του Κινήματος του Ανθρώπινου Δυναμικού. Αντιθέτως, ο μελετητής του Σατανισμού Jesper Aa. Petersen προτιμούσε να αντιμετωπίζει τον Σύγχρονο Σατανισμό ως «ξάδερφο» των κινημάτων της Νέας Εποχής και του Ανθρώπινου Δυναμικού.

Η ανθρωπολόγος Jean La Fontaine περιέγραψε τον Σατανισμό του ΛαΒέι ως έχοντα «τόσο ελιτίστικα όσο και αναρχικά στοιχεία», επικαλούμενη ταυτόχρονα και έναν ιδιοκτήτη αποκρυφιστικού βιβλιοπωλείου ο οποίος αναφέρεται στην προσέγγιση της Εκκλησίας του ΛαΒέι ως «αναρχικό ηδονισμό». Στη μελέτη τους για τον σατανισμό, οι μελετητές των θρησκευτικών σπουδών Asbjørn Dyrendal, James R. Lewis και Jesper Aa. Petersen υπαινίσσονται ότι ο ΛαΒέι έβλεπε τη θρησκεία του ως μια «αντινομιακή αυτο-θρησκεία για τους κοινωνικά απροσάρμοστους, με μια κυνική καρναβαλική αντίληψη ζωής και κανένα υπερφυσικισμό» (;). Ο κοινωνιολόγος της θρησκείας James R. Lewis περιέγραψε ακόμη τον Σατανισμό του ΛαΒέι ως «μια μίξη Επικουρισμού και φιλοσοφίας της Ayn Rand, με μια γεύση τελετουργικής μαγείας». Ο ιστορικός της θρησκείας Mattias Gardell περιέγραψε τη θρησκεία του ΛαΒέι ως μια «εγωιστική ορθολογική ιδεολογία του ηδονισμού και της αυτο-συντήρησης», ενώ ο Nevill Drury χαρακτήρισε τον Σατανισμό του ΛαΒέι ως «θρησκεία της αυτο-επιείκειας/κατάφασης» Έχει επίσης περιγραφεί ως «θέσμιση του Μακιαβελικού συμφέροντος».

Η Εκκλησία του Σατανά απορρίπτει όλες τις άλλες οργανώσεις που ισχυρίζονται πως είναι σατανικές θεωρώντας τες ως «λατρευτές του Διαβόλου». Ο διακεκριμένος ηγέτης της Εκκλησίας Blanche Barton περιέγραψε τον Σατανισμό ως «μια ευθυγράμμιση (με τα θέλω), ένα τρόπο ζωής». Ο ΛαΒέι και η Εκκλησία του υιοθέτησαν την άποψη ότι «οι Σατανιστές γεννιούνται, δεν γίνονται», ότι είναι ξένοι (ως προς την υπόλοιπη κοινωνία) από τη φύση τους, ζώντας με τον τρόπο που αυτοί θεωρούν κατάλληλο (χωρίς να ακολουθούν τις κοινωνικές νόρμες) και αυτο-συνειδητοποιούνται μέσω μιας θρησκείας που εκλύει τη πραγματική σατανιστική φύση, οδηγώντας τους στο να συνειδητοποιήσουν ότι είναι Σατανιστές μέσω της εξεύρεσης ενός συστήματος πεποιθήσεων που είναι σύμφωνο με τη δική τους προοπτική και τρόπο ζωής.

Οι πεποιθήσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η Σατανική Βίβλος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η Σατανική Βίβλος τυπώθηκε το 1969 και έκτοτε έχει μεταφραστεί σε διάφορες γλώσσες. Ο Lewis ισχυρίστηκε ότι παρόλο που οι Σατανιστές του ΛαΒέι δεν αντιμετωπίζουν την Σατανική Βίβλο ως ιερό κείμενο (θεόπνευστο) όπως πολλές άλλες θρησκευτικές ομάδες αντιμετωπίζουν τα ιερά τους κείμενα, ωστόσο εξακολουθεί να θεωρείται ως ένα επίσημο έγγραφο το οποίο λειτουργεί αποτελεσματικά ως γραφή μέσα στην σατανιστική κοινωνία. Ειδικότερα, ο Lewis επισήμανε ότι πολλοί σατανιστές - τόσο μέλη της Εκκλησίας του Σατανά όσο και άλλες ομάδες - επικαλούνται χωρία της είτε για να νομιμοποιήσουν τη δική τους θέση είτε για να απο-νομιμοποιήσουν τις θέσεις άλλων σε μια αντιπαράθεση. Επίσης πολλές άλλες σατανικές ομάδες αλλά και μεμονωμένοι σατανιστές που δεν αποτελούν μέρος της Εκκλησίας του Σατανά αναγνωρίζουν το έργο του ΛαΒέι ως έχον σημαντική επιρροή.

Πολλοί σατανιστές αποδίδουν τη μεταστροφή τους ή τις ανακαλύψεις τους περί Σατανισμού στη Σατανική Βίβλο, με το 20% των ερωτηθέντων σε μια έρευνα του James Lewis να αναφέρει πως η Σατανική Βίβλος επηρέασε απευθείας τη μεταστροφή τους. Για τα μέλη της Εκκλησίας, το βιβλίο λέγεται ότι λειτουργεί όχι μόνο ως μια συλλογή ιδεών, αλλά και ως κριτήριο της αυθεντικότητας του ισχυρισμού κάποιου ότι είναι σατανιστής. Τα γραπτά και οι διδασκαλίες του ΛαΒέι λειτουργούν ως «ακρογωνιαίοι λίθοι» μέσα στην Εκκλησία και έχουν συμπληρωθεί με τα γραπτά του τελευταίου Αρχιερέα, του Gilmore, που συγκεντρώνονται στο βιβλίο του, Τα Σατανικά Γραπτά.

Η Σατανική Βίβλος έχει περιγραφεί ως το σημαντικότερο έγγραφο από άποψη επιρροής στον σύγχρονο σατανισμό. Το βιβλίο περιέχει τις βασικές αρχές του σατανισμού και θεωρείται το θεμέλιο της φιλοσοφίας και του δόγματος του. Στην ιστοσελίδα της, η Εκκλησία του Σατανά παροτρύνει όποιον επιθυμεί να μάθει για τον Σατανισμό του ΛαΒέι, να διαβάσει τη Σατανική Βίβλο, δηλώνοντας ότι αυτό «ισοδυναμεί με την κατανόηση τουλάχιστον των βασικών στοιχείων του Σατανισμού». Ο Petersen σημείωσε ότι είναι «κατά πολλούς τρόπους το κεντρικό κείμενο της Σατανικής κοινότητας», με την Lap παρομοίως να πιστοποιεί την κυρίαρχη θέση του μέσα στο ευρύτερο σατανιστικό κίνημα. Ο David G. Bromley το αποκαλεί «εικονοκλαστικό» και «τη γνωστότερη και με μεγαλύτερη επιρροή δήλωση της σατανικής θεολογίας». Ο Eugene V. Gallagher λέει ότι οι Σατανιστές χρησιμοποιούν τα γραπτά του ΛαΒέι «ως φακούς μέσω των οποίων βλέπουν τον εαυτό τους, την ομάδα τους και τον Κόσμο.» Δηλώνει επίσης: «Με μια ξεκάθαρη εκτίμηση της πραγματικής ανθρώπινης φύσης, με μια αγάπη για τελετουργία και πομπή, και με μια ροπή προς την ειρωνεία, η Σατανική Γραφή του ΛαΒέι αποτελεί ένα ευαγγέλιο αυτο-επιείκειας που, όπως ισχυρίστηκε, θα αγκαλιάσει οποιοσδήποτε αντιμετωπίζει την πραγματικότητα νηφάλια».

Αθεϊσμός και Σατανάς[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο ΛαΒέι ήταν άθεος, απορρίπτοντας την ύπαρξη όλων των θεών. Κατά συνέπεια, ο ΛαΒέι και η Εκκλησία του δεν πιστεύουν στον Σατανά ως μια οντότητα που κυριολεκτικά υπάρχει και δεν ενθαρρύνουν τη λατρεία του ως θεότητα. Αντ 'αυτού, η χρήση του Σατανά ως κεντρικής φιγούρας είναι σκόπιμα συμβολική. Ο ΛαΒέι προσπάθησε να εδραιώσει το σύστημα των πεποιθήσεών του εντός της κοσμικής κοσμοθεωρίας που προέκυψε από τις φυσικές επιστήμες, κάτι που του παρείχε μια αθεϊστική βάση με την οποία επέκρινε τον Χριστιανισμό και άλλες υπερφυσικές πεποιθήσεις. Δικαιολόγησε τη θρησκεία του ισχυριζόμενος πως πρόκειται για τη λογική της φύσης, αντιπαραθέτοντας την με αυτό που έβλεπε ως υπερφυσικό παραλογισμό των καθιερωμένων θρησκειών. Όρισε δε τον Σατανισμό ως «μια κοσμική φιλοσοφία του ορθολογισμού και της αυτο-συντήρησης (φυσικό νόμο, ζωική κατάσταση), περιβάλλοντας αυτές τις ιδέες με θρησκευτικά φτιασίδια για να ενισχύσει την ελκυστικότητα τους». Κατ' αυτόν τον τρόπο ο Σατανισμός του ΛαΒέι έχει περιγραφεί ως μια «αντι-θρησκευτική θρησκεία» από τον van Luijk. Ακόμα ο ΛαΒέι δεν πίστευε σε καμία μεταθανάτια ζωή.

Αντί της λατρείας του Διαβόλου ως πραγματικής φιγούρας, η εικόνα του Σατανά αγκαλιάζεται λόγω της σύνδεσής του με την κοινωνική αντι-συμβατικότητα και την εξέγερση ενάντια στο κυρίαρχο σύστημα. Ο ΛαΒέι αγκάλιασε την εικονογραφία του Σατανά και την ετικέτα του «Σατανιστή» επειδή σόκαραν τους ανθρώπους στη σκέψη (αποτελώντας έτσι ένα πρώτο φίλτρο των ατόμων που θα έρχονταν σ' επαφή με τον ίδιο και την Εκκλησία του - απωθούσε δηλ. όσους λειτουργούσαν με την λογική του κοινωνικού κοπαδιού, ελιτισμός) και όταν ρωτήθηκε για τη θρησκεία του, δήλωσε ότι «ο λόγος που ονομάζεται "Σατανισμός" είναι επειδή ως όρος είναι διασκεδαστικός, ακριβής και δυναμικός».

