Σατανισμός

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Το ανάποδο αστέρι συναντάται συχνά ως το σύμβολο του Σατανισμού

Ο σατανισμός είναι λατρευτική πίστη η οποία έχει ως επίκεντρό της τον Σατανά, ή διάβολο, οντότητα που σύμφωνα με την παράδοση των ιουδαίων και των χριστιανών είναι ο έσχατος αντίπαλος του Θεού, ενσαρκώνοντας την αρχή του απόλυτου κακού.

Δεν λείπουν λατρείες αρνητικών δυνάμεων στο περιθώριο και των άλλων θρησκειών, όμως ο σατανισμός εντοπίζεται στο θρησκευτικό ορίζοντα του ιουδαιοχριστιανισμού, επειδή αποδέχεται κατ' αρχήν το μονοθεϊσμό και την αντίληψη της Βίβλου για το διάβολο.

Οι ερευνητές θρησκειολόγοι προτείνουν τέσσερις τύπους σατανισμού: α) τον μεσαιωνικό, β) τον θρησκευτικό γ) τον ερασιτεχνικό δ) τον πνευματικό ή συμβολικό.

Ο μεσαιωνικός σατανισμός[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Κύρια γνωρίσματά του είναι οι τελετουργικές ανθρωποθυσίες και τα συμβόλαια με το διάβολο, οι παρά φύση σεξουαλικές σχέσεις με τους δαίμονες ή μεταξύ των συμμετεχόντων, οι φόνοι παιδιών και η πρόκληση καταστροφής σε τρίτα πρόσωπα ή αγαθά με τη χρήση μαγγανείας[1] Πρόκειται για φανταστικό επινόημα της χριστιανικής Εκκλησίας η οποία μέσα από τη δράση της Ιεράς Εξέτασης και τις συνεχείς επίσημες και ανεπίσημες διώξεις μαγισσών,οδήγησε στην ταύτιση της λαϊκής μαγείας και διαφόρων παγανιστικών αντιλήψεων με ό,τι αποκαλείτο διαβολικό. Η καταστολή έτρεφε τη θεωρητική δαιμονολογία, η οποία ξεφτούσε πολύ σύντομα όταν δεν αυξάνονταν οι συγκεκριμένες περιπτώσεις[2] Οι περιπτώσεις πραγματικής λατρείας του Σατανά πρέπει να θεωρούνται ελάχιστες. Τα αριστοκρατικά κοινωνικά στρώματα μάλλον είναι αυτά που υπερεκπροσωπούνται στην άσκηση της λατρείας του Σατανά κι όχι τα λαϊκά στρώματα.[3]

Σύγχρονα κινήματα - Νεοσατανισμός[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το κίνημα του Anton LaVey δεν ορίζει τον σατανισμό με τον γραφικό ή μειωτικό τρόπο που επιθυμούν οι χριστιανοί μελετητές, αλλά είναι μια μέθοδος χειραγώγησης των πρωτόγονων συναισθημάτων, της αποδοχής των παθών, και του αποκρυφισμού. Θεωρητικά το κίνημα του νεοσατανισμού απορρίπτει - τουλάχιστον επίσημα - τις άνομες πράξεις, άρα δεν αποτελεί άμεσο έγκλημα η συμμετοχή στις επίσημες οργανώσεις. Μεμονωμένοι Νεοσατανιστές κατά καιρούς έχουν απασχολήσει την δικαιοσύνη, όμως οι περισσότερες νόμιμες νεοσατανιστικές εκκλησίες δεν επικροτούν ούτε αποδεδειγμένα εμπλέκονται σε εγκλήματα, σε αντίθεση με ανεπίσημες μικρότερες αιρέσεις και ομάδες πιστών. Στον νεοσατανισμό, γίνονται δεκτοί και άθεοι, και σε σπάνιες περιπτώσεις άτομα που έχουν άλλο θρησκευτικό υπόβαθρο, υπό την προϋπόθεση ότι θα αποδεχθούν την ελευθεριστική ηθική, και τον Σατανά τουλάχιστον σε ιδεολογικό επίπεδο.

σύνδεσμοι:

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Robert Muchembled, Μια ιστορία του διαβόλου, 12ος-20ος αιώνας, μτφρ.Ευγενία Τσελέντη, εκδ.Μεταίχμιο, Αθήνα, 2003, σελ.72,76, 106
  2. όπ.π. σελ.102
  3. Γ. Βλάχου, σατανισμός, Θρησκειολογικό Λεξικό, Ελληνικά Γράμματα, σελ. 483-484

Βιβλιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Commons logo
Τα Wikimedia Commons έχουν πολυμέσα σχετικά με το θέμα
  • Γιώργος Βλάχος, σατανισμός, Θρησκειολογικό Λεξικό, Ελληνικά Γράμματα ,Αθήνα, 2000, σελ.483-486
  • Γκερτ Σβέρχοφ, Ιερά Εξέταση, μτφρ. Ηλίας Τσιριγκάκης, εκδ. Βιβλιοπωλείον της Εστίας, Αθήνα,2010
  • Εμμανουήλ Ροΐδης, Οι μάγισσες του Μεσαίωνα, εκδ. Μάριος Βερέττας, Αθήνα 2006
  • Robert Thurston, Μάγοι και μάγισσες. Η άνοδος και η πτώση των κυνηγιών μάγων και μαγισσών στη Ευρώπη και τη Βόρεια Αμερική, μτφρ. Ιωάννα Παπαστάμου, εκδ. Παπαζήσης, Αθήνα 2006
  • Βασίλης Αδραχτάς, Σατανισμός. Άλλη μια Νέα Θρησκεία χωρίς Θεό, εκδ. Ιερά/Βέβηλα Αθήνα 2010
  • Henry Ansgar Kelly, Σατανάς: μια βιογραφία, μτφρ. Γιάννης Βογιατζής, εκδ. Πολύτροπον 2008
  • Νίκος Ματσούκας, Σατανάς, εκδ. Π. Πουρναράς, Θεσσαλονίκη 1999
  • Charles Stewart, Δαίμονες και διάβολος στην Ελλάδα, μτφρ. Μαριάννα Σωκράτους, εκδ. Ταξιδευτής, Αθήνα, 2008
  • Robert Muchembled, Mια ιστορία του διαβόλου 12ος-20ος αιώνας, μτφρ. Τσελέντη Ευγενία, εκδ. Μεταίχμιο, Αθήνα 2003
  • Απόστολος Νικολαΐδης, Η σατανολατρία ως κοινωνικό φαινόμενο, ανάτυπο Αθήνα 1995.[πρώτη δημοσίευση στο περ. "Κοινωνία", τεύχη 3 και 4 του 1994, σσ. 265-271 και 385-390]