Nevermore

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Nevermore
Nevermore Summerbreeze2007 04.jpg
Οι Nevermore ζωντανά το 2007
Προέλευση Η.Π.Α
Παρουσία 1991 μέχρι σήμερα
Μουσικά είδη Progressive Metal
Εταιρίες Century Media
Μέλη
Τζεφ Λούμις
Γουόρελ Ντέιν
Βαν Γουίλιαμς
Τζιμ Σέπαρντ
Πρώην μέλη
Μαρκ Άρινγκτον
Πατ Ο'Μπράιεν
Στιβ Σμιθ
Τιμ Κάλβερτ

Οι Nevermore είναι ένα αμερικάνικο συγκρότημα από το Σιάτλ των Ηνωμένων Πολιτειών, που ιδρύθηκε το 1991. Η μουσική τους χαρακτηρίζεται ως progressive metal, καθώς συνδυάζουν πολλά είδη heavy metal , Thrash Metal, Neo-classical metal, Power Metal, ακουστικές με ηλεκτρικές κιθάρες και ποικιλία φωνητικών. Ο ήχος παρουσιάζει επίσης στοιχεία death metal, όπως τα χαμηλά κουρδίσματα. Για να περιγραφεί καλύτερα η πολυπλοκότητα της μουσικής των Nevermore, έχουν χρησιμοποιηθεί όροι όπως "technical thrash metal" ή "melodic thrash metal".

