Macintosh

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Ο Macintosh 128K, ο πρώτος Mac, που κυκλοφόρησε το 1984
iMac G5 του 2005

Οι Macintosh, κοινώς γνωστοί και ως Mac είναι το εμπορικό όνομα σειράς προσωπικών υπολογιστών που σχεδιάζονται, αναπτύσσονται και προωθούνται από την εταιρεία Apple Inc. Φέρουν το όνομα μιας ποικιλίας μήλων που αποκαλείται McIntosh. Οι πρώτοι υπολογιστές Macintosh κυκλοφόρησαν στην αγορά στις 24 Ιανουαρίου του 1984 μέσα σε κλίμα εορτασμού. Χρησιμοποιούσαν ένα γραφικό περιβάλλον εργασίας (GUI) με ποντίκι, σε αντίθεση με το τότε τυπικό περιβάλλον γραμμής εντολών (command line interface). Η σημερινή γραμμή προϊόντων Mac κυμαίνεται από το βασικό επιτραπέζιο (desktop) Mac mini ως τους διακομιστές (server) Xserve. Τα συστήματα Mac στοχεύουν κυρίως στις αγορές οικιακής χρήσης, εκπαίδευσης και των επαγγελματιών του δημιουργικού τομέα. Η παραγωγή των Mac βασίζεται στο κάθετο οικονομικό μοντέλο, σύμφωνα με το οποίο η κατασκευάστρια Apple αναλαμβάνει όλο το υλικό (hardware) και δημιουργεί το δικό της λειτουργικό σύστημα (operating system) που είναι προεγκατεστημένο σε κάθε νέο Mac. Αυτό βρίσκεται σε αντίθεση με τους IBM συμβατούς υπολογιστές ή απλά PC, όπου άλλοι κατασκευαστές παρέχουν τα λειτουργικά συστήματα και άλλοι κατασκευάζουν το υλικό. Οι σύγχρονοι Mac, όπως και τα υπόλοιπα PC, μπορούν να τρέχουν διάφορα λειτουργικά συστήματα όπως Linux, FreeBSD, Windows κτλ.

Οι αρχικοί Macintosh χρησιμοποιούσαν επεξεργαστές της οικογένειας Motorola όπως 68000 και 68020, και το 1994 PowerPC επεξεργαστές της Motorola και της IBM. Η Apple ξεκίνησε την μετάβαση σε χρήση της αρχιτεκτονικής x86 της Intel το 2006, που επέτρεψε για πρώτη φορά στους Mac να τρέχουν εφαρμογές γραμμένες για την αρχιτεκτονική x86 χωρίς προσομοίωση. Οι σημερινοί Mac χρησιμοποιούν επεξεργαστές intel Core 2 και intel Xeon 5100. Έρχονται με την τελευταία έκδοση του Mac OS X προεγκατεστημένη.

Ιστορία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

1979 ως 1984: Ανάπτυξη[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο σχεδιασμός του Macintosh ξεκίνησε στα τέλη του 1970 από τον Τζεφ Ράσκιν (Jef Raskin), έναν υπάλληλο της Apple, που οραματίστηκε ένα εύχρηστο, χαμηλού κόστους υπολογιστή για τον μέσο καταναλωτή. Το Σεπτέμβριο του 1979, ο Raskin εξουσιοδοτήθηκε να κάνει προσλήψεις για αυτό το σχέδιο, και άρχισε να ψάχνει για κάποιο μηχανικό που να ήταν ικανός να οργανώσει ένα τέτοιο σχέδιο. Ο Μπιλ Άτκινσον (Bill Atkinson), μέλος της ομάδας ανάπτυξης του Lisa στην Apple (ο οποίος ανάπτυσσε ένα παρόμοιο αλλά ακριβότερο σχέδιο), τον σύστησε στον Μπάρελ Σμιθ (Burrell Smith), ένα τεχνικό υποστήριξης που είχε προσληφθεί νωρίτερα εκείνο το χρόνο στην Apple ως υπάλληλος #282. Με τη πάροδο των χρόνων, ο Raskin οργάνωσε μια μεγάλη ομάδα ανάπτυξης που σχεδίασε και έχτισε το υλικό και λογισμικό του αρχικού Macintosh. Εκτός από τους Raskin, Atkinson και Smith, η ομάδα συμπεριελάμβανε τους Chris Espinosa (Κρις Εσπινόζα), Joanna Hoffman (Τζοάννα Χόφμαν), George Crow (Τζορτζ Κρόου), Jerry Manock (Τζέρυ Μάνοκ), Andy Hertzfeld (Άνντι Χερτζφελντ) και Daniel Kottke (Ντάνιελ Κοτ).

