Αβαείο του Κσέσουφ

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Αβαείο του Κσέσουφ
Krzeszów church.jpg
Είδοςαββαείο και θρησκευτική κοινότητα
Αρχιτεκτονικήμπαρόκ αρχιτεκτονική
Γεωγραφικές συντεταγμένες50°43′58″N 16°4′5″E
ΘρήσκευμαΚαθολικισμός
Θρησκευτικό τάγμαΤάγμα του Αγίου Βενέδικτου και Κιστερκιανό Τάγμα
Θρησκευτική υπαγωγήΡωμαιοκαθολική Επισκοπή της Σφιντνίτσα
Διοικητική υπαγωγήΚσέσουφ (Βοεβοδάτο Κάτω Σιλεσίας)[1]
ΧώραΠολωνία[2]
Έναρξη κατασκευής13ος αιώνας
Κατεδάφιση1810
ΠροστασίαΚατάλογος ιστορικών μνημείων της Πολωνίας (από 2004)[3]
Commons page Πολυμέσα

Το Αβαείο του Κσέσουφ, παλαιότερα γνωστό ως Αβαείο του Γκρύσαου (πολωνικά: Klasztor w Krzeszowie, γερμανικά: Kloster Grüssau), αναφέρεται σε ένα ιστορικό μοναστήρι του Τάγματος των Κιστερκιανών στο Γκρύσαου της Κάτω Σιλεσίας, μετά το 1945 Κσέσουφ στην Πολωνία. Το όνομα Αβαείο του Γκρύσαου, που ιδρύθηκε το 1947, αναφέρεται σε ένα σπίτι του Τάγματος του Αγίου Βενέδικτου στην πόλη Μπαντ Βίμπφεν στη Βάδη-Βυρτεμβέργη, όπου η γερμανική κοινότητα του Γκρύσαου (Κσέσουφ) βρήκε καταφύγιο μετά την κατάληψη του «Μοναστηρίου του Γκρύσαου» από την Πολωνία.

Το Μοναστήρι του Γκρύσαου (Αβαείο), ένα ίδρυμα των Βενεδικτίνων του 1242, από το 1289 έως το 1810 διευθύνονταν από Κιστερκιανούς, έως ότου κοσμικοποιήθηκε από το Βασίλειο της Πρωσίας. Από το 1919, το Μοναστήρι του Γκρύσαου διευθύνθηκε και πάλι από τους Βενεδικτίνους, εξόριστους από την Πράγα. Η νέα τοποθεσία στη μεταπολεμική Δυτική Γερμανία αναφέρεται ως Αβαείο του Γκρύσαου ή Γκρύσαου-Βίμπφεν. Η τοποθεσία του αβαείου στο Κσέσουφ της Πολωνίας, έγινε γνωστή ως Αβαείο του Κσέσουφ.

Το αρχικό αβαείο είναι πλέον ένα από τα επίσημα εθνικά ιστορικά μνημεία της Πολωνίας (Pomnik historii), όπως ορίστηκε την 1η Μαΐου 2004, και παρακολουθείται από το Συμβούλιο Εθνικής Κληρονομιάς της Πολωνίας.[4]

Ιστορία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Σιλεσία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στις 8 Μαΐου 1242, το μοναστήρι στο Γκρύσαου στην Κάτω Σιλεσία ιδρύθηκε από την Άννα της Βοημίας, χήρα του Δούκα του Οίκου των Πιάστ, Ερρίκου Β΄ του Ευσεβούς, ο οποία είχε σκοτωθεί στη Μάχη της Λεγκνίτσα. Κατοικήθηκε από Βενεδικτίνους μοναχούς που κατέβαιναν από το αβαείο του Οπατοβίτσε ναντ Λάμπεμ στη Βοημία. Το 1289, ο εγγονός της Άννας, Δούκας Μπόλκο Α΄ ο Αυστηρός, απέκτησε και πάλι τα εδάφη του αβαείου και τα έδωσε στους Κιστερκιανούς στο Χάινριχαου (Χενρίκουφ), οι οποίοι καθαγίασαν τη νέα Εκκλησία της Κοίμησης της Θεοτόκου Μαρίας το 1292. Το 1392, το Σιλεσικό Δουκάτο του Σφάιντνιτς (Σφιντνίτσα) ενσωματώθηκε στο Βασίλειο της Βοημίας, ένα ελεκτοράτο της Γερμανίας.

Το Αβαείο του Κσέσουφ.

Το Αβαείο του Γκρύσαου καταστράφηκε κατά τη διάρκεια των Πολέμων των Χουσιτών και ξανά κατά τη διάρκεια του Τριακονταετούς Πολέμου, όπου ξαναχτίστηκε και στις δύο περιπτώσεις. Ήταν ιδιαίτερα συνδεδεμένο με τον Σιλεσιανό μυστικιστή Άγγελο Σιλέσιο. Από το 1728 το αβαείο ξαναχτίστηκε σε μπαρόκ ρυθμό, συμπεριλαμβανομένων αρκετών γλυπτών του Φέρντιναντ Μπρόκοφ, καθώς και πινάκων των Πετρ Μπραντλ και Μίχαελ Βίλμαν. Με το μεγαλύτερο μέρος της Σιλεσίας, το Γκρύσαου κατακτήθηκε από τον Βασιλιά Φρειδερίκο Β΄ της Πρωσίας το 1742 και τελικά κοσμικοποιήθηκε το 1810, κατά τη διάρκεια των Ναπολεόντειων Πολέμων. Η εκκλησία έγινε ενοριακή εκκλησία και οι υπόλοιπες εγκαταστάσεις χρησιμοποιήθηκαν για διάφορους κυβερνητικούς σκοπούς εντός της πρωσικής Επαρχίας της Σιλεσίας.