Ο ΛαΒέι εννοούσε επίσης τον Σατανά ως σύμβολο της ζωτικότητας του ατόμου (της επιθυμίας του για αυτο-συντήρηση και ευημερία), αντιπροσωπεύοντας έτσι μια αυτόνομη δύναμη μέσα του αλλά και ως αναπαράσταση της προσωπικής ελευθερίας και του ατομικισμού. Σε όλη τη Σατανική Βίβλο, η άποψη του Λαβεϊνιστικού Σατανισμού για τον θεό περιγράφεται ως ο αληθινός «εαυτός» του σατανιστή - μια προβολή της προσωπικότητας του - όχι ως μια εξωτερική θεότητα. Σε έργα όπως η Σατανική Βίβλος, ο ΛαΒέι συχνά χρησιμοποιεί τους όρους «θεός» και «Σατανάς» εναλλάξ, βλέποντας και τους δύο ως προσωποποιήσεις της ανθρώπινης φύσης.

Παρά τον δηλωμένο αθεϊσμό του, μερικά αποσπάσματα των γραπτών του ΛαΒέι αφήνουν περιθώρια για μια κυριολεκτική ερμηνεία του Σατανά και ορισμένα μέλη της Εκκλησίας του αντιλήφθηκαν τον Διάβολο ως μια οντότητα που πραγματικά υπάρχει. Είναι πιθανόν ο ΛαΒέι να άφησε κάποια αμφισημία στα γραπτά του, ώστε να μην απομακρύνει τα μέλη της Εκκλησίας που ήταν θεϊστικοί Σατανιστές. Τόσο τα γραπτά του ΛαΒέι όσο και οι εκδόσεις της Εκκλησίας συνεχίζουν να αναφέρονται στον Σατανά σαν να επρόκειτο για ένα πραγματικό ον, προσπαθώντας έτσι να ενισχύσουν το αυτο-ενδιαφέρον του Σατανιστή.

Ο ΛαΒέι χρησιμοποίησε τον Χριστιανισμό ως αρνητικό καθρέφτη για τη νέα του πίστη, με τον Σατανισμό του ΛαΒέι να απορρίπτει τις βασικές αρχές και τη θεολογία της χριστιανικής πίστης. Θεωρεί τον Χριστιανισμό - παράλληλα με άλλες μεγάλες θρησκείες και φιλοσοφίες όπως ο ανθρωπισμός και η φιλελεύθερη δημοκρατία - ως μια πολύ αρνητική δύναμη στην ανθρωπότητα. Οι Σατανιστές του ΛαΒέι αντιλαμβάνονται τον Χριστιανισμό ως ένα ψέμα που προάγει τον ιδεαλισμό, την αυτο-υποτίμηση, την αγελαία συμπεριφορά και τον ανορθολογισμό. Απ' την άλλη, οι ΛαΒεινιστές βλέπουν τη θρησκεία τους ως μια δύναμη αποκατάστασης της ισορροπίας με την ενθάρρυνση του υλισμού, του εγωισμού, της (κοινωνικής) διαστρωμάτωσης, της καρνικότητας (σαρκισμού), του αθεϊσμού και του κοινωνικού Δαρβινισμού. Ο Σατανισμός του ΛαΒέι ήταν ιδιαίτερα επικριτικός απέναντι σ' αυτό που αντιλαμβανόταν ως άρνηση της ζωικής φύσης της ανθρωπότητας απ' τον Χριστιανισμό και αντίθετα καλεί σε εορτασμό και απόλαυση αυτών των επιθυμιών. Μ' αυτόν τον τρόπο, δίνει έμφαση μάλλον στο σαρκικό παρά στο πνευματικό.

Ανθρώπινη Φύση και η Κοινωνία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Σατανισμός του ΛαΒέι έχει χαρακτηριστεί ως ανήκων στην πολιτική δεξιά περισσότερο παρά στην πολιτική αριστερά. Ο ιστορικός του σατανισμού Ruben van Luijk τον χαρακτήρισε ως μια μορφή «αναρχισμού της Δεξιάς». Ο ΛαΒέι ήταν αντι-εξισωτιστής και ελιτιστής, πιστεύοντας στη θεμελιώδη ανισότητα των διαφορετικών ανθρώπινων όντων. Η φιλοσοφία του είχε τον Κοινωνικό Δαρβινισμό ως βάση, και είχε επηρεαστεί απ' τα γραπτά των Herbert Spencer, Friedrich Nietzsche και της Ayn Rand. Ο ΛαΒέι είχε δηλώσει πως ο Σατανισμός του ήταν «απλά η φιλοσοφία της Ayn Rand με την προσθήκη τελετής και τελετουργίας». Αν και χαρακτήριζε τον ΛαΒέι ως Νιτσεϊκό, ο μελετητής των θρησκευτικών σπουδών Asbjørn Dyrendal, πίστευε ότι η «προσωπική σύνθεση του ΛαΒέι φαίνεται να είναι ξεκάθαρα δική του δημιουργία, παρ' όλο που τα διάφορα συστατικά της ήταν κατά καιρούς πολύ ορατά». Ο Κοινωνικός Δαρβινισμός είναι ιδιαίτερα παρατηρήσιμος στο Βιβλίο του Σατανά, όπου ο ΛαΒέι χρησιμοποιεί αποσπάσματα απ' το βιβλίο Might is Right του Redbeard καθώς και αναφορές στη σύμφυτη ανθρώπινη δύναμη και το ένστικτο της αυτο-συντήρησης.

Για τον ΛαΒέι, ο άνθρωπος είναι ρητά ιδωμένος ως ένα ζώο, το οποίο δεν έχει άλλο σκοπό εκτός από την επιβίωση του ικανότερου, ενώ υφίσταται και σ' ένα μη-ηθικό συγκείμενο. Πίστευε δε ότι υιοθετώντας μια φιλοσοφική πίστη στην υπεροχή της έναντι των άλλων ζώων, η ανθρωπότητα έχει γίνει «το πιο φαύλο/μοχθηρό ζώο όλων». Για τον ΛαΒέι, τα μη-ανθρώπινα ζώα και τα παιδιά αντιπροσωπεύουν ένα ιδανικό, «την αγνότερη μορφή σαρκικής ύπαρξης», επειδή δεν έχουν (ακόμα) κατηχηθεί με χριστιανικές και άλλες θρησκευτικές έννοιες που θα τους εμφυσούσαν την ντροπή και την ενοχή (για την φυσική τους περιβολή και τις επιθυμίες τους). Οι ηθικές του απόψεις εστιάζουν στην απόδοση προτεραιότητας στον εαυτό και την οικογένεια κάποιου, στην ανησυχία για τις δικές του υποθέσεις και -για τους άνδρες- στο να συμπεριφέρονται σαν gentlemen. Όσον αφορά δε την αντίδραση σε απειλές και βλάβες, προάγει την πολιτική του ανταποδοτικού νόμου (lex talionis), αντιστρέφοντας έτσι μια βιβλική χριστιανική διδασκαλία και λέγοντας πως "Αν κάποιος σε χτυπήσει στο ένα μάγουλο, σπάσε του το άλλο".

Ο Σατανισμός του ΛαΒέι δίνει ιδιαίτερη έμφαση στον ρόλο της ατομικής ελευθερίας (ως μέσο αυτο-πραγμάτωσης). Ο ΛαΒέι πίστευε ότι ο ιδανικός Σατανιστής θα έπρεπε να είναι ατομικιστικός και αντι-συμβατικός, απορρίπτοντας αυτό που αποκαλούσε «άχρωμη ύπαρξη» την οποία η συμβατική πλειοψηφία της κοινωνίας επιδίωκε να επιβάλει σ' όλους εκείνους που ζουν μέσα της. Απέρριπτε επίσης τον καταναλωτισμό και αυτό που αποκαλούσε «νεκρο-κουλτούρα» της μόδας (στοιχεία μαζοποιήσης). Εξήρε το ανθρώπινο εγώ για να ενθαρρύνει την ατομική υπερηφάνεια, τον αυτο-σεβασμό και την αυτο-πραγμάτωση και ακολούθως πίστευε στην ικανοποίηση των επιθυμιών του εγώ. Εξέφρασε την άποψη ότι η αυτο-κατάφαση ήταν ένα επιθυμητό χαρακτηριστικό και ότι το μίσος και η επιθετικότητα δεν ήταν λανθασμένα ή ανεπιθύμητα συναισθήματα αλλά ότι στηρίζουν και αναβαθμίζουν τη ζωή. Κατά συνέπεια, επαίνεσε τα Επτά Θανάσιμα Αμαρτήματα ως αρετές που ήταν ευεργετικές για το άτομο.

Ομοίως, ο ΛαΒέι επέκρινε την αρνητική και περιοριστική στάση πολλών θρησκειών απέναντι στη σεξουαλικότητα και αντ' αυτού υποστήριξε οποιαδήποτε σεξουαλική πράξη λαμβάνει χώρα μεταξύ συναινούντων ενηλίκων. Η Εκκλησία του καλωσόρισε τα ομοφυλοφιλικά μέλη από τα πρώτα της κιόλας χρόνια ενώ στήριξε και την αγαμία για όσους ήταν ασέξουαλ. Επίσης, προσπάθησε να αποθαρρύνει τα αρνητικά αισθήματα ενοχής που προέκυπταν από σεξουαλικές πράξεις όπως ο αυνανισμός και οι φετιχισμοί καθώς πίστευε πως η απόρριψη αυτών των σεξουαλικών αναστολών και ενοχών θα οδηγούσε σε μια ευτυχέστερη και υγιέστερη κοινωνία. Συζητώντας ακόμα με γυναίκες, ο ΛαΒέι υποστήριξε ότι θ' έπρεπε να χρησιμοποιούν το σεξ ως εργαλείο χειραγώγησης των ανδρών, προκειμένου να αναβαθμίσουν την προσωπική τους ισχύ. Αντίθετα, οι μη-συναινετικές σεξουαλικές σχέσεις, όπως ο βιασμός και η σεξουαλική κακοποίηση των παιδιών, καταγγέλθηκαν από τον ΛαΒέι και την Εκκλησία του.