Η πρώτη Macintosh μητρική από τον Smith χτίστηκε βασισμένη πάνω στις σχεδιαστικές οδηγίες του Raskin, είχε 64 ΚΒ (kilobytes) RAM, χρησιμοποιούσε επεξεργαστή Motorola 6809E, και υποστήριζε ασπρόμαυρη οθόνη 256*256 εικονοστοιχείων (pixel) - το τελικό προϊόν είχε ασπρόμαυρη οθόνη 9 ιντσών με 512*342 εικονοστοιχείων. Ο Bud Tribble (Μπαντ Τρίμπλ), ένας Macintosh προγραμματιστής ενδιαφερόταν να τρέξει τις γραφικές εφαρμογές της Lisa πάνω στον Macintosh, και ρώτησε τον Smith κατά πόσο θα μπορούσε να ενσωματώσει τον Motorola 68000 επεξεργαστή της Lisa στον Mac κρατώντας το κόστος χαμηλό. Ως το Δεκέμβριο του 1980 ο Smith είχε καταφέρει να σχεδιάσει μια μητρική που όχι μόνο χρησιμοποιούσε επεξεργαστή 68000, αλλά ανέβαζε την ταχύτητά του 5 με 8 MHz (megahertz). Αυτή η μητρική υποστήριζε κιόλας οθόνη 384*256. Το σχέδιο του Smith χρησιμοποιούσε λιγότερα RAM chip από τη Lisa, το οποίο έκανε τη κατασκευή της μητρικής αρκετά πιο φτηνή. Το τελικό σχέδιο του Mac περιείχε πολύ περισσότερο προγραμματιστικό κώδικα στη μνήμη ROM του από τους υπόλοιπους υπολογιστές, είχε 128 kB RAM στη μορφή 16 RAM chip των 64 kB απαχαλκωμένα πάνω στη μητρική. Αν και δεν υπήρχαν θύρες μνήμης, η RAM του ήταν επεκτάσιμη στα 512 kB απαχαλκώνοντας RAM chip των 256 kB στη θέση των εργοστασιακών chip.

Αυτό το πρωτοποριακό σχέδιο κέντρισε το ενδιαφέρον του Στηβ Τζομπς (Steve Jobs), συνιδρυτή της Apple. Αντιλαμβανόμενος ότι ο Macintosh ήταν πιο προωθήσιμος από τη Lisa άρχισε να εστιάζει σε αυτό το σχέδιο. Ο Raskin εγκατέλειψε τελικά το Macintosh σχέδιο το 1981 μετά από προσωπικές διαμάχες με τον Jobs, και ο τελικός σχεδιασμός του Mac λέγεται ότι είναι πιο κοντά στις ιδέες του Jobs παρά στου Raskin. Ακούγοντας για τη πρωτοποριακή GUI (περιβάλλον εργασίας) τεχνολογία που αναπτυσσόταν στην Xerox PARC, ο Jobs κανόνισε να δει τον υπολογιστή Xerox Alto και τα εργαλεία ανάπτυξης λογισμικού Smalltalk, με αντάλλαγμα μετοχές της Apple. Το περιβάλλον του Macintosh και της Lisa είναι σε ένα βαθμό επηρεασμένα από την τεχνολογία που παρατήρησαν στην Xerox PARC σε συνδυασμό με τις ιδέες της Macintosh ομάδας. Ο Jobs στρατολόγησε επίσης τον Hartmut Esslinger (Χάρμουτ Έσλινγκερ) για να δουλέψει πάνω στο Mac, με αποτέλεσμα την υποδοχή του "Snow White" (χιονισμένο λευκό) σχεδίου. Αν και εισήχθη αρκετά καθυστερημένα για τα πρώτα Macs, ενσωματώθηκε στους περισσότερους υπολογιστές της Apple στα μέσα με τέλη του 1980. Παρόλα αυτά η ηγεσία του Jobs στο Macintosh πλάνο ήταν σύντομη. Μετά από ένα εσωτερικό ανταγωνισμό για εξουσία με τον νέο CEO (διευθυντή) John Sculley (Τζον Σκάλεϊ), ο Jobs απολύθηκε από την Apple το 1985, και ίδρυσε την NeXT, άλλη μια εταιρία υπολογιστών, και δε ξαναγύρισε μέχρι το 1997. Ο John Sculley ανέβασε την τιμή του Macintosh από US$1,995 (αμερικάνικα δολάρια) σε US$2,495 για να πληρώσει την τεράστια διαφημιστική καμπάνια.

