Άντριεν Μπράουβερ

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Άντριεν Μπράουβερ
Portrait of Adriaen Brouwer by Anthony van Dyck.jpg
Γέννηση
Οντενάρντ
Θάνατος
Αμβέρσα
Υπηκοότητα Νότιες Κάτω Χώρες και Βέλγιο
Ιδιότητα ζωγράφος
Είδος τέχνης ρωπογραφία
Καλλιτεχνικά ρεύματα Μπαρόκ
Σημαντικά έργα A Fat Man, Peasant Drinking About και Peasant Brawl
Commons page Wikimedia Commons

Ο Άντριεν Μπράουβερ (φλαμανδικά: Adriaen Brouwer[1], Άουντενααρντε, περ. 1605 - Αμβέρσα Ιανουάριος 1638) ήταν Φλαμανδός ζωγράφος που δραστηριοποιήθηκε στη Φλάνδρα και στην Ολλανδική Δημοκρατία κατά το πρώτο ήμισυ του 17ου αιώνα. [2][3]

Ο Μπράουβερ υπήρξε σημαντικός καινοτόμος στη θεματολογία της καθημερινότητας στη ζωγραφική μέσα από τις ζωηρές απεικονίσεις χωρικών, στρατιωτών και άλλων "χαμηλής τάξης" προσώπων που πίνουν, καπνίζουν, παίζουν χαρτιά ή ζάρια, τσακώνονται, παίζουν μουσική κτλ. σε ταβέρνες ή αγροτικές συνθέσεις.[4] Ο Μπράουβερ συντέλεσε στην εξέλιξη των προσωπογραφιών που αποκαλούνται tronies, (παλ. ολλανδ.= πρόσωπα), δηλ. σπουδές σε πρόσωπα ή κεφαλές ατόμων που διερευνούν μια ποικιλία εκφράσεων.[5] Κατά τα τελευταία χρόνια της σταδιοδρομίας του δημιούργησε μερικά τοπία, με τραγική ένταση. Το έργο του άσκησε σημαντική επιρροή στην επόμενη γενεά Φλαμανδών και Ολλανδών ζωγράφων που ασχολήθηκαν με σκηνές της καθημερινότητας.[2][4]

Βίος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Υπάρχουν ακόμη μερικά αναπάντητα ερωτήματα σχετικά με τον πρώιμο βίο και τη σταδιοδρομία του Άντριεν Μπράουβερ. Ο Ολλανδός βιογράφος Άρνολντ Χαουμπράκεν, στο βιβλίο του De groote schouburgh der Nederlantsche konstschilders en schilderessen (= το Μεγάλο θέατρο των Ολλανδών Ζωγράφων) του 1718-19, περιέλαβε πολλαπλά εσφαλμένα στοιχεία και φαντασιοκοπίες σχετικά με τον βίο του Μπράουβερ. Τα πιο τρανταχτά σφάλματα του Χαουμπράκεν είναι ότι τοποθετεί τον τόπο γέννησής του στο Χάαρλεμ της Ολλανδικής Δημοκρατίας και ότι δάσκαλός του υπήρξε ο Φρανς Χαλς.[6]

Η πικρή γουλιά

Σήμερα γίνεται εν γένει παραδεκτό ότι ο Μπράουβερ γεννήθηκε στο Άουντενααρντε (σήμερα στο Βέλγιο) της Φλάνδρας το 1605 ή το 1606. Ο πατέρας του, που λεγόταν επίσης Άντριεν εργαζόταν ως σχεδιαστής ταπισερί στην πόλη, η οποία ήταν από τα σημαντικότερα κέντρα παραγωγής ταπισερί στη Φλάνδρα. Ο πατέρας του πέθανε φτωχός όταν ο νεαρός Άντριεν ήταν 15 ή 16 ετών, έχοντας όμως ήδη εγκαταλείψει την πατρική εστία.[7]

Το 1622 ο Μπράουβερ εργαζόταν στην Αμβέρσα. Τον Μάρτιο του 1625 καταγράφεται στο Άμστερνταμ, όπου διέμενε στο πανδοχείο του ζωγράφου Μπάρεντ φαν Σόμερεν (Barent van Someren).[4] Καταγράφεται, επίσης, στις 23 Ιουλίου 1626 στο Άμστερνταμ ως μάρτυρας, όταν υπέγραψε μια δήλωση του φαν Σόμερεν και του Άντριεν φαν Νιούλαντ (Adriaen van Nieulandt) σχετικά με μια πώληση πινάκων στο Άμστερνταμ. Είναι πιθανόν ότι εκείνη την εποχή ήδη ζούσε στο Χάαρλεμ.[3] Δραστηριοποιήθηκε στο επιμελητήριο των ρητόρων De Wijngaertranken του Χάαρλεμ.