Ο ΛαΒέι πίστευε στην επικείμενη κατάρρευση του Χριστιανισμού. Επιπλέον, πίστευε ότι η κοινωνία θα εισερχόταν σε μια Εποχή του Σατανά, στην οποία μια γενιά που θα ζούσε σύμφωνα με τις λαβεικές αρχές θα ερχόταν στην εξουσία. Ο ΛαΒέι υποστήριξε την ευγονική και ανέμενε ότι αυτή θα γινόταν μια αναγκαιότητα στο μέλλον, όταν και θα χρησιμοποιείτο για να αναπαραγάγει μια ελίτ που θα αντικατοπτρίζει τις «σατανικές» αρχές του. Κατά την άποψή του, αυτή η ελίτ θα ήταν «ανώτεροι άνθρωποι/υπεράνθρωποι» που θα εμφάνιζαν τις «σατανικές» ποιότητες της δημιουργικότητας και αντι-συμβατικότητας. Θεώρησε αυτά τα χαρακτηριστικά ικανά για κληρονομική μεταβίβαση και έτσι προέβη στον ισχυρισμό ότι «οι Σατανιστές γεννιούνται, δεν γίνονται» . Πίστευε ότι η ελίτ θα έπρεπε να απομακρύνεται από το υπόλοιπο ανθρώπινο «κοπάδι», με το τελευταίο να εξαναγκάζεται σε γκέτο, ιδανικά «διαστημικά γκέτο» τοποθετημένα σε άλλους πλανήτες. Η ανθρωπολόγος Jean La Fontaine υπογράμμισε ένα άρθρο που εμφανίστηκε σε ένα λαβεικό περιοδικό, τη Μαύρη Φλόγα, στο οποίο ο συγγραφέας περιέγραφε την "πραγματική σατανιστική κοινωνία" ως μια στην οποία ο πληθυσμός θα αποτελείται από «πνευματικά ελεύθερες, καλά εξοπλισμένες, πλήρως συνειδητές και αυτο-πειθαρχημένες ατομικότητες οι οποίες δεν θα χρειάζονται ούτε και θα ανέχονται καμία εξωτερική οντότητα να τις "προστατεύει" ή να τους λέει τι μπορούν και τι δεν μπορούν να κάνουν". Αυτή η επαναστατική προσέγγιση έρχεται σε σύγκρουση με τη σταθερή πίστη του ΛαΒέι στην τήρηση του κράτους δικαίου. Αν και προσωπικά δεν ήταν ούτε φασίστας ούτε νεο-ναζί, ο ΛαΒέι είχε καλές σχέσεις με διάφορες νεοναζιστικές και άλλες ακροδεξιές ομάδες που δρούσαν στις Ηνωμένες Πολιτείες.

Μαγεία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Αν και οι ιδέες του ΛαΒέι σχηματίσθηκαν σε μεγάλο βαθμό γύρω από μια κοσμική και επιστημονική κοσμοθέαση, εξέφρασε ωστόσο πίστη και στη μαγεία. Αντί να χαρακτηρίσει τη μαγεία ως υπερφυσικό φαινόμενο (τα οποία απέρριπτε), ο ΛαΒέι εξέφρασε την άποψη ότι ήταν μέρος του φυσικού κόσμου, αν και μη ανακαλυμμένο ακόμα από τους επιστήμονες. Όπως αναφέρεται και στη Σατανική Βίβλο, ο ΛαΒέι όρισε τη μαγεία ως «την μεταβολή καταστάσεων ή γεγονότων σύμφωνα με τη θέληση κάποιου, οι οποίες με τη χρήση των τυπικά αποδεκτών μεθόδων θα ήταν μη μεταβλητές», ένας ορισμός που αντανακλά την επιρροή του Βρετανού αποκρυφιστή Aleister Crowley. Αν και ποτέ δεν εξήγησε ακριβώς πώς πίστευε ότι αυτή η μαγική διαδικασία θα λειτουργούσε, ο ΛαΒέι δήλωσε ότι οι μάγοι θα μπορούσαν να χρησιμοποιήσουν με επιτυχία αυτή τη μαγική δύναμη μέσω της έντονης σκέψης/φαντασίας του επιθυμητού τους στόχου ώστε να κατευθύνουν την ενέργεια της θέλησης τους προς αυτόν. Τόνισε δε την ιδέα ότι οι μαγικές δυνάμεις θα μπορούσαν να χειραγωγηθούν περισσότερο μέσα από «καθαρά συναισθηματικές» παρά μέσα από πνευματικές πράξεις.

Αυτή η πρακτική τοποθετεί τον Σατανισμό του ΛαΒέι στην ευρύτερη παράδοση της «υψηλής μαγείας» ή της τελετουργικής μαγείας και έχει επίσης συγκριθεί με τη Χριστιανική Επιστήμη και τη Scientology. Ο ΛαΒέι υιοθέτησε πεποιθήσεις και ιδέες παλαιότερων μάγων, αλλά συνειδητά τις απο-χριστιανοποίησε και σατανοποίησε για τους δικούς του σκοπούς. Παρουσιάζοντας τον εαυτό του ως εφαρμοστή μιας επιστημονικής εκδοχής της μαγείας, ο ΛαΒέι ήταν πιθανώς επηρεασμένος από τον Crowley, ο οποίος είχε επίσης παρουσιάσει την δική του προσέγγισή της μαγείας με τον ίδιο τρόπο. Ωστόσο, σε αντίθεση με πολλούς παλαιότερους τελετουργικούς μάγους, ο ΛαΒέι αρνήθηκε τη διάκριση ανάμεσα στη μαύρη και τη λευκή μαγεία, αποδίδοντας αυτή τη διάκριση ξεκάθαρα στην « αυτάρεσκη υποκρισία και την αυταπάτη» εκείνων που αυτο-αποκαλούνται «λευκοί μάγοι». Ομοίως διαφοροποιήθηκε από πολλούς παλαιότερους μάγους που θεωρούσαν τη μαγεία ως μια πρακτική σχεδιασμένη μάλλον να επιφέρει την προσωπική υπέρβαση και μεταμόρφωση... για τον ΛαΒέι η μαγεία εξυπηρετούσε το υλικό όφελος, τη προσωπική επιρροή, τη βλάβη των εχθρών και τη απόκτηση επιτυχίας στην αγάπη και το σεξ.

Ο ΛαΒέι όρισε το μαγικό του σύστημα ως (μείζων) μεγαλύτερη και (ελάσσων) μικρότερη μαγεία.

Η μεγαλύτερη μαγεία είναι μια μορφή τελετουργικής πρακτικής που νοείται ως ψυχο-δραματική κάθαρση με σκοπό να εστιάσει τη συναισθηματική ενέργεια κάποιου σ' έναν συγκεκριμένο σκοπό. Αυτές οι τελετουργίες βασίζονται σε τρία κύρια ψυχο-συναισθηματικά θέματα: τη συμπόνια (αγάπη) - συναισθηματική ταύτιση , τη καταστροφή (μίσος) - αντίστροφη συναισθηματική ταύτιση και το σεξ (λαγνεία). Ο χώρος στον οποίο εκτελείται μια τελετουργία είναι γνωστός ως «θάλαμος πνευματικής αποσυμπίεσης», όπου ο σκεπτικισμός και η δυσπιστία εσκεμμένα αναστέλλονται, επιτρέποντας έτσι στους μάγους να εκφράσουν πλήρως τα πνευματικά και συναισθηματικά τους θέλω, μη κρατώντας πίσω τίποτα σχετιζόμενο με τα βαθύτερα αισθήματά και τις επιθυμίες τους (υποβλητική ατμόσφαιρα). Αυτή η μαγεία μπορεί στη συνέχεια να χρησιμοποιηθεί για να εξασφαλίσει τη σεξουαλική ικανοποίηση, το υλικό κέρδος, την προσωπική επιτυχία ή και για να καταραστεί τους εχθρούς κάποιου. Ο ΛαΒέι έγραψε επίσης για τον «παράγοντα της ισορροπίας», επιμένοντας ότι οι μαγικοί στόχοι πρέπει να είναι ρεαλιστικοί. Αυτές οι τελετουργίες θεωρούνται μαγικές πράξεις, με τον Σατανισμό του ΛαΒέι να ενθαρρύνει την πρακτική της μαγείας ως βοηθητικό μέσο στην επίτευξη των αυτο-σκοπών κάποιου. Ένα μεγάλο μέρος του σατανικού τελετουργικού είναι σχεδιασμένο για να μπορεί ένα άτομο να το εκτελέσει μόνο του και αυτό διότι η συγκέντρωση θεωρείται κλειδί για την εκτέλεση μαγικών πράξεων.

Η μικρότερη μαγεία, που αναφέρεται επίσης ως «καθημερινή» ή «καταστασιακή» μαγεία, είναι η πρακτική της χειραγώγησης με μέσα της εφαρμοσμένης ψυχολογίας. Ο ΛαΒέι τη χαρακτήρισε ως «πονηριά και πανουργία η οποία υλοποιείται με διάφορες τεχνικές και επιτηδευμένες καταστάσεις, οι οποίες όταν χρησιμοποιούνται μπορούν να προκαλέσουν μεταβολές σύμφωνα με τη βούληση κάποιου». Ο ΛαΒέι έγραψε ότι έννοια κλειδί στη μικρότερη μαγεία είναι η «εντολή να κοιτάξεις» που μπορεί να επιτευχθεί με τη χρήση στοιχείων «σεξουαλικότητας (ερεθισμός ενστίκτου), συναισθήματος (επίκληση στο συναίσθημα) και κατάπληξης (διανοητική διέγερση)», μέσω της εξωτερικής εμφάνισης, του χρώματος, του αρώματος, της γλώσσας του σώματος και του ήχου/ομιλίας. Αυτό το σύστημα ενθαρρύνει μια μορφή χειριστικού παιχνιδιού-ρόλων, στο οποίο ο εφαρμοστής μπορεί να τροποποιήσει διάφορα στοιχεία της εμφάνισής του προκειμένου να τον βοηθήσουν στην αποπλάνηση ή "μάγευση" του αντικειμένου της επιθυμίας του.