1984: Εισαγωγή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Macintosh ανακοινώθηκε επίσημα στις 22 Ιανουαρίου 1984, με την διάσημη πλέον διαφήμιση "1984" για το Super Bowl (Σούπερ Μπόουλ) (τελικός αμερικάνικου ποδοσφαίρου NFL) σκηνοθετημένη από τον Ridley Scott (Ρίντλεϊ Σκοτ). Η διαφήμιση παρουσιάζει μια γυναίκα, υποδυόμενη από την Anya Major (Άνια Μέϊτζορ) που τρέχει μέσα σε μια γκρι αίθουσα, όπου ένα πλήθος ανθρώπων παρακολουθεί υποταγμένα μια οθόνη τύπου big-brother (μεγάλος αδερφός - αντιπροσωπεύοντας το μονοπώλιο της IBM), και πετά αψήφιστα μια βαριοπούλα στην οθόνη. Αυτό συμβόλιζε την πρόκληση της Apple στην απρόσωπη γραμμή εντολών που χαρακτήριζε τους υπολογιστές της εποχής, και έπαιζε συνειρμικά με το βιβλίο του Τζορτζ Όργουελ (George Orwell) "1984" όπου η ανθρωπότητα είναι υποταγμένη σε ένα πανταχού παρόν υπολογιστή.

Ο ίδιος ο Mac άρχισε να πωλείται για US$2,495 (αποπληθωρίζοντας την τιμή αυτό αντιστοιχεί με περίπου US$5,000), δύο μέρες μετά την εκπομπή της διαφήμισης. Συνοδευόταν από δυο προγράμματα σχεδιασμένα για να επιδεικνύουν το γραφικό του περιβάλλον, το MacWrite και το MacPaint. Αν και ο Mac έτυχε άμεσης αναγνώρισης, ήταν υπερβολικά επαναστατικός για πολλούς. Επειδή όλο το σύστημα ήταν σχεδιασμένο γύρω από τις γραφικές του ικανότητες, οι προϋπάρχουσες κειμενοστραφείς εφαρμογές έπρεπε να ξαναγραφτούν. Αυτό ήταν μια πρόκληση που πολλοί προγραμματιστές αποφεύγανε, προκαλώντας αρχικά έλλειψη εφαρμογών για τη νέα πλατφόρμα. Πολλοί χρήστες συνηθισμένοι στον κόσμο των γραμμών εντολής, υποβάθμισαν τον Mac ως ένα "παιχνίδι".

1985 ως 1989: Η εποχή της επιτραπέζιας δημοσίευσης (desktop publishing)[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το 1985, ο συνδυασμός του Mac, του LaserWriter εκτυπωτή της Apple, οι Mac-μόνο εφαρμογές όπως οι MacPublisher της Boston Software και το PageMaker της Aldus, βοήθησε τους χρήστες να σχεδιάζουν, να προεπισκοπούν και να εκτυπώνουν ολόκληρες σελίδες με κείμενο και γραφικά, μια δραστηριότητα γνωστή ως επιτραπέζια δημοσίευση (desktop publishing). Η επιτραπέζια δημοσίευση ήταν μοναδική στον Macintosh, αλλά τελικά έγινε διαθέσιμη και για τους χρήστες PC. Αργότερα, εφαρμογές όπως το FreeHand της Macromedia, το QuarkXPress, το Photoshop και το Illustrator της Adobe, δυνάμωσαν τη θέση του Mac ως γραφιστικός υπολογιστής και βοήθησαν τη εξάπλωση της ανερχόμενης αγοράς επιτραπέζιας δημοσίευσης.

