Αβουλία

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Αβουλία, ή αβουλησία, είναι η αδυναμία της θέλησης για ενέργεια και πράξη με συνειδητή προσπάθεια.

Ο άβουλος στερείται ισχυρής βούλησης, έχει αδύνατο χαρακτήρα, είναι ο αναποφάσιστος, δειλός, χωρίς πρωτοβουλία και αυτοπεποίθηση. Βρίσκεται σε κατάσταση αδράνειας, και απραξίας, δεν καταστρώνει σχέδια, δεν μπορεί να προσδιορίσει με σαφήνεια τους σκοπούς του και ταλαντεύεται ανάμεσα σε πολλές επιδιώξεις, την πραγματοποίηση των οποίων συνέχεια αναβάλλει.

Ο άβουλος δεν έχει αυτοκυριαρχία, δεν μπορεί να αποκτήσει ελεύθερη και ολοκληρωμένη προσωπικότητα ούτε να διαμορφώσει ηθικό χαρακτήρα, γιατί του λείπει η θέληση, η οποία καλλιεργεί τις πνευματικές και σωματικές δυνάμεις του ανθρώπου. Δεν είναι δημιουργικός, γιατί δεν έχει τη δύναμη να αγωνιστεί και να αλλάξει τη ζωή του. Γίνεται έρμαιο των αδυναμιών και των παθών του ή των επιθυμιών και της θέλησης των άλλων. Του λείπει η ενεργητικότητα και γενικά η ψυχική εκείνη δύναμη που κινητοποιεί τις δυνάμεις, διανοητικές και σωματικές, που μετατρέπει τις σκέψεις σε αποφάσεις και αυτές στη συνέχεια σε πράξεις και μεγάλα έργα.

Η αβουλία ουσιαστικά είναι παθολογική κατάσταση και αποτελεί σύμπτωμα σοβαρών νευρώσεων αλλά και ψυχώσεων. Κύρια αιτία για να περιέλθει ένα άτομο σε μια τέτοια κατάσταση είναι κυρίως κάποιο συμβάν είτε από τον οικογενειακό χώρο που μπορεί να έχει σχέση με απώλεια πολύ προσφιλούς προσώπου, είτε από τον επαγγελματικό χώρο, περίπτωση απόρριψης, είτε άλλης έκτακτης κατάστασης π.χ. εγκλεισμού σε φυλακή. Σε όλες τις παραπάνω περιπτώσεις απαιτείται ψυχολογική και ψυχιατρική βοήθεια και παράλληλη χρήση κατάλληλων φαρμάκων.

  • Ο ορθός όρος είναι αβουλησία πλην όμως δεν επεκράτησε.

Στην Ψυχολογία και την Ψυχιατρική, καλείται η μερική (βλ. ελάττωση της πρωτοβουλίας) ή η παντελής έλλειψη βουλήσεως για δράση και σκέψη, που μπορεί να αναφέρεται στις αντανακλαστικές πράξεις, τις ανασταλτικές, τις κοινωνικές, τις διανοητικές, τις εκφραστικές, τις εσκεμμένες, τις λογικές/σκόπιμες, τις πειραματικές και τις προοδευτικές. Πρόκειται για τη μηδενική ή ελάχιστη ένταση της προσπάθειας και της καταβολής κόπου ή δύναμης για ένα προσδιορισμένο στόχο (Heckhausen, 251). Ο πάσχων από αβουλησία δεν αισθάνεται ηδονή πράττοντας ένα έργο, ούτε και μπορεί να αποφασίσει ή πράξει κάτι, αν και εναργώς κατανοεί την ανάγκη γι’ αυτό. Η αβουλησία, ως κατάσταση πρόσκαιρης αδυναμίας τής παρόρμησης ή εσκεμμένη απουσία τής πρόθεσης (Κωσταρίδου-Ευκλείδη, σ. 21) ή της διάθεσης και της τάσης για δράση (Ach 1910), θα πρέπει να διακρίνεται της έλλειψης οποιασδήποτε δράσης τού ατόμου (βλ. απραξία και απάθεια), όπως επίσης και της «διψυχίας» (Ιακ. 1, 8), «ουδετερότητας» (Αποκ. 3, 15-16), αμφιβολίας, βραδυβουλίας (όπου η απόφαση βραδύνει να ληφθεί) και δυσβουλίας (όπου η απόφαση λαμβάνεται μετά από μακρά διαδικασία). Έτσι, η πάθηση αυτή μοιάζει με το φαινόμενο της αμφίτασης (Ambitendenz). Η νόσος τής αβουλησίας αποτελεί το άλλο άκρο τού ορμησιακού (ή ενστικτώδους) τύπου ανθρώπων, όπως και της έλλειψης ικανότητας λήψης αποφάσεων για ένα συγκεκριμένο τρόπο ή δρόμο δράσης (Thomae 1965, 1983). Ιδιαίτερα, ο σχιζοφρενής, επειδή διακατέχεται ταυτόχρονα από πολυπληθείς ορμές, δεν «ξέρει πια τι θέλει» και επομένως δεν μπορεί να καταλήξει σε μία απόφαση.

