Ύψωσις του Τιμίου και Ζωοποιού Σταυρού

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Η Ύψωσις του Τιμίου Σταυρού είναι μία σταθερή θρησκευτική εορτή που έχει καθοριστεί να εορτάζεται στις 14 Σεπτεμβρίου από την Ανατολική Ορθόδοξη Εκκλησία. Η Ύψωσις του Τιμίου Σταυρού τιμάται και από την Ανατολική Ορθόδοξη Εκκλησία και από την Καθολική Εκκλησία. Σύμφωνα με τους συναξαριστές η εορτή γίνεται για την πρώτη Ύψωση του Τιμίου Σταυρού που έγινε στις 14 Σεπτεμβρίου το 335 μ.Χ. ενώ κάποιοι άλλοι συναξαριστές υποστηρίζουν ότι η εορτή αυτή γίνεται για την δεύτερη Ύψωση του Τιμίου Σταυρού δηλαδή για την Ύψωση του 629 μ.Χ. Την ημέρα της Υψώσεως του Τιμίου Σταυρού γιορτάζουνε τα ονόματα: Θεοκλής, Θεοκλέας, Θεόκλεια, Σταύρος, Σταύρακας, Σταυράκιος, Σταυρής, Σταυριανός, Σταυράκης, Σταυρούλα, Σταυριανή, Σταυρίνα, Σταυρία.

Η πρώτη Ύψωσις του Τιμίου Σταυρού[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η επίσκεψη της Αγίας Ελένης στους Αγίους Τόπους[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Meister des Reliquienkreuzes von Cosenza 002.jpg

Η Αγία Ελένη το 326 μ.Χ. επισκέφτηκε την πόλη της Ιερουσαλήμ για να ασπαστεί και να προσκυνήσει τους Αγίους Τόπους με σκοπό να ευχαριστήσει τον Θεό για τις μεγάλες επιτυχίες του υιού Κωνσταντίνου. Όμως ο Θείος ζήλος έκανε την Ελένη να αρχίσει βαθιές έρευνες για την ανεύρεση του Τίμιου Σταυρού.[1]

Το συμβάν στον Γολγοθά[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στον Γολγοθά υπήρξε ένας ναός που ήταν ειδωλολατρικός και ήταν αφιερωμένος στην Θεά Αφροδίτη τον οποίον η Αγία Ελένη τον γκρέμισε και άρχισε τις ανασκαφές για την ανεύρεση του Τίμιου Σταυρού. Τότε βρέθηκαν τρεις σταυροί αλλά δεν γνώριζαν ποιος σταυρός ήταν του Ύψιστου. Τότε ο Μακάριος Α΄ ο Πατριάρχης των Ιεροσολύμων άρχισε μια δέηση μαζί με άλλους πρεσβύτερους και αφού τελείωσε η δέηση ακούμπησαν τους τρεις σταυρούς με το σώμα μιας πεθαμένης γυναίκας. Εκείνη την στιγμή όταν ακούμπησε τον τρίτο σταυρό η γυναίκα αναστήθηκε αμέσως. Αυτή η είδηση διαδόθηκε γρήγορα σε όλα τα μέρη της Ιερουσαλήμ. Πλήθη Χριστιανών έτρεξαν για να ασπαστούν και να προσκυνήσουν τον Τίμιο Σταυρό.[2]

Η πρώτη Ύψωσις του Τιμίου Σταυρού[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Επειδή όμως συνέβησαν πολλά ατυχήματα κατά τον συνωστισμό οι φύλακες ύψωσαν τον Τίμιο Σταυρό στις 14 Σεπτεμβρίου το 335 μ.Χ. μέσα στον Ιερό Ναό της Αναστάσεως σε ψηλό μέρος για να μπορέσουν να τον δουν και να τον προσκυνήσουν όλοι οι πιστοί του Χριστιανισμού. Επίσης μερικοί συναξαριστές αναφέρουν την ημέρα αυτή και την Ύψωση του Τιμίου Σταυρού που έγινε στην Κωνσταντινούπολη το 628 μ.Χ. από τον αυτοκράτορα Ηράκλειο που πήρε ξανά τον Τίμιο Σταυρό από τους Πέρσες που τον είχανε αρπάξει από τους Αγίους Τόπους.[3]