Οι περιορισμοί του πρώτου Mac έγιναν σύντομα σαφείς. Είχε πολύ λίγη μνήμη, ακόμα και σε σχέση με τους άλλους υπολογιστές του 1984, και δε μπορούσε να αναβαθμιστεί εύκολα, και του έλειπε ένας σκληρός δίσκος ή κάποιος εύκολος τρόπος σύνδεσης ενός σκληρού δίσκου. Αν και το 1985 η βασική μνήμη του Mac αυξήθηκε σε 512 ΚΒ, και ήταν δυνατόν αν και δύσκολο να αναβαθμίσεις τη μνήμη ενός Mac με 128 kB , η Apple συνειδητοποίησε ότι ο Mac χρειαζόταν βελτίωση σε αυτούς τους τομείς. Το αποτέλεσμα ήταν ο 'Macintosh Plus, που βγήκε στις 10 Ιανουαρίου 1986 για US$2,600. Πρόσφερε ένα megabyte RAM και το τότε επαναστατικό SCSI parallel interface, επιτρέποντας να ενωθούν με τον Mac ως επτά συσκευές όπως σκληροί δίσκοι και σαρωτές. Οι δισκέτες του αυξήθηκαν στα 800 kB . Ο Mac Plus ήταν άμεση επιτυχία και παρέμεινε στη παραγωγή μέχρι τις 15 Οκτωβρίου 1990. Πωλούνταν για πάνω από τέσσερα χρόνια και τέσσερις μήνες, ήταν ο μακροβιότερος Mac στην ιστορία της Apple.

Άλλα τα προβλήματα παρέμειναν, ειδικά ο χαμηλά χρονισμένος επεξεργαστής και οι περιορισμένες δυνατότητες γραφικών, που παρεμπόδιζαν τη δυνατότητα του Mac να εισχωρήσει στην επαγγελματική αγορά. Οι καινούριοι επεξεργαστές της Motorola ήταν γρηγορότεροι, και το 1987 η Apple εκμεταλλεύτηκε το προβάδισμα της τεχνολογίας της Motorola και έτσι εισήγαγε τον Macintosh II που χρησιμοποιούσε ένα Motorola 68020 επεξεργαστή στα 16 MHz. Η κίνηση αυτή σήμανε την απαρχή μιας νέας κατεύθυνσης για τον Macintosh, που για πρώτη φορά είχε μια ανοιχτή αρχιτεκτονική με πολλές θύρες επέκτασης, υποστήριξη για έγχρωμα γραφικά, και ένα κομματιασμένο σχέδιο παρόμοιο με αυτό των IBM PC, εμπνευσμένο από την άλλη σειρά της Apple, την αναβαθμίσιμη Apple II. Μαζί με τον Macintosh II, βγήκε και ο Macintosh SE, ο πρώτος συμπυκνωμένος Mac με μια εσωτερική θύρα επέκτασης για τον επεξεργαστή του συγκεκριμένου μοντέλου. Ο Macintosh SE μοιραζόταν το "Snow White" σχέδιο με τον Macintosh II όπως και το νέο "Apple Desktop Bus" ποντίκι και πληκτρολόγιο που είχαν πρωτοεμφανιστεί στο Apple IIGS μήνες νωρίτερα.