Το 1631 ο Μπράουβερ επέστρεψε στη γενέτειρά του περιοχή της Φλάνδρας, όπου καταγράφεται ως «δάσκαλος» στη Συντεχνία του Αγίου Λουκά της Αμβέρσας. Νωρίτερα είχε γίνει δημότης (poorter) της Αμβέρσας. Ο καλλιτέχνης συνέχισε να ζει και να εργάζεται στην Αμβέρσα μέχρι τον πρόωρο θάνατό του. Το όνομά του εμφανίζεται στα αρχεία της πόλης, συνήθως σχετιζόμενο με διακανονισμούς των ποικίλων χρεών του.[6]

Οι καπνιστές

Το 1633 ο Μπράουβερ φυλακίστηκε στο κάστρο της Αμβέρσας. Οι λόγοι της φυλάκισής του δεν είναι σαφείς. Πιθανότατα ήταν για λόγους φοροδιαφυγής ή, εναλλακτικά, για πολιτικούς λόγους, καθώς οι τοπικές αρχές ίσως θεώρησαν ότι ήταν κατάσκοπος της Ολλανδικής Δημοκρατίας.[6] Το αρτοποιείο στο κάστρο ήταν ιδιοκτησία του Γιόος φαν Κρέσμπεϊκ (Joos van Craesbeeck) και πιθανότατα Μπράουβερ και Κρέσμπεϊκ γνωρίστηκαν κατ' εκείνη την περίοδο. Με βάση τις πληροφορίες που δίνει ο σύγχρονός τους Φλαμανδός βιογράφος Κορνέλις ντε Μπι (Cornelis de Bie) στο βιβλίο του Het Gulden Cabinet, πιστεύεται ότι ο Κρέσμπεϊκ έγινε μαθητής του Μπράουβερ και ο καλύτερος φίλος του. Η σχέση τους περιγράφεται από τον ντε Μπι με τη φράση Soo d'oude songhen, soo pypen de jonghen («όπως τραγουδούν οι γεροντότεροι, έτσι και οι νεότεροι»).[8] Οι ομοιότητες του ύφους ανάμεσα στο έργο του Μπράουβερ και στα πρώτα έργα του Κρέσμπεϊκ φαίνεται να συνηγορούν υπέρ αυτής της μαθητείας.[9]

Στις 26 Απριλίου 1634 ο Μπράουβερ βρήκε κατάλυμα στο σπίτι του διακεκριμένου χαράκτη Πάουλους Πόντιους, καθώς οι δύο άνδρες είχαν συνδεθεί με στενή φιλία. Το ίδιο έτος προσέγγισαν το τοπικό επιμελητήριο των ρητόρων Violieren.[6] Έχει προταθεί ότι το έργο του Μπράουβερ Ο χονδρός άνδρας (ή, εναλλακτικά, «πολυτέλεια» (Luxuria), που σήμερα βρίσκεται στο Mauritshuis πιθανόν αντιπροσωπεύει το θανάσιμο αμάρτημα της λαγνείας, αλλά ταυτόχρονα είναι και προσωπογραφία του Πόντιους.[10]

Χωρικοί τσακώνονται για μια παρτίδα χαρτιά

Οι πρώιμοι βιογράφοι περιγράφουν πώς ο Μπράουβερ και οι καλλιτέχνες φίλοι του περνούσαν σημαντικό τμήμα του χρόνου τους διασκεδάζοντας σε τοπικές ταβέρνες, συχνά συνοδευόμενοι από συναδέλφους τους. Ο Μπράουβερ ζωγράφισε μια σκηνή στην ταβέρνα, τους "Καπνιστές", στην οποία περιέλαβε αυτοπροσωπογραφία του μαζί με πορτρέτα των Γιαν Κόσσιερς, Γιαν Λίφενς, Γιόος φαν Κρέσμπεϊκ και Γιαν Ντάβιντς ντε Χέεμ (Jan Davidsz. de Heem). Ο πίνακας ζωγραφίστηκε περίπου το 1636 και σήμερα βρίσκεται στο Μητροπολιτικό Μουσείο Τέχνης στη Νέα Υόρκη. Η συντροφιά των φίλων είναι καθισμένη γύρω από ένα τραπέζι και καπνίζει. Ο Μπράουβερ είναι η μορφή στο κέντρο, που γυρίζει για να αντικρίσει τον θεατή. Αυτός ο τύπος ομαδικού πορτρέτου αναπαράχθηκε ως αναπαράσταση μιας από τις πέντε αισθήσεις (στην περίπτωση αυτή της γεύσης).[5]