Ο ΛαΒέι ανέπτυξε το «Synthesizer Clock», ένα εργαλείο σκοπός του οποίου είναι να διαιρέσει τους ανθρώπους σε διακριτές ομάδες με βάση πρωτίστως το σωματότυπο και τα χαρακτηριστικά της προσωπικότητας τους. Το synthesizer είναι διαμορφωμένο ως ρολόι και βασίζεται στην έννοια του σωματότυπου. Το ρολόι αποσκοπεί στο να βοηθήσει ένα μάγο να προσδιορίσει τον εαυτό του, και στη συνέχεια με τη χρήση της «έλξης των αντιθέτων» να μαγνητίσει το αντικείμενο της επιθυμίας του προβάλλοντας τα αντίθετα από αυτό χαρακτηριστικά (3). Η επιτυχημένη εφαρμογή της μικρότερης μαγείας λέγεται ότι βασίζεται στην κατανόηση της θέσης του εφαρμοστή στο ρολόι (1). Αφού βρει τη θέση του στο ρολόι, ενθαρρύνεται να προσαρμοστεί κατάλληλα και να τελειοποιήσει τον τύπο του εναρμονίζοντας τα στοιχεία του για μεγαλύτερη επιτυχία (2). Η Dyrendal αναφέρθηκε στις τεχνικές του ΛαΒέι σαν «ο Erving Goffman να συναντά τον William Mortensen». Λαμβάνοντας στοιχεία απ' την βιολογία, την κοινωνιολογία και τη ψυχολογία, ο Petersen σημείωσε ότι η μικρότερη μαγεία συνδυάζει τον αποκρυφισμό με τις «απορριφθείσες επιστήμες της ανάλυσης σώματος και ιδιοσυγκρασίας».

Βασικές Αρχές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι «κεντρικές πεποιθήσεις» του Σατανισμού του ΛαΒέι είναι τυποποιημένες σε τρεις λίστες, οι οποίες αναπαράγονται τακτικά στο γραπτό υλικό της Εκκλησίας του Σατανά.

Οι Εννέα Σατανικές Δηλώσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το αλχημικό σύμβολο για το Θείο, όπως εμφανίζεται στη Σατανική Βίβλο πάνω από τις Εννέα Σατανικές Δηλώσεις.

Οι Εννέα Σατανικές Δηλώσεις αποτελούν ένα σύνολο εννέα ισχυρισμών του ΛαΒέι που διατυπώθηκαν στα εισαγωγικά κεφάλαια της Σατανικής Βίβλου. Θεωρούνται η λυδία λίθος του σύγχρονου οργανωμένου σατανισμού και αποτελούν, στην ουσία, σύντομους αφορισμούς που συμπυκνώνουν τη σατανική φιλοσοφία. Οι τρεις πρώτες δηλώσεις αφορούν την «επιείκεια», τη «ζωτική ύπαρξη» και την «καθαρή σοφία» και παρουσιάζουν μια θετική εικόνα για τον Σατανιστή ως ρεαλιστική, φυσική και σαρκική ύπαρξη, όπου η απόλαυση της φυσικής ύπαρξης (αυτο-συντήρηση και ευημερία) και η καθαρή θέαση (και αδιαμαρτύρητη αποδοχή) της κοσμικής αλήθειας προωθούνται ως οι βασικές αξίες του Σατανισμού, συνδυάζοντας στοιχεία Δαρβινισμού και Επικουρισμού. Οι δηλώσεις τέσσερα, πέντε και έξι έχουν να κάνουν με θέματα ηθικής, όπως «καλοσύνη προς όσους την αξίζουν», «εκδίκηση» και «υπευθυνότητα απέναντι στον υπεύθυνο», σκιαγραφώντας έτσι μια σκληρή εικόνα της κοινωνίας και των ανθρωπίνων σχέσεων δίνοντας έμφαση περισσότερο στη δικαιοσύνη παρά στην αγάπη. Οι δηλώσεις επτά, οκτώ και εννέα απορρίπτουν την λαμπρότητα του ανθρώπου, την αμαρτία και τη Χριστιανική Εκκλησία. Οι άνθρωποι χαρακτηρίζονται ως «ακόμα ένα ζώο», οι παραδοσιακές «αμαρτίες» προωθούνται ως μέσα ικανοποίησης και η θρησκεία απλά ως επιχείρηση. Η ανταγωνιστική και αντινομιακή πλευρά του Σατανά υπερισχύει στην υποστήριξη των δηλώσεων τέσσερα έως εννέα, με την αντι-συμβατικότητα να παρουσιάζεται ως βασικό, ως πυρηνικό ιδανικό.

  1. Ο Σατανάς αντιπροσωπεύει την επιείκεια προς τον εαυτό μας/ την αυτο-κατάφαση/ την ικανοποίηση των επιθυμιών μας αντί της εγκράτειας και της αποχής.
  2. Ο Σατανάς αντιπροσωπεύει τη ζωτική ύπαρξη αντί των πνευματικών χιμαιρών.
  3. Ο Σατανάς αντιπροσωπεύει τη καθαρή σοφία αντί της υποκριτικής αυταπάτης.
  4. Ο Σατανάς αντιπροσωπεύει την καλοσύνη και την ευγένεια προς όσους τις αξίζουν, αντί της διασπάθισης της αγάπης σε αγνώμονες.
  5. Ο Σατανάς αντιπροσωπεύει την εκδίκηση αντί του γυρίσματος και του άλλου μάγουλου.
  6. Ο Σατανάς αντιπροσωπεύει την ανάληψη της ευθύνης απέναντι σ' αυτούς που αναλαμβάνουν τις ευθύνες τους, αντί της ανησυχίας για όσους προσποιούνται το θύμα (για να μην αναλάβουν τις ευθύνες τους).
  7. Ο Σατανάς αντιπροσωπεύει τον άνθρωπο ως απλά ακόμα ένα ζώο το οποίο, λόγω της «θείας πνευματικής και διανοητικής του ανάπτυξης», έχει γίνει το πιο φαύλο/ το πιο μοχθηρό ζώο όλων.
  8. Ο Σατανάς αντιπροσωπεύει όλες τις λεγόμενες αμαρτίες, καθώς όλες οδηγούν σε σωματική, διανοητική ή συναισθηματική ικανοποίηση.
  9. Ο Σατανάς έχει υπάρξει ο καλύτερος φίλος που η (Χριστιανική) Εκκλησία είχε ποτέ, αφού αυτός την κράτησε μέσα στις δουλειές όλα αυτά τα χρόνια (πώληση προστασίας στους πιστούς απέναντι στην υποτιθέμενη διαβρωτική του δράση).

Οι Έντεκα Κανόνες της Γης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Μην δίνετε γνώμη ή συμβουλή, εκτός αν σας ζητηθεί.
  2. Μην λέτε τα προβλήματά σας σε άλλους, εκτός αν είστε βέβαιοι ότι θέλουν να τα ακούσουν.
  3. Όταν βρίσκεστε σε σπίτι αλλουνού, δείξτε του σεβασμό αλλιώς μην πάτε καθόλου εκεί.
  4. Αν ένας φιλοξενούμενος στο σπίτι σας σάς ενοχλεί, να τον μεταχειριστείτε σκληρά και χωρίς έλεος.
  5. Μην κάνετε σεξουαλικές προόδους, εκτός αν σας δοθεί το σήμα του ζευγαρώματος.
  6. Μην παίρνετε αυτό που δεν σας ανήκει, εκτός αν είναι βάρος για ένα άλλο πρόσωπο και επιθυμεί (κραυγάζει για) να ανακουφιστεί.
  7. Αναγνωρίστε τη δύναμη της μαγείας αν την έχετε χρησιμοποιήσει με επιτυχία για να αποκτήσετε τις επιθυμίες σας. Εάν αρνηθείτε τη δύναμη της μαγείας αφότου την έχετε επικαλεστεί με επιτυχία, θα χάσετε όλα όσα έχετε αποκτήσει.
  8. Μην διαμαρτύρεστε για τίποτα στο οποίο δεν χρειάζεται να υποβάλετε τον εαυτό σας.
  9. Μην βλάπτετε μικρά παιδιά.
  10. Μην σκοτώνετε τα μη-ανθρώπινα ζώα, εκτός εάν σας επιτίθενται ή για το φαγητό σας.
  11. Όταν περπατάτε σε ανοιχτό πεδίο, μην ενοχλείτε κανέναν. Εάν κάποιος σας ενοχλήσει, ζητήστε του να σταματήσει. Αν δεν σταματήσει, διαλύστε τον.