Η δεύτερη Ύψωσις του Τιμίου Σταυρού[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η αρπαγή του Τιμίου Σταυρού από τους Πέρσες[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Όταν οι Πέρσες κατάκτησαν την Πόλη της Παλαιστίνης το 613 μ.Χ. έκαψαν και κατέστρεψαν τις αγιογραφίες και τα ιερά προσκυνήματα των εκκλησιών και πήραν μαζί τους για πολεμικό λάφυρο τον Τίμιο Σταυρό επειδή τον θεώρησαν ως μαγικό από τα γεγονότα που συνέβησαν το 326 μ.Χ.[4]

Η επιστροφή του Τιμίου Σταυρού στην Κωνσταντινούπολη και ύστερα στα Ιεροσόλυμα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ύστερα από την πανηγυρική νίκη του Ηρακλείου εναντίων των Περσών έφερε ξανά τον Τίμιο Σταυρό, το ιερό σύμβολο του Χριστιανισμού στην Κωνσταντινούπολη όπου και τον ύψωσε ξανά σε ψηλό μέρος στις 14 Σεπτεμβρίου το 629 μ.Χ. και ύστερα τον μετέφεραν στα Ιεροσόλυμα. Τέλος το Πατριαρχείο Ιεροσολύμων τεμάχισε τον Τίμιο Σταυρό σε Τίμιο Ξύλο διανέμοντας το σε όλη την Εκκλησία, πιστεύοντας ότι ο Σταυρός του Ιησού Χριστού ανήκει για όλες τις εκκλησίες της Οικουμένης.[5]


Ύμνοι & δοξασίες για την Ύψωση του Τιμίου Σταυρού[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ἀπολυτίκιον[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ἦχος α’.[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Σῶσον Κύριε τὸν λαόν σου καὶ εὐλόγησον τὴν κληρονομίαν σου,

νίκας τοῖς Βασιλεῦσι κατὰ βαρβάρων δωρούμενος καὶ τὸ σὸν

φυλάττων διὰ τοῦ Σταυροῦ σου πολίτευμα.

Κοντάκιον[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ἦχος δ’. Αὐτόμελον.[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ὁ ὑψωθεὶς ἐν τῷ Σταυρῷ ἑκουσίως, τῇ ἐπωνύμῳ σου καινὴ πολιτεία,

τοὺς οἰκτιρμούς σου δώρησαι, Χριστὲ ὁ Θεός, Εὔφρανον ἐν τῇ δυνάμει

σου, τοὺς πιστοὺς Βασιλεῖς ἡμῶν, νίκας χορηγῶν αὐτοῖς, κατὰ τῶν

πολεμίων, τὴν συμμαχίαν ἔχοιεν τὴν σήν, ὅπλον εἰρήνης, ἀήττητον

τρόπαιον.

Κάθισμα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ἦχος α’. Τοῦ λίθου σφραγισθέντος.[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Τοῦ Σταυροῦ σου τὸ ξύλον προσκυνοῦμεν Φιλάνθρωπε, ὅτι ἐν αὐτῷ

προσηλώθης ἡ ζωὴ τῶν ἁπάντων· Παράδεισον ἠνέῳξας Σωτήρ, τῷ

πίστει προσελθόντι σοι Ληστῇ· καὶ τρυφῆς κατηξιώθη, ὁμολογῶν σοι,

Μνήσθητί μου Κύριε. Δέξαι ὥσπερ ἐκεῖνον καὶ ἡμᾶς, κραυγάζοντας·

Ἡμάρτομεν, πάντες τῇ εὐσπλαγχνίᾳ σου, μὴ ὑπερίδῃς ἡμᾶς. (Δίς)

Ἕτερον Κάθισμα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ἦχος πλ. β’.[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Μόνον ἐπάγη τὸ ξύλον Χριστὲ τοῦ Σταυροῦ σου, τὰ θεμέλια ἐσαλεύθη

τοῦ θανάτου Κύριε· ὃν γὰρ κατέπιε πόθῳ ᾍδης, ἀπήμεσε τρόμῳ· ἔδειξας

ἡμῖν τὸ σωτήριόν σου Ἅγιε, καὶ δοξολογοῦμέν σε, Υἱὲ Θεοῦ, ἐλέησον ἡμᾶς.

(Δίς)

Ἕτερον Κάθισμα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ἦχος πλ. δ’. Τὸ προσταχθὲν.[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Προδιετύπου μυστικῶς πάλαι τῷ χρόνῳ, ὁ Ἰησοῦς ὁ τοῦ Ναυῆ, Σταυροῦ

τὸν τύπον, ὡς τὰς χεῖρας ἐξέτεινε σταυροφανῶς Σωτήρ μου· καὶ ἔστη ὁ

ἥλιος ἕως ἐχθρούς, ἀνεῖλεν, ἀνθισταμένους σοι τῷ Θεῷ· νῦν δὲ οὗτος

ἐσκότισται, ἐπὶ Σταυροῦ σε ὁρῶν, θανάτου κράτος λύοντα, καὶ τὸν ᾍδην

σκυλεύοντα.


