Αναισθησία

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Αναισθησία καλείται η παθολογική κατάσταση ενός οργανισμού να μην αισθάνεται (αντιδρά σε), μερικώς ή ολικώς, κανένα εσωτερικό ή εξωτερικό ―θετικό ή αρνητικό (λ.χ. πόνο)― ερέθισμα, λόγω π.χ. οργανικών (γάγγραινα, λέπρα κ.λπ.) ή ψυχοδιανοητικών (βαρεία μελαγχολία, επιληψία, αλκοολισμός κ.λπ.) παθήσεων. Η απώλεια όλων των αισθήσεων (γενική αναισθησία) συνοδεύεται από απώλεια της συνείδησης.

Η αναισθησία μπορεί να προκληθεί και τεχνητά μέσω είτε ιατροφαρμακευτικών χειρισμών (π.χ. ηλεκτρική αναισθησία) ή ουσιών (νάρκωση με μυοχαλαρωτικά φάρμακα κ.λπ.), είτε ψυχολογικών μεθόδων ή ασκήσεων (αυθυποβολή, υποβολή, υπερβολική συγκίνηση, απόλυτη προσήλωση και περισυλλογή κ.λπ.). Υπάρχει όμως και αναισθησία, η οποία οφείλεται σε υπερφυσικούς παράγοντες, όπως για παράδειγμα αυτή που πλούσια απαντά στην αγιολογική Γραμματεία.

Αντιλήψεις περί αναισθησίας[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι Αρχαίοι Έλληνες και οι Πατέρες τής Εκκλησίας χρησιμοποιούν τον όρο αναισθησία όχι με την ψυχοφυσιολογική έννοια (όπως λ.χ. οι Κυνικοί και οι Στωικοί), αλλά κυρίως με την ηθική.

Σύμφωνα με τον Αριστοτέλη, η πλήρης αναισθησία δεν επιδοκιμάζεται, αφού επιβάλλει την απόλυτη αποχή από τις μέτριες και αναγκαίες ηδονές. Ως αποτέλεσμα, η αναισθησία μπορεί να οδηγήσει τον άνθρωπο στη σκληροκαρδία. Αντίθετα, κατά τον Κυρηναϊκό φιλόσοφο Ηγησία τον Πεισιθάνατο, το μέγιστο αγαθό για τον άνθρωπο είναι η αναισθησία που επέρχεται με τον θάνατο. Κατά τον άγιο Ιωάννη τον Χρυσόστομο, η αναισθησία, που χρησιμοποιείται με την έννοια τής απάθειας (MPG 47, 413), καταδικάζεται, επειδή συνδέεται με την αμετρία (MPG 50, 664). Ομοίως, κατά τον Ιωάννη Σιναΐτη (MPG 88, 869d, MPG 88, 932b), η (ηθική) αναισθησία, όντας μητέρα τής λήθης και της γαστριμαργίας (που πηγάζει από τη φιλαυτία) αλλά και φυγαδευτική τού Θείου φόβου (οπότε η αμαρτία δεν λογίζεται ως αμαρτία), δηλώνει την απονεκρωμένη αίσθηση, την αδιαφορία για τα πνευματικά, τη ναρκωμένη σκέψη, την αναλγησία και τη θύρα τής απόγνωσης. Σύμφωνα με τον Ευάγριο Μοναχό (Περί διακρίσεως παθών και λογισμών, ι’), η αναισθησία αυτή προκαλείται από τη συγκατάνευση του ανθρώπου με τον διάβολο. Εντούτοις, κατά τον Νείλο Ασκητή (MPG 79, 1149d), υπάρχει και η «καλή» (ηθική) αναισθησία, η οποία λειτουργεί ως συνώνυμη της αοργησίας.

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Τσιτσίγκου Σ. Κ., Το Χρυσοστομικό Ήθος: Οι αρετές κατά τον Ιωάννη τον Χρυσόστομο, Θεσσαλονίκη 2001, Νικολαΐδη Α. Β., Άκρα και Μεσότητες: Από την Αριστοτελική στην Πατερική Μεσότητα, Αθήνα 2003.