Οι Εννέα Σατανικές Αμαρτίες[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Αυτές οι αμαρτίες, δημοσιευμένες απ' τον ΛαΒέι το 1987, περιγράφουν χαρακτηριστικά που οι Σατανιστές πρέπει να αποφεύγουν:

  1. Ανοησία
  2. Απαιτητικότητα
  3. Σολιψισμός (εγωμονισμός)
  4. Αυταπάτη
  5. Συμβατικότητα του Κοπαδιού
  6. Έλλειψη Προοπτικής
  7. Αμνηστία στις Ορθοδοξίες του Παρελθόντος
  8. Αντιπαραγωγική Υπερηφάνεια
  9. Έλλειψη Αισθητικής

Τελετές και Πρακτικές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Τελετουργίες και Τελετές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο ΛαΒέι τόνισε ότι στην παράδοσή του οι σατανικές τελετές είχαν δύο μορφές, καμία από τις οποίες δεν ήταν λατρευτική πράξη. Κατά την ορολογία του, τα «τελετουργικά» προορίζονταν να επιφέρουν αλλαγές, ενώ οι «τελετές» για τον εορτασμό μιας ιδιαίτερης περίστασης. Αυτά τα τελετουργικά συχνά θεωρούνταν μαγικές πράξεις, με τον Σατανισμό του ΛαΒέι να ενθαρρύνει την πρακτική της μαγείας προκειμένου να βοηθηθεί κάποιος στους εγωιστικούς σκοπούς του. Μεγάλο μέρος του λαβεικού τελετουργικού έχει σχεδιαστεί για να μπορεί το άτομο να το εκτελεί μόνο του. Αυτό συμβαίνει επειδή η συγκέντρωση θεωρείται κλειδί για την εκτέλεση μαγικών πράξεων. Στη Σατανική Βίβλο, ο ΛαΒέι περιέγραψε τρεις τύπους τελετουργίας στη θρησκεία του: τα σεξουαλικά τελετουργικά, σχεδιασμένα για να προσελκύουν τον επιθυμητό ρομαντικό ή σεξουαλικό σύντροφο, τα συμπονετικά τελετουργικά, με σκοπό να βοηθήσουν τους ανθρώπους (συμπεριλαμβανομένου του εαυτού τους), και τη καταστροφική μαγεία, που επιδιώκει να βλάψει τους άλλους. Για τον σχεδιασμό αυτών των τελετουργικών, ο ΛαΒέι άντλησε από μια ποικιλία παλαιότερων πηγών, με τον μελετητή του Σατανισμού Per Faxneld να σημειώνει ότι ο ΛαΒέι «συναρμολόγησε τελετουργικά από ένα συνονθύλευμα ιστορικών πηγών, τόσο λογοτεχνικών όσο και εσωτεριστικών».

Ο ΛαΒέι περιέγραψε μια σειρά τελετουργικών στο βιβλίο του, Τα Σατανικά Τελετουργικά. Αυτά είναι «δραματοποιημένες παραστάσεις» με συγκεκριμένες οδηγίες σχετικά με τα ρούχα που πρέπει να φοριούνται, τη μουσική που πρέπει να χρησιμοποιείται και τις ενέργειες που πρέπει να γίνονται. Αυτή η προσοχή στη λεπτομέρεια στο σχεδιασμό των τελετουργικών ήταν σκόπιμη, με τη θεατρικότητά τους να αποσκοπεί στην εμπλοκή των αισθήσεων και των αισθητικών ευαισθησιών των συμμετεχόντων σε διάφορα επίπεδα ώστε να ενισχύεται η θέληση τους για μαγικά αποτελέσματα. Ο ΛαΒέι επίσης όρισε πως οι άρρενες συμμετέχοντες θα πρέπει να φορούν μαύρους μανδύες, οι μεγαλύτερες γυναίκες μαύρα και οι υπόλοιπες γυναίκες να ντύνονται ελκυστικά για να διεγείρουν τα σεξουαλικά αισθήματα ανάμεσα στους άνδρες. Όλοι οι συμμετέχοντες καθοδηγούνταν να φορούν φυλακτά είτε του ανεστραμμένου πεντάλφα είτε της εικόνας του Μπαφομέτ.

Σύμφωνα με τις οδηγίες του ΛαΒέι, πάνω στο βωμό πρέπει να τοποθετείται μια εικόνα του Μπαφομέτ. Αυτή θα πρέπει να συνοδεύεται από αρκετά κεριά, όλα εκτός από ένα από τα οποία θα πρέπει να είναι μαύρα. Η μοναδική εξαίρεση θα είναι ένα λευκό κερί, που θα χρησιμοποιείται στην καταστροφική μαγεία, και το οποίο θα διατηρείται στα δεξιά του βωμού. Επίσης, πρέπει να συμπεριληφθεί ένα κουδούνι που θα κουδουνίζει εννέα φορές στην αρχή και στο τέλος της τελετής, ένα δισκοπότηρο φτιαγμένο από οτιδήποτε άλλο εκτός από χρυσό και το οποίο θα περιέχει ένα αλκοολούχο ποτό που θα συμβολίζει το «Το Ελιξίριο της Ζωής», μια λεπίδα που θα αντιπροσωπεύει την επιθετικότητα, ένα ομοίωμα φαλλού που θα χρησιμοποιείται ως αγιαστήρι, ένα γκονγκ και μια περγαμηνή στην οποία θα αναγράφονται τα αιτήματα προς τον Σατανά πριν καεί. Παρόλο που καταναλωνόταν αλκοόλ στις τελετές της Εκκλησίας, η μέθη αποδοκιμαζόταν (ως εμπόδιο στην αυτοπραγμάτωση) και η λήψη παράνομων ναρκωτικών απαγορευόταν.

Τα λαβεικά τελετουργικά μερικές φορές περιλαμβάνουν αντι-χριστιανικές βλασφημίες, οι οποίες προορίζονται να έχουν απελευθερωτική επίδραση στους συμμετέχοντες (απ' τη χρόνια χριστιανική καταπίεση που εκδηλωνόταν με περιορισμούς, αναστολές και ενοχές). Σε ορισμένα επίσης τελετουργικά, μια γυμνή γυναίκα εξυπηρετεί ως βωμός. Σε αυτές τις περιπτώσεις καθίσταται σαφές ότι το ίδιο το γυναικείο σώμα γίνεται ο βωμός, και δεν την έχουν απλά ξαπλωμένη πάνω στον υφιστάμενο βωμό. Ακόμα, σε αντίθεση με τα επί μακρόν στερεότυπα για τους Σατανιστές, δεν υπάρχει χώρος για σεξουαλικά όργια στα λαβεικά τελετουργικά. Ούτε λαμβάνουν χώρα ζωικές ή ανθρώπινες θυσίες. Τα παιδιά απαγορεύεται να παρακολουθήσουν αυτά τα τελετουργικά, με μόνη εξαίρεση τη Σατανική Βάπτιση, η οποία είναι ειδικά σχεδιασμένη για τη συμμετοχή βρεφών.

Ο ΛαΒέι ανέπτυξε επίσης τη δική του Μαύρη Λειτουργία, η οποία σχεδιάστηκε ως μια μορφή αποκατάστασης για να απελευθερώσει τον συμμετέχοντα από τις αναστολές που είχε αναπτύξει ζώντας στη χριστιανική κοινωνία. Σημείωσε δε ότι στη σύνθεση της τελετής της Μαύρης Λειτουργίας, άντλησε απ' το έργο των Γάλλων μυθιστοριογράφων Charles Baudelaire και Joris-Karl Huysmans. Ο ΛαΒέι έπαιξε ανοιχτά με τη χρήση της λογοτεχνίας και της λαϊκής κουλτούρας σε άλλες τελετές και τελετουργικά, κάνοντας τες έτσι πιο ελκυστικές μέσω τεχνουργημάτων, δραματικότητας και του τρόπου παρουσίασης τους. Για παράδειγμα, δημοσίευσε το σχεδιάγραμμα ενός τελετουργικού το οποίο ονόμασε το «Το Κάλεσμα του Κθούλου», και το οποίο άντλησε από τις ιστορίες του εξωγήινου θεού Κθούλου του αμερικανικού συγγραφέα τρόμου H.P. Lovecraft. Σε αυτήν την τελετή, που πρόκειται να πραγματοποιηθεί τη νύχτα σε μια απομονωμένη τοποθεσία κοντά σε ένα ταραχώδες σώμα νερού, ένας συμμετέχων παίρνει το ρόλο του Κθούλου και εμφανίζεται ενώπιον των συγκεντρωμένων Σατανιστών, τραγουδώντας ανάμεσα τους μια μελωδία στη μυθιστορηματική γλώσσα του Lovecraft "Των Παλαιών".

Εορτές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο ΛαΒέι και η Εκκλησία του Σατανά θεώρησαν τα γενέθλια του ατόμου ως τη σημαντικότερη ημέρα του έτους (πρόκειται για την αφετηρία της αυτο-πραγμάτωσης). Η Βαλπουργιανή Νύχτα (30 Απριλίου προς 1 Μαΐου) εορτάζεται ως η ημερομηνία κατά την οποία ο ΛαΒέι ίδρυσε την Εκκλησία του. Μια τρίτη ετήσια εορτή είναι το Halloween, το οποίο επίσης σχετίζεται με τη μαγεία και τις σκοτεινές οντότητες.

Συμβολισμός[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το Σίγιο του Μπαφομέτ

Ως σύμβολο της σατανικής του εκκλησίας, ο ΛαΒέι υιοθέτησε το ανεστραμμένο πεντάλφα (πεντακόρυφο πεντάγραμμο). Το ανεστραμμένο πεντάλφα είχε προηγουμένως χρησιμοποιηθεί από τον Γάλλο αποκρυφιστή Eliphas Lévi και υιοθετήθηκε από τον μαθητή του, Stanislas de Guaita, που το συγχώνευσε με το κεφάλι τράγου στο βιβλίο τού του 1987, Το Κλειδί της Μαύρης Μαγείας. Στη βιβλιογραφία και την εικονογραφία πριν απ' τον ΛαΒέι, η απεικόνιση του "σατανικού" υποδηλωνόταν με ανεστραμμένους σταυρούς και βλάσφημες παρωδίες της χριστιανικής τέχνης. Το γνωστό κεφάλι του τράγου μέσα στο ανεστραμμένο πεντάλφα δεν ήταν το κύριο σύμβολο του Σατανισμού μέχρι την ίδρυση της Εκκλησίας του Σατανά το 1966. Ο ΛαΒέι έμαθε για αυτή την παραλλαγή του συμβόλου από την εμφάνιση του στο εξώφυλλο του βιβλίου του Maurice Bessy, Εικονογραφημένη Ιστορία της Μαγείας και του Υπερφυσικού. Αισθανόμενος πως αυτό το σύμβολο ενσωμάτωνε τη φιλοσοφία του, ο ΛαΒέι αποφάσισε να το υιοθετήσει για την Εκκλησία του. Τα πρώτα χρόνια, η Εκκλησία χρησιμοποιούσε αυτή την εικόνα στις κάρτες μέλους της, σε μενταγιόν και ειδικά πάνω από το βωμό στην αίθουσα τελετών του Μαύρου Σπιτιού.