Παρά τον αναφερόμενο ως άσωτο τρόπο ζωής του και την προτίμησή του σε θέματα καθημερινότητας των κοινωνικά κατώτερων τάξεων, ο Μπράουβερ απολάμβανε του υψηλού σεβασμού των συναδέλφων του, όπως καταδεικνύει το γεγονός ότι ο Πέτερ Πάουλ Ρούμπενς είχε στην ιδιοκτησία του δεκαεπτά πίνακες του Μπράουβερ κατά την εποχή του θανάτου του καλλιτέχνη, από τους οποίους έναν τουλάχιστον είχε αγοράσει πριν γνωρίσει τον Μπράουβερ προσωπικά.[6] Ο Ρέμπραντ διέθετε επίσης πίνακες του Μπράουβερ στη συλλογή του.[3]

Οσμή

Το 1635 ο Μπράουβερ ανέλαβε τον Ζαν-Μπατίστ Νταντουά (Jan-Baptist Dandoy, δραστηριοποιήθηκε στην περίοδο 1631-1638) ως τον μόνο επίσημα καταγεγραμμένο μαθητή του. Τον Ιανουάριο του 1638 απεβίωσε στην Αμβέρσα. Μερικοί από τους πρώιμους βιογράφους του απέδωσαν τον πρόωρο θάνάτό του στον τρόπο ζωής του και την κατάχρηση οινοπνευματωδών. Ο Χαουμπράκεν, όμως, αποδίδει τον θάνατό του σε πανώλη. Σε αυτό συνηγορεί το γεγονός ότι αρχικά το σώμα του τάφηκε σε ομαδικό τάφο. Έναν μόνο μήνα μετά τον θάνατό του, το σώμα του επανατάφηκε στην εκκλησία των Καρμηλιτών της Αμβέρσας (1η Φεβρουαρίου 1638) μετά από επίσημη τελετή την οποία οργάνωσαν και πλήρωσαν οι συνάδελφοί του καλλιτέχνες.[6]

Έργο[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Γενικά έργα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Μπράουβερ κατέλιπε πενιχρό, σχετικά, έργο, που απαριθμεί περίπου 60 πίνακες. Μόνο λίγα από τα έργα του φέρουν υπογραφή, ενώ κανένα δεν είναι χρονολογημένο.[4] Καθώς αντιγράφηκε ευρέως, βρήκε μιμητές και μαθητές στην εποχή του, η απόδοση έργων σε αυτόν ορισμένες φορές είναι αβέβαιη και αμφισβητούμενη. Για παράδειγμα, Ο καπνιστής (σήμερα στο Μουσείο του Λούβρου), στον οποίο απεικονίζεται ένας άνδρας να ξεφυσά καπνό, κρατώντας ένα μπουκάλι ποτό, είχε επί μακρόν αποδοθεί στον Μπράουβερ, αλλά σήμερα αποδίδεται στον φίλο και πιθανό μαθητή του Γιόος φαν Κρέσμπεϊκ.[11]

Το κύριο θέμα των πινάκων του Μπράουβερ είναι σκηνές καθημερινότητας με χωρικούς, στρατιώτες και άλλα «κατώτερης τάξης» άτομα, που καπνίζουν, πίνουν, παίζουν χαρτιά ή ζάρια, τσακώνονται κτλ., συχνά σε ταβέρνες ή αγροτικά ενδιαιτήματα.[4] Ο Μπράουβερ συνέβαλε, επίσης, στο είδος προσωπογραφιών που αποκλήθηκε "tronies".[5] Δημιούργησε, επίσης μερικά τοπία στα τελευταία χρόνια της σταδιοδρομίας του.[4] Οι συνθέσεις του έχουν, συνήθως, μικρό μέγεθος.[4]