Όταν μετά τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο οι Σουδητοί Γερμανοί μοναχοί του Αβαείου της Πράγας στην Τσεχοσλοβακία ήταν υποχρεωμένοι να εγκαταλείψουν την πόλη, εγκαταστάθηκαν το 1919 στα κενά μοναστήρια στο Γκρύσαου, τότε τμήμα της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης. Επανήλθε και πάλι σε αβαείο από τον Πάπα Πίο ΙΑ΄ το 1924, ωστόσο το μοναστήρι τέθηκε σε αναστολή από τη ναζιστική κυβέρνηση το 1940 και τα κτίρια κατασχέθηκαν ως στρατόπεδο κράτησης. Κατά τη διάρκεια του βομβαρδισμού του Βερολίνου από το 1942 και μετά, μεγάλα τμήματα της συλλογής της Κρατικής Βιβλιοθήκης του Βερολίνου μεταφέρθηκαν στο Αβαείο του Γκρύσαου. Τα έγγραφα αυτά περιλαμβάνουν μερικές από τις πρώτες γνωστές απεικονίσεις ειδών από Ευρωπαίους φυσιοδίφες, μεταξύ των οποίων, ο Γκέοργκ Μάργκραφ και ο βοτανολόγος Φέρντιναντ Μπάουερ. Αυτή η συλλογή αποθηκεύτηκε στο αβαείο κατά τη διάρκεια του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου και παρέμεινε χαμένη για πάνω από 30 χρόνια.[5]

Η περιοχή τέθηκε υπό πολωνική διοίκηση σύμφωνα με τη Συμφωνία του Πότσνταμ του 1945. Αν και το μοναστήρι επέστρεψε στους μοναχούς μετά το τέλος του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, ως εθνοτικοί Γερμανοί, εκδιώχθηκαν από τη Σιλεσία από την πολωνική κυβέρνηση λίγο αργότερα στις 12 Μαΐου 1946. Το 1946 μια μυστηριώδης συνοδεία κλήθηκε στο μοναστήρι και φόρτωσε χιλιάδες χειρόγραφα - αυτόγραφες παρτιτούρες του Μότσαρτ (το ¼ της γνωστής μουσικής του), του Μπετόβεν, του Μπαχ και άλλων συνθετών - και εξαφανίστηκε. Πολλοί τόμοι αποκαταστάθηκαν στην Ανατολική Γερμανία το 1965, η υπόλοιπη συλλογή Berlinka στο Γιαγκιελόνιο Πανεπιστήμιο της Κρακοβίας και το καθεστώς της ως «κλεμμένη τέχνη» εξακολουθεί να αποτελεί αντικείμενο διαφωνίας.

Το 1947, το Αβαείο του Κσέσουφ επανεγκαταστάθηκε από Πολωνές Βενεδικτίνες καλόγριες που εκδιώχθηκαν από το Λβιβ (Λβουφ).

Βάδη-Βυρτεμβέργη[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Εκκλησία του Αγίου Πέτρου του Αβαείου

Το 1947, η εκδιωγμένη κοινότητα υπό τον Ηγούμενο Άλμπερτ Σμιτ αγόρασε το πρώην Ritterstift (συλλογικό ίδρυμα ή κανόνα) γύρω από τη γοτθική μοναστηριακή εκκλησία του Αγίου Πέτρου στο Μπαντ Βίμπφεν, η οποία είχε εγκαταλειφθεί από την εκκοσμίκευσή του το 1803 και έγινε γνωστό ως Μοναστήρι του Μπαντ Βίμπφεν. Ο τελευταίος ηγούμενος, Λαουρέντιους Χοχάιζελ, παραιτήθηκε το 1997. Δεδομένου ότι η συμμετοχή της κοινότητας είχε μειωθεί υπερβολικά για να είναι νομικά ανεξάρτητη, καθοδηγείται από το 2001 από τον ηγούμενο του Αβαείου του Νόιμπουργκ κοντά στη Χαϊδελβέργη.

Μέχρι το φθινόπωρο του 2006 δεν είχαν απομείνει μοναχοί, με τον τελευταίο να έχει μετακομίσει στο Νόιμπουργκ, αν και το Μοναστήρι του Μπαντ Βίμπφεν παραμένει ονομαστικά ένα μοναστήρι Βενεδικτίνων και εξακολουθεί να είναι μέλος του Εκκλησιάσματος του Μπόιρον στο πλαίσιο της Συνομοσπονδίας Βενεδικτίνων. Μια μικρή κοινότητα (αποτελούμενη στα τέλη του 2006 από έναν ιερέα και έναν λαϊκό) διατηρεί τις εγκαταστάσεις ως ξενώνας Βενεδικτίνων και τόπο ησυχαστηρίου, υπό τη διαχείριση του Αβαείου του Νόιμπεργκ.


Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. (Γερμανικά, Αγγλικά, Γαλλικά, Ισπανικά, Ιταλικά) archINFORM. 17384. Ανακτήθηκε στις 31  Ιουλίου 2018.
  2. (Γερμανικά, Αγγλικά, Γαλλικά, Ισπανικά, Ιταλικά) archINFORM. 17384. Ανακτήθηκε στις 30  Ιουλίου 2018.
  3. www.nid.pl/pl/Informacje_ogolne/Zabytki_w_Polsce/Pomniki_historii/Lista_miejsc/miejsce.php?ID=296.
  4. «Krezeszów Cistercian Abbey». Συμβούλιο Εθνικής Κληρονομιάς της Πολωνίας. Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 17 Απριλίου 2021. Ανακτήθηκε στις 7 Μαΐου 2018. 
  5. Πίτερ Γουάιτχεντ (1982). «The treasures at Grüssau"». New Scientist 94: 226–231. 

Εξωτερικοί σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]