Οι αρχαίοι Έλληνες φιλόσοφοι και ρήτορες (Δημόκριτος, Πιττακός, Δημοσθένης, Ισοκράτης κ.ά.), όπως και η Αγία Γραφή (Παροιμ. 14, 17. 25, 28, Βαρ. 3, 28) αλλά και οι Πατέρες τής Εκκλησίας (Ιωάννης ο Χρυσόστομος, Ισίδωρος Πηλουσιώτης, Αντώνιος Μοναχός κ.ά.) στηλίτευσαν τόσο την αβουλία, όσο και την αβουλησία.

Η αβουλησία διακρίνεται στα εξής είδη: α) αβουλησία εκλογής (διανοητική αβουλησία), β) αβουλησία για την εκτέλεση (της απόφασης) μιας πράξης και γ) αβουλησία αντιστάσεως, που συνίσταται στη μη συμμόρφωση διαφόρων (πολιτισμικών, υγιεινών, ηθικών, κοινωνικών, θρησκευτικών κ.λπ.) απαγορεύσεων, η οποία συνήθως απαντά σε ακρατείς και φιλήδονες φύσεις.

Εξάλλου, η αβουλησία μπορεί να διαχωριστεί γενικώς στις εξής δύο μορφές: α) την αβουλησία μόνο για ορισμένη κατηγορία αποφάσεων και πράξεων (βλ. συστηματική αβουλησία), όπου παρατηρείται αμφιταλάντευση, διστακτικότητα, αναποφασιστικότητα και αναβλητικότητα, πάθη για τα οποία ως αιτία θεωρείται η παροδική και περιοδική διαταραχή τού θυμικού (βλ. διχόθυμο), και β) την εκ φύσεως και καθ’ έξη παντελή έλλειψη βουλήσεως.

Η αβουλησία οφείλεται σε εγκεφαλικά τραύματα, νευρολογικό έλλειμμα, υπολειτουργία τού συστήματος των εσωτερικών αδένων, κατάθλιψη, σχιζοφρένεια, ή στη δυσλειτουργία των ορμών, κινήτρων και ελατηρίων τού ανθρώπου (που σχετίζονται με κοινωνικά-περιβαλλοντικά αίτια). Για τους Αρχαίους Έλληνες, ως αιτία τής αβουλησίας θεωρείτο η έλλειψη επαρκούς μορφώσεως, έτσι ώστε πολλές φορές ταυτιζόταν με την αγνωσία αλλά και την αθεΐα (Schmidt, τ. Α’, σ. 383, 448).

Συχνά, η αβουλησία συνοδεύεται από μελαγχολία, αγχώδεις καταστάσεις, κάποτε δε από αναισθησία, παθητικότητα, αδιαφορία, ασυνειδησία και φοβία. Οι ψυχοπαθείς με ασθενή βούληση γίνονται άθυρμα στα χέρια ξένων επιδράσεων. Από τον «εύριπο» (άβουλο άνθρωπο) δεν είναι δυνατόν να αναμένουμε γενναίες και αποφασιστικές πράξεις, όπως και απόλυτη ευθυγράμμιση στις απαιτήσεις και τους κανόνες τής Ηθικής. Γι’ αυτό, η Παιδαγωγική προσπαθεί ―και οφείλει― να καταπολεμεί την αβουλησία.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Τσιτσίγκου Σ.Κ., «Αβουλησία», Μεγάλη Ορθόδοξη Χριστιανική Εγκυκλοπαίδεια, τ. Α’, σ. 32,' Ach N., Über den Willensakt und das Temperament, Leipzig: Quelle/Meyer 1910· Ανδρούτσος Χ., Λεξικόν τής Φιλοσοφίας, Θεσσαλονίκη 21965· Αβούρης Σ. Ν., «Αβουλία», ΘΗΕ 1 (1962) 57· Heckhausen H., Allgemeine Psychologie

in Experimenten, Göttingen: Hogrefe, 1969· Kaplan & Sadock’s, Εγχειρίδιο Κλινικής Ψυχιατρικής, Αθήναι 32004· Κωσταρίδου ― Ευκλείδη Α., Ψυχολογία κινήτρων, Αθήνα 41999· Lalande A., Λεξικόν τής Φιλοσοφίας, Αθήναι 1955· Παπαδόπουλος Ν. Γ., Λεξικό τής Ψυχολογίας, Αθήνα 2005· Schmidt L., Η Ηθική των Αρχαίων Ελλήνων, μτφρ. Δ. Ι. Ολυμπίου, τ. Α’, εκδ. Σαββαλα, εν Αθήναις 1901· Thomae H., Allgemeine Psychol. II: Motivation. Hndb. D. Psych., Göttingen: Hogrefe, 1965, του αυτού, Altersstile und Altersschicksale, Bern: Huber, 1983· Τομασίδης Χ. Χ., Εισαγωγή στην Ψυχολογία, Αθήνα 2002.


Πηγή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • «Λεξικό αναπτυγμένων εννοιών», Φώτιος Π. Χατζηθωμάς - Παντελής Αλέφαντος, Εκδόσεις Φίλιππος,2001.
  • "Εγκυκλοπαίδεια Πάπυρος Λarousse Britannica" τομ.1ος, σελ.101.