Εσωτερικό ταβέρνας

Ο Μπράουβερ επηρεάστηκε από τον Ντιρκ Χαλς, ζωγράφο καθημερινών σκηνών που δραστηριοποιήθηκε στο Χάαρλεμ. Η εξέλιξη του ύφους του δεν μπορεί να διακριβωθεί με βεβαιότητα. Πίνακες με λαμπερά, φυσικά χρώματα πιστεύεται ότι δημιουργήθηκαν τη δεκαετία του 1620.[3] Γύρω στα 1630 ξεκινά να μεταβάλει την παλέτα του προς τις αποχρώσεις του καφέ, του γκρίζου και του πράσινου. Ο καλλιτέχνης είχε ελεύθερο, σχεδιαστικό τύπο ζωγραφικής και οι στρώσεις των χρωμάτων του είναι λεπτές.[4]

Σκηνές καθημερινότητας[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Προαναφέρθηκε τι απεικόνιζε στις σκηνές καθημερινότητας. Βασικό σκοπός των συνθέσεων αυτών συχνά είναι η αποτύπωση της αίσθησης του «ελαττώματος» που απεικονίζει. Αποτελεί ακόμη αντικείμενο διαφωνιών αν είχε πρόθεση να περάσει κάποιο ηθικό μήνυμα. Βαθμιαία φαίνεται να επικεντρώνεται περισσότερο στις εκφράσεις των θεμάτων του, περνώντας από τα αισθήματα του πόνου, του θυμού, της αηδίας και της χαράς. Αυτό είναι ιδιαίτερα εμφανές σε πολλούς πίνακες που απεικονίζουν καυγάδες σε ταβέρνες, όπως στους Καυγάς χωρικών και Καυγάς μεταξύ χαρτοπαικτών (και οι δύο στην Παλαιά Πινακοθήκη (Alte Pinakothek) του Μονάχου). Στις συνθέσεις αυτές απεικονίζεται πώς η οργή, στα διάφορα στάδια και βαθμούς της, ανακλάται στις εκφράσεις των προσώπων που φιλονικούν. Δεν μοιάζει να αποδοκιμάζει τα ξεσπάσματα αυτά του θυμού ως χριστιανικό αμάρτημα, αλλά περισσότερο ως έκφραση έλλειψης αυτοελέγχου. Η άποψη αυτή πιθανόν βασίζεται στις ηθικές αντιλήψεις του Σενέκα, τις οποίες ανεκάλυψε εκ νέου και ενσωμάτωσε στον Νεοστωικισμό ο Φλαμανδός φιλόλογος και ανθρωπιστής Γιούστους Λίψιους (Justus Lipsius). Οι νέες αυτές ιδέες γίνονταν εν γένει αποδεκτές στους ανθρωπιστικούς κύκλους της Αμβέρσας, στους οποίους συμμετείχε ο Μπράουβερ.[3]

Πορτρέτα και tronies[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Νεαρός κάνει γκριμάτσα