Κατά τη διάρκεια της συγγραφής της Σατανικής Βίβλου, είχε αποφασιστεί πως έπρεπε να διαμορφωθεί μια μοναδική εκδοχή του συμβόλου η οποία θα ταυτιζόταν με την Εκκλησία του Σατανά. Ο ΛαΒέι δημιούργησε μια νέα έκδοση του συμβόλου του Guaita's, η οποία ήταν γεωμετρικά ακριβής, με δύο τέλειους κύκλους να περιβάλλουν το πεντάλφα, το κεφάλι του τράγου επανασχεδιασμένο και τα εβραϊκά γράμματα τροποποιημένα ώστε να φαίνονται πιο οφιοειδή. Ο ΛαΒέι κατοχύρωσε τα πνευματικά δικαιώματα αυτού του σχεδίου στην Εκκλησία του, ισχυριζόμενος πατρότητα υπό το ψευδώνυμο "Hugo Zorilla". Ενεργώντας έτσι, το σύμβολο -που κατέληξε να γίνει γνωστό ως το Σίγιο του Μπαφομέτ- συσχετίστηκε στενά με τον Σατανισμό στη λαϊκή φαντασία.

Ιστορία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Απαρχές: 1966 -1972[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Παρόλο που υπήρχαν μορφές θρησκευτικού σατανισμού που προηγήθηκαν της δημιουργίας του Σατανισμού του ΛαΒέι - και συγκεκριμένα εκείνες που προπαγανδίστηκαν απ' τους Stanisław Przybyszewski και Ben Kadosh - αυτές δεν βρίσκονταν σε αδιάλειπτη διαδοχή με τη λαβεική μορφή. Γι αυτόν τον λόγο, ο κοινωνιολόγος των θρησκειών Massimo Introvigne δήλωσε ότι «με λίγες εξαιρέσεις, ο ΛαΒέι αποτελεί την απαρχή όλου του σύγχρονου Σατανισμού». Ομοίως, ο ιστορικός Ruben van Luijk ισχυρίστηκε ότι η δημιουργία του Σατανισμού του ΛαΒέι σηματοδότησε «την πραγματική αρχή του Σατανισμού ως θρησκεία, τουλάχιστον όπως αυτή ασκείται στον κόσμο σήμερα».

Αφότου έφθασε στο επίκεντρο της δημοσιότητα, ο ΛαΒέι περιέβαλε μεγάλο μέρος της πρώιμης ζωής του με μυστικότητα και λίγα είναι γνωστά γι αυτή με βεβαιότητα. Γεννήθηκε στο Σικάγο ως Howard Stanton Levey τον Μάρτιο ή τον Απρίλιο του 1930. Είχε μικτή ουκρανική, ρωσική και γερμανική καταγωγή. Ισχυρίστηκε ότι είχε εργασθεί στο τσίρκο και στο καρναβάλι στα χρόνια που ακολούθησαν τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο και αργότερα ισχυρίστηκε επίσης πως είχε εργασθεί και στην Ορχήστρα του Σαν Φρανσίσκο, παρόλο που αυτό δεν συνέβη ποτέ. Ισχυρίστηκε ακόμα ότι είχε σχέση με την νεαρή Marilyn Monroe, αν και αυτό ήταν επίσης αναληθές.

Μέχρι τη δεκαετία του 1960 ζούσε στο 6114 California Street στο Σαν Φρανσίσκο, σ' ένα σπίτι που κληρονόμησε από τους γονείς του. Απέκτησε ενδιαφέρον για τον αποκρυφισμό και συγκέντρωσε μια μεγάλη συλλογή βιβλίων για το θέμα. Σε κάποιο σημείο μεταξύ του 1957 και του 1960 άρχισε να φιλοξενεί συγκεντρώσεις στο σπίτι του κάθε Παρασκευή, στις οποίες δίνονταν διαλέξεις για τον αποκρυφισμό και άλλα θέματα. Ανάμεσα στα θέματα που καλύπτονταν ήταν τα φρικιά (τερατογενέσεις), οι περαιτέρω αισθήσεις, η διορατικότητα, ο πνευματισμός, ο κανιβαλισμός και οι ιστορικές μέθοδοι βασανισμού. Μια άτυπη ομάδα καθιερώθηκε γύρω από αυτές τις διαλέξεις, η οποία κατέληξε να γίνει γνωστή ως ο Μαγικός Κύκλος. Μεταξύ εκείνων που συνδέθηκαν με αυτές τις συγκεντρώσεις ήταν ο σκηνοθέτης και αποκρυφιστής του Θελήματος (η θρησκεία του Aleister Crowley) Kenneth Anger και ο ανθρωπολόγος Michael Harner, ο οποίος αργότερα εγκαθίδρυσε το νεο-σαμανιστικό κίνημα.

Ο ΛαΒέι πιθανότατα ξεκίνησε τις προετοιμασίες για το σχηματισμό της Εκκλησίας του Σατανά είτε το 1965 είτε στις αρχές του 1966 και την ίδρυσε επίσημα τη Βαλπουργιανή Νύχτα του 1966. Στη συνέχεια, δήλωσε ότι το 1966 σηματοδότησε το Έτος Ένα της Νέας Σατανικής Εποχής. Ήταν η πρώτη οργανωμένη εκκλησία της σύγχρονης εποχής που ήταν αφιερωμένη στη φιγούρα του Σατανά και σύμφωνα με τους Faxneld και Petersen, η Εκκλησία αντιπροσώπευσε "την πρώτη δημόσια, ιδιαίτερα ορατή και μακροχρόνια οργάνωση που προπαγάνδιζε ένα συνεκτικό σατανικό λόγο". Τα πρώτα της μέλη ήταν οι συμμετέχοντες στον Μαγικό Κύκλο του ΛαΒέι, αν και σύντομα άρχισε να προσελκύει νέα άτομα. Πολλά από αυτά τα άτομα ήταν σαδομαζοχιστές ή ομοφυλόφιλοι, που προσελκύθηκαν από τη δεκτικότητα του ΛαΒέι στις διαφορετικές σεξουαλικές πρακτικές. Ο ΛαΒέι είχε ζωγραφίσει το σπίτι του μαύρο, με το τελευταίο να γίνεται γνωστό ως «το Μαύρο Σπίτι», και εδώ πραγματοποιούνταν εβδομαδιαίες τελετές κάθε Παρασκευή βράδυ.

Ο ΛαΒέι έπαιζε με τις σατανικές συσχετίσεις του, αναπτύσσοντας μια μυτερή γενειάδα και φορώντας ένα μαύρο μανδύα και ένα ανεστραμμένο πεντάλφα. Προσέθετε δε στην εκκεντρική του persona αποκτώντας ασυνήθιστα κατοικίδια, συμπεριλαμβανομένου και ενός λιονταριού που κρατούταν σε κλουβί στον πίσω κήπο του. Περιγράφοντας τον εαυτό του ως «Αρχιερέα του Σατανά», ο ΛαΒέι όρισε τη θέση του μέσα στην Εκκλησία ως «μοναρχικής φύσης, παπική σε βαθμό και απόλυτη στην εξουσία». Ηγήθηκε του διοικητικού Συμβουλίου των Εννέα των Εκκλησιών του και εφάρμοσε ένα σύστημα πέντε μυητικών επιπέδων απ' τα οποία ο ΛαΒεινιστικός Σατανιστής θα μπορούσε να διέλθει αποδεικνύοντας τη γνώση του στη λαβεική φιλοσοφία αλλά και με τα προσωπικά του επιτεύγματα στη ζωή. Αυτοί ήταν γνωστοί ως Μαθητευόμενος Σατανιστής I°, Μάγος ή Μάγισσα II°, Ιερέας ή Ιέρεια του Mendes III°, Μάγιστρος (Κύριος) IV°, και Σοφός (Τελειωμένος Μάγος) V°.

Η Εκκλησία γνώρισε την «χρυσή της εποχή» από το 1966 έως το 1972, οπότε και είχε ισχυρή μιντιακή παρουσία. Τον Φεβρουάριο του 1967, ο ΛαΒέι πραγματοποίησε έναν πολύ δημοσιευμένο σατανικό γάμο, ο οποίος ακολουθήθηκε απ' τη σατανική βάπτιση της κόρης του Zeena τον Μάιο και κατόπιν μια σατανική κηδεία τον Δεκέμβριο. Μια άλλη εκδήλωση που προσέλκυσε τη δημοσιότητα ήταν «Η Επιθεώρηση της Γυμνόστηθης Μάγισσας», ένα show σ' ένα νυχτερινό κέντρο που πραγματοποιήθηκε στη βόρεια παραλία του San Francisco. Η χρήση γυμνόστηθων γυναικών για την προσέλκυση της προσοχής ξένισε ορισμένα από τα πρώτα μέλη της Εκκλησίας. Μέσω αυτών και άλλων δραστηριοτήτων, σύντομα προσέλκυσε την προσοχή των διεθνών μέσων, απ' τα οποία και αποκλήθηκε «ο Μαύρος Πάπας». Επίσης προσπάθησε να προσελκύσει αρκετές διασημότητες να ενταχθούν στην Εκκλησία του, με πιο αξιοσημείωτες τον Sammy Davis Junior και τη Jayne Mansfield. Ο ΛαΒέι ίδρυσε επίσης «παραρτήματα» της Εκκλησίας του, γνωστά ως σπηλιές (grottos), σε διάφορες περιοχές των Ηνωμένων Πολιτειών. Ίσως να επέλεξε τον όρο "σπηλιά (grotto)" αντί του όρου "σύναξη μαγισσών (coven)" επειδή ο τελευταίος χρησιμοποιούταν ήδη από τους εφαρμοστές της νεο-παγανιστικής θρησκείας της Wicca. Αυτά περιελάμβαναν τη Βαβυλωνιακή Σπηλιά στο Detroit, τη Στυγιανή Σπηλιά στο Dayton και τη Σπηλιά του Κρίνου στη New York City. Το 1971, ένας Ολλανδός ακόλουθος του ΛαΒέι, ο Maarten Lamers, ίδρυσε τη δική του Σπηλιά του Σατανά (Kerk van Satan) στο Amsterdam.