Ιστορία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι Nevermore ιδρύθηκαν από τον τραγουδιστή Γουόρελ Ντέιν και τον μπασίστα Τζιμ Σέπαρντ, μέλη του συγκροτήματος Sanctuary, το οποίο διέλυσαν όταν η δισκογραφική της εταιρεία ζήτησε να ακολουθήσει μια πιο εμπορική κατεύθυνση, επηρεασμένη από grunge συγκροτήματα, όπως οι Nirvana και οι Pearl Jam. Αργότερα εντάχθηκαν ο κιθαρίστας Τζεφ Λούμις, ο οποίος το 1989 συμμετείχε σε δοκιμαστικά για σόλο κιθαρίστας του Thrash Metal συγκροτήματος Megadeth, και ο ντράμερ Βαν Γουίλιαμς.
Αυτή η σύνθεση, σε συνεργασία με τον ντράμερ Μαρκ Άρινγκτον, κυκλοφόρησε το 1995 τον πρώτο δίσκο τους με τίτλο "Nevermore" και ξεκίνησε περιοδείες. Ο δίσκος τράβηξε την προσοχή των κριτικών και του κοινού, έτσι το συγκρότημα περιόδευσε στην Ευρώπη με το Power Metal σχήμα Blind Guardian και στην Αμερική με το Death Metal συγκρότημα Death. Αργότερα ο κιθαρίστας Πατ Ο'Μπράιεν έγινε μέλος των Nevermore, οι οποίοι το 1996 κυκλοφόρησαν το δεύτερο στούντιο άλμπουμ τους, "The Politics of Ecstasy". Σύντομα όμως, ο Πατ Ο'Μπράιεν αποχώρησε για να γίνει κιθαρίστας των Cannibal Corpse.
Ο κιθαρίστας Τιμ Κάλβερτ εντάχθηκε στο συγκρότημα και μαζί κυκλοφόρησαν το 1999 το τρίτο άλμπουμ τους, "Dreaming Neon Black". Οι στίχοι δεν μιλούν τόσο για πολιτικά ζητήματα και αποκτούν ένα πιο προσωπικό ύφος του στιχουργού Γουόρελ Ντέιν. Ο δίσκος μιλάει για έναν άντρα ο οποίος παρανόησε μετά το θάνατο της γυναίκας που αγαπούσε. Τα συναισθήματα που περιγράφονται στους στίχους αποτελούν βιώματα του ίδιου του Ντέιν. Η περιοδεία για την προώθηση του δίσκου ακολούθησε συγκροτήματα όπως οι Opeth, οι Mercyful Fate και οι Iced Earth. Ο Τιμ Κάλβερτ, μετά το τέλος της περιοδείας, αποχώρησε από το συγκρότημα.
Οι Neveermore συνέχισαν, προσλαμβάνοντας προσωρινούς κιθαρίστες για να τους βοηθάνε στις περιοδείες. Μεταξύ αυτών ήταν ο Κούραν Μέρφι, που αργότερα πήγε στους Annihilator και ο Κρις Μπρόντερικ, που έγινε κιθαρίστας των Megadeth. Το 2000, τα τέσσερα μόνιμα μέλη του συγκροτήματος ηχογράφησαν και κυκλοφόρησαν το "Dead Heart In A Dead World", τον καλύτερο και πιο επιτυχημένο εμπορικά μέχρι τότε δίσκο τους. Ορισμένες από τις μεγαλύτερες επιτυχίες του συγκροτήματος, όπως τα "Narcosynthesis", "Heart Collector", "The River Dragon Has Come" και το "Believe In Nothing", το μόνο σινγκλ που έχουν κυκλοφορήσει μέχρι σήμερα. Στο δίσκο αυτό εντοπίζεται για πρώτη φορά η χρήση εφτάχορδης κιθάρας, σήμα κατατεθέν του κιθαρίστα Τζεφ Λούμις.
Το 2003, το συγκρότημα κυκλοφορεί το "Enemies of Reality". Λόγω μάλιστα της μέτριας παραγωγής του δίσκου, το 2005 επανακυκλοφόρησε, αφού επαναμιξαρίστηκε. Στην περιοδεία για την προώθηση του δίσκου, τη θέση του δεύτερου κιθαρίστα πήρε ο Στιβ Σμιθ, ο οποίος αργότερα έγινε μόνιμο μέλος των Nevermore για τον επόμενο δίσκο τους. Το 2006, λοιπόν, κυκλοφόρησε το "This Godless Endeavor", που ξεπέρασε σε πωλήσεις και το "Dead Heart In A Dead World". Στα πλαίσια της προώθησης του δίσκου, οι Nevermore συμμετείχαν στην "Gigantour" του τραγουδιστή των Megadeth, Ντέιβ Μαστέιν με συγκροτήματα όπως οι ίδιοι οι Megadeth, οι Anthrax, οι Dream Theater, οι The Dillinger Escape Plan και οι Fear Factory[1].
Από το 2006, ξεκίνησε μια περίοδος γεμάτη προβλήματα για το συγκρότημα. Ο μπασίστας Τζιμ Σέπαρντ παρουσίασε επιπλοκές από εντερίτιδα, ασθένεια που τον ταλαιπωρούσε για 15 χρόνια. Ο κιθαρίστας Στιβ Σμιθ διαγνώστηκε με μια ασθένεια των νεφρών, ενώ ο τραγουδιστής Γουόρελ Ντέιν ασθενούσε συχνά λόγω του διαβήτη απ' τον οποίο έπασχε. Αποτέλεσμα αυτού ήταν η ακύρωση της συναυλίας στο Μπόχουμ της Γερμανίας στις 12 Σεπτεμβρίου του 2006, η οποία ήταν προγραμματισμένη να βιντεοσκοπηθεί. Τελικά, η συναυλία πραγματοποιήθηκε στις 11 Οκτωβρίου και συμπεριλήφθηκε στο DVD-ντοκιμαντέρ της περιοδείας του συγκροτήματος το 2008, με τίτλο "The Year of the Voyager". Την ίδια χρονιά, οι Τζεφ Λούμις[2] και Γουόρελ Ντέιν[3] κυκλοφορούν τους σόλο δίσκους τους. Εν τω μεταξύ, το 2007 ο κιθαρίστας Στιβ Σμιθ είχε αποχωρήσει από το συγκρότημα.
Όλα αυτά καθυστέρησαν την κυκλοφορία του έβδομου άλμπουμ των Nevermore, πέντε χρόνια από την κυκλοφορία του "This Godless Endeavor". Η δισκογραφική επιστροφή του συγκροτήματος έγινε το 2010 με το 'The Obsidian Conspiracy". Το άλμπουμ έλαβε καλές κριτικές, ενώ έχει χαρακτηριστεί ηχητικά κοντινό στο "Dead Heart In A Dead World". Ο ίδιος ο Τζεφ Λούμις έχει χαρακτηρίσει τα τραγούδια του δίσκου πιο εμπορικά.

Μέλη[4][Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Νυν Μέλη
  • Γουόρελ Ντέιν (φωνητικά)
  • Τζιμ Σέπαρντ (μπάσο)
Πρώην Μέλη
  • Τζεφ Λούμις (κιθάρες)
  • Βαν Γουίλιαμς (τύμπανα)
  • Μαρκ Άρινγκτον (τύμπανα)
  • Πατ Ο'Μπράιεν (κιθάρα)
  • Τιμ Κάλβερτ (κιθάρα)
  • Στιβ Σμιθ (κιθάρα)

Δισκογραφία[5][Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Commons logo
Τα Wikimedia Commons έχουν πολυμέσα σχετικά με το θέμα