Ο Μπράουβερ θεωρείται σημαντικός καινοτόμος στη δημιουργία πορτρέτων, εξέχον θέμα στην Φλαμανδική και Ολλανδική ζωγραφική. Ο πιο γνωστός του πίνακας - ομαδικό πορτρέτο είναι αυτός που δείχνει το εσωτερικό μιας ταβέρνας με τους Καπνιστές (περ. 1636, Μητροπολιτικό Μουσείο Τέχνης).[12] Παρά τον σύγχρονο τίτλο του, η σκηνή είναι ομαδικό πορτρέτο συναδέλφων καλλιτεχνών του Μπράουβερ, που τότε διέμενε στην Αμβέρσα. Δεν έχουν αναγνωριστεί όλοι με βεβαιότητα. Ο Μπράουβερ είναι η δεύτερη μορφή στα αριστερά, που στρέφεται προς τον θεατή. Έχει μάτια διάπλατα ανοιχτά, κρατάει μια κανάτα μπίρας στο δεξί του χέρι και ξεφυσά καπνό από την πίπα του. Η μορφή στο δεξιό άκρο έχει αναγνωριστεί ως ο Γιάν Ντάβιντς ντε Χέεμ, Οι άλλοι δεν έχουν αναγνωριστεί με βεβαιότητα, αλλά έχει προταθεί ότι στο αριστερό άκρο απεικονίζεται ο Γιαν Λίφενς, στο μέσον ο Γιόος φαν Κρέσμπεϊκ και ο δεύτερος στα δεξιά είναι ο Γιαν Κόσσιερς. Αυτός ο τύπος πορτρέτου έχει χαρακτηριστεί ως «πορτρέτο φιλίας». Παρόμοιου τύπου πορτρέτα που περιλάμβαναν αυτοπροσωπογραφία είχαν δημιουργηθεί νωρίτερα από τον Πέτερ Πάουλ Ρούμπενς στην Αυτοπροσωπογραφία σε κύκλο φίλων από τη Μάντουα (σήμερα στο Μουσείο Wallraf-Richartz της Κολωνίας) και από τον Σίμον ντε Φος (Simon de Vos) στο ομαδικό πορτρέτο που απεικονίζονται αυτός, ο Γιόχαν Γκέερλοφ (Johan Geerlof) και ο Γιαν Κόσσιερς και αναφέρεται ως Σύναξη καπνιστών και ποτών (Λούβρο). Καθώς τα δύο τελευταία πορτρέτα ήταν σχετικά συμβατικά, ο Μπράουβερ καινοτόμησε στους Καπνιστές του. Το πέτυχε επεκτείνοντας το πορτρέτο σε ολόσωμες μορφές, στήνοντας τη σκηνή στην ταβέρνα, τονίζοντας την εκφραστικότητα των προσώπων, την ανέμελη συμπεριφορά και τα ενδύματα των συμμετεχόντων. Ο δυναμισμός της σύνθεσης προσεγγίζει το ομαδικό αυτό πορτρέτο με τις σκηνές που απεικόνιζε ο Μπράουβερ στην ταβέρνα, παρά σε σύγχρονά του πορτρέτα.[10] Η σύνθεση αυτή εμπίπτει στον τύπο των πορτρέτων άσωτων καλλιτεχνών, που ανεφύησαν στη Φλαμανδική και Ολλανδική τέχνη του 17ου αιώνα. Αυτός ο τύπος τέχνης είναι αναστροφή του αναγεννησιακού ιδεώδους του «Δασκάλου Ζωγράφου» (pictor doctus): ο καλλιτέχνης είναι λόγιος και καλοαναθρεμμένος. Το ιδεώδες αυτό αντικαταστάθηκε από το νέο πρότυπο του άσωτου καλλιτέχνη, που χαρακτηρίζεται από τη δημιουργική του έμπνευση και τα ταλέντα του. Αυτές οι (αυτο)προσωπογραφίες δίνουν έμφαση στην άσωτη φύση των καλλιτεχνών δημιουργώντας συσχετίσεις με τα παραδοσιακά ηθικοπλαστικά θέματα όπως οι πέντε αισθήσεις, τα επτά θανάσιμα αμαρτήματα και ο άσωτος υιός στην ταβέρνα. Στους Καπνιστές του ο Μπράουβερ απεικόνισε την αίσθηση της γεύσης.[5]

Η επέμβαση στην πλάτη

Ο Μπράουβερ διαδραμάτισε σοβαρό ρόλο στην εξέλιξη του τύπου πορτρέτου που αποκλήθηκε tronie. Ο όρος αυτός αναφέρεται σε μορφές που δεν αποσκοπούν στην απεικόνιση κάποιου αναγνωρίσιμου προσώπου, αλλά στη διερεύνηση των παραλλαγών των εκφράσεών του. Ως τέτοια, τα πορτρέτα που χαρακτηρίζονται tronies αποτελούν μια μορφή ζωγραφικής της καθημερινότητας αλλά σε μορφή πορτρέτου. Ο Μπράουβερ συνέβαλε στο είδος, καθώς είχε ταλέντο στην απεικόνιση εκφραστικότητας. Το έργο του έδωσε πρόσωπο σε μορφές «κατώτερης τάξης», ενσταλάζοντας στις εικόνες τους αναγνωρίσιμα και ζωηρά εκφρασμένα ανθρώπινα αισθήματα - θυμό, χαρά, πόνο και ευχαρίστηση. Στον πίνακα Νεαρός κάνει γκριμάτσα (περ. 1632 - 35, Ουάσινγκτον, Εθνική Πινακοθήκη Τέχνης) παρουσιάζει έναν νεαρό με σατιρική και σκωπτική χειρονομία, η οποία τον κάνει πιο ανθρώπινο, όσο απωθητικός κι αν φαίνεται. Η ρωμαλέα χρήση του χρώματος από τον Μπράουβερ στη σύνθεση αυτή, με τις χαρακτηριστικές κοντές και αδιαμόρφωτες πινελιές του, αυξάνει τη δραματικότητα του αποτελέσματος.[13]