Ως αποτέλεσμα της επιτυχίας της ταινίας «Το Μωρό της Ρόζμαρι» και της συνακόλουθης ανάπτυξης του ενδιαφέροντος για τον Σατανισμό, ένας συντάκτης της Avon Books, ο Peter Mayer, προσέγγισε τον ΛαΒέι και του ανέθεσε να γράψει ένα βιβλίο, το οποίο αποτέλεσε τη Σατανική Βίβλο. Ενώ μέρος του έργου αποτελούταν από πρωτότυπα γραπτά του ΛαΒέι, άλλα τμήματα του βιβλίου συνίσταντο σε απευθείας παραθέσεις τμημάτων από το δεξιό Might is Right του Arthur Desmond και από την έκδοση του αποκρυφιστή Aleister Crowley του Enochian Keys του John Dee. Υπάρχουν στοιχεία επίσης ότι ο ΛαΒέι εμπνεύστηκε από τα γραπτά της Αμερικανίδας φιλοσόφου Ayn Rand. Και ενώ οι κατηγορίες ότι έκλεψε τη δουλειά της στη Σατανική Βίβλο έχουν απορριφθεί απ' τον συγγραφέα, ο Chris Mathews δήλωσε ότι «ο ΛαΒέι έκλεψε επιλεκτικά και επεξεργάστηκε ελαφρώς» και για αυτό ο «Σατανισμός του κατά καιρούς παραλληλίζεται στενά με την αντικειμενική φιλοσοφία της Ayn Rand». Η Σατανική Βίβλος εξυπηρέτησε στην παρουσίαση των ιδεών του ΛαΒέι σε ένα πολύ ευρύτερο ακροατήριο απ' ό,τι είχε προηγουμένως. Το 1972, δημοσίευσε μια συνέχεια, τις «Σατανικές Τελετουργίες».

Η Εκκλησία του ΛαΒέι εμφανίστηκε σ' ένα σημείο της Αμερικανικής ιστορίας όπου ο Χριστιανισμός βρισκόταν σε ύφεση, καθώς μεγάλο μέρος της νεολαίας είχε απομακρυνθεί απ' τη πίστη των γονιών της και εξερευνούσε εναλλακτικά συστήματα θρησκευτικότητας. Το περιβάλλον στο οποίο λειτουργούσε η Εκκλησία του ΛαΒέι κυριαρχούταν από την εναλλακτική κουλτούρα της δεκαετίας του 1960, με την ίδια να αντανακλά κάποιες από τις ανησυχίες της - τον ελεύθερο έρωτα, τις εναλλακτικές πνευματικότητες, τη χειραφέτηση από την εκκλησία και το κράτος - αλλά και να αντιτάσσεται σε ορισμένες άλλες κύριες πτυχές της , όπως την ειρήνη (κοινωνικός δαρβινισμός) και την αγάπη (μόνο προς όσους την αξίζουν), τη συμπόνια και τη χρήση ψυχοτρόπων ουσιών. Αποδοκίμασε δε τους χίπις, ενώ σε ένα τελετουργικό κρέμασε και ανάποδα μια εικόνα του Timothy Leary (Αμερικανός ψυχολόγος που πρότεινε την εξέταση των θεραπευτικών δυνατοτήτων των ψυχοτρόπων ουσιών) σφραγίζοντας παράλληλα ένα δισκίο LSD.

Ύστερη ανάπτυξη: 1972 - Τώρα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο ΛαΒέι σταμάτησε να διεξάγει τελετουργίες και εργαστήρια στο σπίτι του το 1972. Το 1973 οι ηγέτες της Εκκλησίας στο Michigan, το Ohio και τη Florida αποσχίστηκαν για να σχηματίσουν τη δική τους Εκκλησία της Σατανικής Αδελφότητας, η οποία ωστόσο διαλύθηκε το 1974 όταν ένας από τους ιδρυτές της μεταστράφηκε δημοσίως στον Χριστιανισμό. Ακολούθως, τα μέλη της Εκκλησίας που έδρευαν στο Kentucky και την Indiana αποχώρησαν για να ιδρύσουν το Τάγμα του Ναού του Σατανά. Το 1975, ο ΛαΒέι διέλυσε όλα τα παραρτήματα (σπηλιές), αφήνοντας την οργάνωση σαν μια ομάδα που βασιζόταν στη συμμετοχή και η οποία υπήρχε κυρίως στα χαρτιά. Ισχυρίστηκε ότι αυτό ήταν απαραίτητο διότι οι σπηλιές είχαν φθάσει να κυριαρχούνται από κοινωνικές παθογένειες (σεχταρισμό) που δεν ωφελούσαν την Εκκλησία ως σύνολο. Σε μια ιδιωτική επιστολή, εξέφρασε τη δυσφορία του για το ότι παρά την αυξανόμενη συμμετοχή στην Εκκλησία, «τα πνευματικά άτομα και αυτοί που θα μπορούσαν να αναλάβουν διοικητικά καθήκοντα ήταν περιορισμένοι». Ανήγγειλε επίσης ότι στο εξής ​​όλοι οι υψηλότεροι βαθμοί στην Εκκλησία θα απονέμονταν σε αντάλλαγμα συνεισφορών σε μετρητά, ακίνητα ή πολύτιμη τέχνη. Δυσαρεστημένος με αυτές τις ενέργειες, το υψηλόβαθμο μέλος της Εκκλησίας Michael Aquino έφυγε το 1975 για να ιδρύσει τη δική του σατανική οργάνωση, τον Ναό του Σετ, που διαφοροποιήθηκε από την Εκκλησία του ΛαΒέι υιοθετώντας την πεποίθηση ότι ο Σατανάς υπήρχε κυριολεκτικά. Σύμφωνα με την Lap, από αυτό το σημείο ο Σατανισμός γίνεται ένα «κατακερματισμένο και αποδιοργανωμένο κίνημα» .

Ανάμεσα στην κατάργηση του συστήματος των σπηλιών (grottos) το 1975 και της εγκατάστασης του διαδικτύου στα μέσα της δεκαετίας του 1990, η Σατανική Βίβλος παρέμεινε το βασικό μέσο διάδοσης του Σατανισμού. Κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου, αναπτύχθηκε ένα αποκεντρωμένο, αναρχικό κίνημα Σατανιστών που διαμορφώθηκε γύρω από πολλά από τα κεντρικά θέματα στα οποία είχε διεισδύσει η σκέψη του ΛαΒέι και που εκφράστηκαν στη Σατανική Βίβλο. Ο Lewis υποστήριξε ότι σε αυτήν την κοινότητα, η Σατανική Βίβλος λειτουργούσε ως «οιονεί Γραφή» επειδή αυτοί οι ανεξάρτητοι σατανιστές μπορούσαν να υιοθετήσουν συγκεκριμένες ιδέες από το βιβλίο ενώ τις συγχώνευαν και με ιδέες και πρακτικές ειλημμένες από αλλού.

Στα τέλη της δεκαετίας του 1980, ο ΛαΒέι επέστρεψε στο προσκήνιο, δίνοντας συνεντεύξεις στα μίντια, προσελκύοντας περαιτέρω διασημότητες και αποκαθιστώντας το σύστημα των σπηλιών (grottos). Το 1984 χώρισε από τη σύζυγό του, Diane Hegarty, και ξεκίνησε μια σχέση με την Blanche Barton, η οποία ήταν η προσωπική βοηθός του. Το 1988, η Hegarty ξεκίνησε μια δικαστική διαμάχη με τον ΛαΒέι, ισχυριζόμενη ότι της ανήκε το ήμισυ της εκκλησίας και του Μαύρου Σπιτιού του ΛαΒέι. Το δικαστήριο δικαίωσε τη Hegarty, απόφαση αμέσως μετά την οποία ο ΛαΒέι κήρυξε πτώχευση. Τον Μάιο του 1992, το πρώην ζευγάρι έφθασε σε έναν συμβιβασμό. Το Μαύρο Σπίτι πωλήθηκε σε έναν πλούσιο φίλο, τον Donald Werby, ο οποίος συμφώνησε να επιτρέψει στον ΛαΒέι να συνεχίσει να διαμένει στην κατοικία δωρεάν. Επίσης, το 1992, ο ΛαΒέι δημοσίευσε το πρώτο του βιβλίο μετά από είκοσι χρόνια, το «Σημειωματάριο του Διαβόλου». Ακολούθησε η μετά θάνατον δημοσίευση των Ομιλιών του Σατανά το 1998, οι οποίες μάλιστα περιελάμβαναν και ένα πρόλογο από τον τραγουδιστή της rock Marilyn Manson, που ήταν ιερέας στην Εκκλησία.

Peter Gilmore, Αρχιερέας στην Εκκλησία του Σατανά

Τα τελευταία του χρόνια, ο ΛαΒέι υπέφερε από μια καρδιακή κατάσταση, εκδήλωσε αυξανόμενη παράνοια, και τελικά πέθανε τον Οκτώβριο του 1997. Τον Νοέμβριο, η Εκκλησία ανακοίνωσε ότι στη συνέχεια θα λειτουργήσει υπό δύο ανώτερες ιέρειες στην ιεραρχία, την Barton και την κόρη του ΛαΒέι, την Karla LaVey. Την ίδια χρονιά, η Εκκλησία δημιούργησε επίσημη ιστοσελίδα. Η Barton προσπάθησε να αγοράσει τον Μαύρο Σπίτι από το Werby, αλλά δεν μπόρεσε να συγκεντρώσει το απαραίτητο κεφάλαιο. Το κτίριο είχε ερειπωθεί και κατεδαφίστηκε το 2001 οπότε και αντικαταστάθηκε από ένα συγκρότημα διαμερισμάτων. Ακολούθως ανέκυψε διαφωνία μεταξύ της Barton και της Karla, με αποτέλεσμα να συμφωνηθεί ότι η Barton θα διατηρούσε τη νόμιμη ιδιοκτησία του ονόματος και της οργάνωσης της Εκκλησίας, ενώ τα προσωπικά αντικείμενα και τα πνευματικά δικαιώματα του ΛαΒέι θα διανέμονταν στα τρία παιδιά του Karla, Zeena και Satan Xerxes. Η Barton παραιτήθηκε από το αξίωμα της Αρχιέρειας το 2002, αν και συνέχισε να προεδρεύει του Συμβουλίου των Εννέα της Εκκλησίας. Η έδρα της Εκκλησίας μεταφέρθηκε στη συνέχεια από το San Francisco στη New York, όπου ο Peter Gilmore ορίστηκε ως Αρχιερέας της Εκκλησίας και η σύζυγός του Peggy Nadramia ως Αρχιέρεια.