Ἕτερον Κάθισμα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ἦχος πλ. δ’. Τὸ προσταχθὲν.[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ἐν Παραδείσῳ με τὸ πρίν, ξύλον ἐγύμνωσεν, οὗπερ τῇ γεύσει, ὁ ἐχθρὸς

εἰσφέρει νέκρωσιν, τοῦ Σταυροῦ δὲ τὸ ξύλον, τῆς ζωῆς τὸ ἔνδυμα, ἀνθρώποις

φέρον, ἐπάγη ἐπὶ τῆς γῆς, καὶ κόσμος ὅλος ἐπλήσθη πάσης χαρᾶς· ὃν ὁρῶντες

ὑψούμενον, Θεῷ ἐν πίστει λαοί, συμφώνως ἀνακράξωμεν· Πλήρης δόξης

ὁ οἶκός σου. (Δίς)


Ὁ Οἶκος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ὁ μετὰ τρίτον οὐρανὸν ἀρθεὶς ἐν Παραδείσῳ, καὶ ῥήματα τὰ ἄρρητα καὶ

θεῖα, ἃ οὐκ ἐξὸν γλώσσαις λαλεῖν, τὶ τοῖς Γαλάταις γράφει, ὡς ἐρασταὶ τῶν

Γραφῶν, ἀνέγνωτε καὶ ἔγνωτε. Ἐμοί, φησί, καυχᾶσθαι μὴ γένοιτο, πλὴν εἰ

μὴ ἐν μόνῳ τῷ Σταυρῷ τῷ τοῦ Κυρίου, ἐν ᾧ παθών, ἔκτεινε τὰ πάθη. Αὐτὸν

οὖν καὶ ἡμεῖς βεβαίως κρατῶμεν τοῦ Κυρίου τὸν Σταυρὸν καύχημα πάντες·

ἔστι γὰρ σωτήριον ἡμῖν τοῦτο τὸ ξύλον, ὅπλον εἰρήνης ἀήττητον τρόπαιον.


Έθιμα & παραδόσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Βασιλικός: Στην Ύψωση του Τιμίου Σταυρού συνηθίζεται να μοιράζεται στις εκκλησίες βασιλικός ο οποίος δίνεται γιατί όταν η Αγία Ελένη επιθεωρούσε τα κτήματα και τα χωράφια της περιοχής, οδηγήθηκε τυχαία σε ένα αρωματικό φυτό το οποίο όταν το μύρισε αισθάνθηκε ότι εκεί κάτω βρισκόταν ο Τίμιος Σταυρός και έβαλε τους εργάτες να σκάψουν. Σκάβοντας τελικά βρήκαν τον Σταυρό του Θεανθρώπου. Έτσι και η Αγία Ελένη ονόμασε το φυτό βασιλικό. Τον βασιλικό που μοιράζει η εκκλησία στους πιστούς τον παίρνουν οι γυναίκες και τον σταυρώνουν στο στο προζύμι που έφτιαχναν και ύστερα τον έβαζαν σε ένα ποτήρι με νερό ελπίζοντας ότι θα έβγαζε ρίζες και έτσι θα τον φύτευαν ξανά.
  • Αγιασμός: Τον αγιασμό τον έδινε η εκκλησία στους πιστούς για να αγιάσουν το σπίτι τους και για να φτιάξουν το προζύμι της χρονιάς το οποίο ήταν γλυκό και δεν μούχλιαζε.
  • Την ημέρα του της Ύψωσης του Τίμιου Σταυρού οι ναυτικοί συνήθιζαν να δένουν τα καράβια τους και και να μην ταξιδεύουν επειδή υπήρχε μια παροιμία που έλεγε «Του Σταυρού, σταύρωνε και δένε».
  • Οι αγρότες έφερναν ένα μείγμα από τα δημητριακά που θα έσπερναν μέσα στην εκκλησία για να δεχτούν την ευλογία του πρεσβυτέρου «Βλαστήσαι την γην, και δούναι σπέρμα το σπείροντι, και άρτον εις βρώσιν».[6]

Δείτε επίσης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]


Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Εξωτερικοί σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]