Η ζωγραφική της καθημερινότητας συχνά επέστρεφε στο παλαιότερο θέμα της αλληγορίας των πέντε αισθήσεων και δημιούργησε σειρές από tronies στις οποίες απεικονίζονται οι πέντε αισθήσεις ή τα επτά θανάσιμα αμαρτήματα.[10] Και ο Μπράουβερ δημιούργησε μια σειρά tronies που απεικονίζουν τις πέντε αισθήσεις ή τα επτά θανάσιμα αμαρτήματα.[5] Παράδειγμά τους, ο πίνακάς του Χονδρός άνδρας ή Λαγνεία (luxuria) (σήμερα στο Mauritshuis), που πιστεύεται ότι είναι πορτρέτο του Πάουλους Πόντιους καθώς και απεικόνιση του θανάσιμου αμαρτήματος της λαγνείας.[10]

Τοπία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο καλλιτέχνης ζωγράφισε και μερικά τοπία προς το τέλος της σταδιοδρομίας του, πλέον των αγροτικών του σκηνών. Είναι ατμοσφαιρικά και ζωγραφισμένα με αίσθηση χαλαρότητας.

Επιδράσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Μπράουβερ επηρέασε μεγάλον αριθμό Φλαμανδών και Ολλανδών καλλιτεχνών, όπως οι Κορνέλις Σαφτλέφεν, Ντάβιντ Τένιερς τον νεότερο, Ματτέους φαν Χέλμοντ (Mattheus van Helmont), Χέντρικ Μάρτενσον Σοργκ (Hendrik Martenszoon Sorgh), Χοράτιους Μπολλονγκιέρ (Horatius Bollongier), Τζάκομο Φραντσέσκο Κίππερ (Giacomo Francesco Cipper), Ντάνιελ Μπουν (Daniël Boone) και Γιόζεφ Ντανχόυζερ (Joseph Danhauser).[2][14]

Δείτε επίσης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Τοπίο στο σεληνόφως
  1. Εναλλακτικά αναγράφεται και ως: Adriaan Brouwer, Adriaen Brauwer, Adriaen de Brauwer
  2. 2,0 2,1 2,2 Adriaen Brouwer στο Ολλανδικό Ίδρυμα Ιστορίας της Τέχνης (Dutch)
  3. 3,0 3,1 3,2 3,3 3,4 Konrad Renger. "Brouwer, Adriaen." Grove Art Online. Oxford Art Online. Oxford University Press. Web. Konrad Renger, Craesbeeck [Craesbeke], Joos van, Grove Art Online. Oxford University Press. Web. 3 January 2016.
  4. 4,0 4,1 4,2 4,3 4,4 4,5 4,6 4,7 Matthias Depoorter, 'Adriaen Brouwer' at Baroque in the Southern Netherlands
  5. 5,0 5,1 5,2 5,3 5,4 Ingrid A. Cartwright, Hoe schilder hoe wilder: Dissolute Self-Portraiture in Seventeenth-Century Dutch and Flemish Art, Advisors: Wheelock, Arthur, Ph.D., 2007 Dissertation, University of Maryland University of Maryland (College Park, Md.), p. 8
  6. 6,0 6,1 6,2 6,3 6,4 6,5 F. J. Van den Branden, 'Adriaan de Brouwer en Joos van Craesbeeck', Dela Montagne, 1882 (Dutch)
  7. J.H.W. Unger, 'Adriaan Brouwer te Haarlem', Oud-Holland 2 (1884), p. 161-169 (Dutch)
  8. Liechtenstein, the Princely Collections, Metropolitan Museum of Art, 1985, p. 304-305
  9. Konrad Renger, Craesbeeck [Craesbeke], Joos van, Grove Art Online. Oxford University Press, Web. 3 January 2016.
  10. 10,0 10,1 10,2 10,3 Karolien de Clippel; Adriaen Brouwer, Portrait Painter: New Identifications and an Iconographic Novelty, in: Simiolus: Netherlands Quarterly for the History of Art, Vol. 30, No. 3/4 (2003), Stichting Nederlandse Kunsthistorische Publicaties, pp. 196-216
  11. Joos van Craesbeeck, Le Fumeur (portrait de l'artiste ?) στο Λούβρο
  12. «Adriaen Brouwer: The Smokers». The Metropolitan Museum of Art. http://www.metmuseum.org/toah/works-of-art/32.100.21. Ανακτήθηκε στις 9 Ιανουαρίου 2015. 
  13. Brouwer, Adriaen, Νεαρός κάνει γκριμάτσα στην Εθνική Πινακοθήκη Τέχνης
  14. Mattheus van Helmont, A young fiddler making music at Christie’s