Μετά το θάνατο του ΛαΒέι, η διαμάχη για τη φύση του Σατανισμού εντάθηκε μέσ' στην σατανιστική κοινότητα. Το Halloween του 1999 η Karla ίδρυσε την Πρώτη Σατανική Εκκλησία, η οποία χρησιμοποιεί την ιστοσελίδα της για να προωθήσει την ιδέα ότι αντιπροσωπεύει την απευθείας συνέχεια της αρχικής Εκκλησίας του Σατανά όπως αυτή ιδρύθηκε από τον Άντον ΛαΒέι. Άλλες λαβεινιστικές ομάδες εμφανίστηκαν και σε άλλες περιοχές των Ηνωμένων Πολιτειών. Ένα απ' τα πρώτα μέλη της Εκκλησίας του Σατανά, ο John Dewey Allee, ίδρυσε τη δική του Πρώτη Εκκλησία του Σατανά, δηλώνοντας αφοσίωση στις πραγματικές διδασκαλίες του ΛαΒέι και ισχυριζόμενος πως ακόμα και ο ίδιος ο ΛαΒέι είχε αποκλίνει από αυτές στην ύστερη φάση του. Το 1986 ο Paul Douglas Valentine ίδρυσε την Παγκόσμια Εκκλησία της Σατανικής Απελευθέρωσης με έδρα την Νέα Υόρκη στρατολογώντας πολλά από τα μέλη της μέσω του εσωτερικιστικού καταστήματος Magickal Childe του Herman Slater. Η συμμετοχή ωστόσο παρέμεινε μικρή και διέκοψε εν τέλει τη λειτουργία της το 2011. Το 1991 ιδρύθηκε η Πρεσβεία του Εωσφόρου από τον Καναδό Tsirk Susuej, ο οποίος επηρεάστηκε από τις διδασκαλίες του ΛαΒέι αλλά θεώρησε πως ο Σατανάς ήταν μια πραγματική οντότητα. Αποσχισμένες ομάδες από την οργάνωση του Susuej περιλάμβαναν την Πρεσβεία του Σατανά στο Stewart της British Columbia και την Ομάδα του Εωσφορικού Φωτός στη Baltimore.

Λαβεικές ομάδες ξεφύτρωσαν και σ' άλλες περιοχές του κόσμου, με μια ιδιαίτερη συγκέντρωση στη Σκανδιναβία. Οι περισσότερες από αυτές τις Σκανδιναβικές ομάδες είτε αποσχίστηκαν από την Εκκλησία του Σατανά είτε ποτέ δεν συνδέθηκαν με αυτήν. Αυτές περιλάμβαναν τη Svenska Satanistkyrkan και τη Det Norske Sataniske Samfunn, καθώς και τη Προμηθεική Σπηλιά της Εκκλησίας του Σατανά που ιδρύθηκε στη Δανία το 1997, αλλά αποσυνδέθηκε επίσημα το 2000. Μια Σατανική Εκκλησία ιδρύθηκε και στην Εσθονία έχοντας ως βάση το λαβεικό μοντέλο. Αργότερα ωστόσο μετονομάστηκε σε Τάγμα της Μαύρης Χήρας.

Η Εκκλησία του Σατανά έγινε σταδιακά όλο και πιο άκαμπτη δογματικά και επικεντρώθηκε στη διατήρηση της καθαρότητας του Σατανισμού του ΛαΒέι. Η έμφαση που έδωσε η Εκκλησία στον ρόλο της ως φορέα της κληρονομιάς του ΛαΒέι ήταν εν μέρει η απάντηση στην αύξηση των μη-λαβεικών Σατανιστών. Ορισμένα μέλη της Εκκλησίας - συμπεριλαμβανομένου του Gilmore - ισχυρίστηκαν ότι μόνο αυτοί είναι «πραγματικοί» Σατανιστές και ότι όσοι ανήκουν σε διαφορετικές σατανικές παραδόσεις είναι «ψευδο» Σατανιστές. Μετά απ' την εξέταση πολλών από αυτούς τους ισχυρισμούς στην ιστοσελίδα της Εκκλησίας, ο Lewis συμπέρανε πως υπάρχει «εμμονή με την υποστήριξη της ορθότητας/νομιμότητας τους ενώ επιτίθενται και στους αιρετικούς, ειδικά σ' εκείνους που ασκούν κριτική στον ΛαΒέι». Εν τω μεταξύ, η Εκκλησία βίωσε μια μαζική αποχώρηση μελών τη δεκαετία του 2000, με πολλά από αυτά τα άτομα να ιδρύουν νέες διαδικτυακές ομάδες. Αν και η Εκκλησία έχει παρουσιάσει μικρή δημόσια τελετουργική δραστηριότητα από τις αρχές της δεκαετίας του 1970, τον Ιούνιο του 2006 πραγματοποίησε μια Σατανική «Υψηλή Λειτουργία» στο Los Angeles για να σηματοδοτήσει τα τεσσαρακοστά γενέθλια της.

Δημογραφικά Στοιχεία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Τα επίπεδα συμμετοχής στην Εκκλησία του Σατανά είναι δύσκολο να προσδιοριστούν, καθώς η οργάνωση δεν έχει δημοσιεύσει τέτοιες πληροφορίες. Κατά τη διάρκεια των πρώτων ετών της, η Εκκλησία ισχυριζόταν μια συμμετοχή της τάξης των 10.000 ατόμων, αν και αποστάτες στην συνέχεια δήλωσαν πως ο αριθμός ανερχόταν σε μερικές εκατοντάδες. Τα μέλη ήταν σε μεγάλο βαθμό, αν και όχι αποκλειστικά, λευκοί. Ο ΛαΒέι το αναγνώρισε αυτό, υποθέτοντας πως η Εκκλησία του προσέλκυε ιδιαίτερα τους λευκούς Αμερικανούς επειδή οι τελευταίοι στερούνταν την ισχυρή αίσθηση της εθνικής ταυτότητας (συλλογική ταυτότητα) που εκδηλώνουν οι Αφροαμερικανοί και οι Λατινοαμερικανοί (και η οποία δεν συνάδει με την ατομικιστική φιλοσοφία της Εκκλησία του). Ο ιστορικός των θρησκειών Massimo Introvigne υποθέτει ότι ποτέ δεν είχε παραπάνω από 1000 με 2000 μέλη στην ακμή της, αλλά ότι οι ιδέες του ΛαΒέι είχαν πολύ μεγαλύτερη επιρροή μέσω των βιβλίων του. Η ιδιότητα του μέλους αποκτάται με την καταβολή 225 USD και με τη συμπλήρωση μιας έγγραφης δήλωσης, και έτσι απονέμεται στους νεοεισαχθέντες εφ όρου ζωής συμμετοχή χωρίς επιπλέον ετήσιες χρεώσεις.

Η La Fontaine σκέφτηκε πως είναι πιθανό η εύκολη διαθεσιμότητα των γραπτών του ΛαΒέι να ενθάρρυνε τη δημιουργία διαφόρων σατανικών ομάδων που ήταν ανεξάρτητες από την Εκκλησία του Σατανά καθεαυτή. Στη Μαύρη Φλόγα (λαβεικό περιοδικό) έχουν αναφερθεί αρκετές ομάδες που συνδέονται με την Εκκλησία, οι περισσότερες από τις οποίες είναι εγκατεστημένες στις Ηνωμένες Πολιτείες και τον Καναδά, αν και αναφέρθηκαν και δύο ομάδες που είχαν υπάρξει στη Νέα Ζηλανδία. Στην έρευνα του για τους Σατανιστές του 2001, ο κοινωνιολόγος James R. Lewis σημείωσε ότι, προς έκπληξή του, τα ευρήματά του «δείχνουν την κεντρική θέση που σταθερά κατέχει η λαβεική επιρροή στον σύγχρονο Σατανισμό». «Αντανακλώντας την κυρίαρχη επιρροή της σκέψης του Άντον ΛαΒέι», ο Lewis σημείωσε ότι η πλειοψηφία αυτών που εξετάστηκαν ήταν άθεοι ή αγνωστικιστές, ενώ το 60% των ερωτηθέντων βλέπουν τον Σατανά ως σύμβολο περισσότερο παρά ως πραγματική οντότητα. Το 20% των ερωτηθέντων τού υπέδειξε τη Σατανική Βίβλο ως τον σημαντικότερο παράγοντα που τους προσέλκυσε στον Σατανισμό. Αλλού, ο Lewis σημειώνει ότι λίγοι σατανιστές που δεν είναι μέλη της Εκκλησίας του Σατανά θα θεωρούσαν τους εαυτούς τους ως «ορθόδοξους Λαβειανούς».

Εξετάζοντας τον αριθμό των Λαβεικών Σατανιστών στη Βρετανία το 1995, ο μελετητής των θρησκευτικών σπουδών Graham Harvey σημείωνε ότι η Εκκλησία του Σατανά δεν είχε οργανωμένη παρουσία στη χώρα. Σημείωσε, ωστόσο, ότι τα γραπτά του ΛαΒέι ήταν ευρέως προσβάσιμα στα βρετανικά βιβλιοπωλεία και η La Fontaine υπέθετε ότι υπάρχουν μεμονωμένα μέλη της Εκκλησίας στη χώρα.