Με το νέο επεξεργαστή Motorola 68030 ήρθε το Macintosh IIx το 1988, το οποίο ενισχύθηκε με εσωτερικές βελτιώσεις. Ακολούθησε το 1989 μια πιο συμπυκνωμένη έκδοσή του με λιγότερες θύρες, ο Macintosh IIcx, και μια έκδοση του Mac SE που λειτουργούσε με τον 68030 στα 16 MHz ονομαζόμενος Macintosh SE/30, σπάζοντας την τυπική ονομασία για να αποφευχθεί το όνομα "SEx". Αργότερα τον ίδιο χρόνο, ο Macintosh IIci τρέχοντας στα 25 MHz ήταν ο πρώτος Mac "καθαρά-32μπιτος", επιτρέποντάς του να υποστηρίζει πάνω από 8 MB RAM, σε αντίθεση με τους προηγούμενούς του που είχαν "ψεύτο-32μπιτα" ROM (8 από τα 32 bit ελεύθερα για πρόσβαση, χρησίμευαν για σηματοδότηση στο επίπεδο του λειτουργικού). Το Mac OS System 7 ήταν το πρώτο Mac λειτουργικό σύστημα που υποστήριζε 32-bit σηματοδότηση. Η Apple εισήγαγε επίσης το Macintosh Portable (Macintosh Φορητό), ένα μηχάνημα με 16 MHz 68000 επεξεργαστή με επίπεδη οθόνη ενεργής μήτρας (active matrix). Την επόμενη χρονιά αποκαλύφθηκε ο 40 MHz Macintosh IIfx', στη τιμή των US$9,900. Εκτός από το γρηγορότερο επεξεργαστή, είχε σημαντικές αρχιτεκτονικές βελτιώσεις, όπως γρηγορότερη μνήμη και ένα ζεύγος αφοσιωμένων 6502 επεξεργαστών για I/O επεξεργασία.

1990 ως 1998: Η άνοδος και η κάθοδος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Τα μηχανήματα με Microsoft Windows 3.0 που άρχιζαν να πλησιάζουν τους Mac τόσο σε επιδόσεις όσο και σε ικανότητες ξεκινώντας τον Μάιο του 1990 ήταν χρήσιμα πλέον και φτηνότερα από την πλατφόρμα του Macintosh. Η αντίδραση της Apple ήταν να βγάλει μια σειρά φτηνότερων Mac τον Οκτώβριο του 1990. Ο Macintosh Classic, ουσιαστικά αποτελούσε μια λιγότερη ακριβή έκδοση του Macintosh SE, κόστιζε US$999 κάνοντάς τον, τον λιγότερο ακριβό Mac μέχρι και την επανέκδοση του iMac στα 400 MHz τον Φεβρουάριο του 2001. Ο Macintosh LC, βασισμένος στον επεξεργαστή 68020 με το ιδιαίτερο "κουτί πίτσας", κυκλοφόρησε για US$1800. Προσέφερε έγχρωμα γραφικά, και συνοδευόταν από μια νέα οθόνη 512*384 εικονοστοιχείων. Ο Macintosh IIsi, ουσιαστικά ένας Macintosh IIci στα 20MHz είχε μόνο μια θύρα επέκτασης και κόστιζε US$2500. Και τα τρία μηχανήματα πούλησαν αρκετά, αν και το περιθώριο κέρδους της Apple ήταν σημαντικά μικρότερο από τα παλιότερα μηχανήματα.

Το 1991 βγήκε το πολυαναμενόμενο Mac OS System 7, το ξαναγραμμένο λειτουργικό σύστημα του Macintosh που βελτίωνε το χειρισμό έγχρωμων γραφικών, σηματοδότησης της μνήμης, δικτύωσης, της πολυδιανυσματικής επεξεργασίας (multitasking), και εισήγαγε τη χρήση εικονικής μνήμης. Αργότερα τον ίδιο χρόνο η Apple εισήγαγε τους Macintosh Quadra 700 και 900, τους πρώτους Mac με το γρηγορότερο επεξεργαστή Motorola 68040. Συνοδεύτηκαν από βελτιωμένες εκδόσεις των επιτυχιών του προηγούμενο χρόνου, τον Macintosh Classic II και τον Macintosh LC II. Ο τελευταίος χρησιμοποιούσε επεξεργαστή 68030 στα 16MHz.

Την ίδια στιγμή εισήχθηκαν τα πρώτα τρία μοντέλα PowerBook, το PowerBook 100, μια συμπυκνωμένη έκδοση του Macintosh Portable, το PowerBook 140 με 16MHz 68030, και το PowerBook 170 με 25MHz 68030. Ήταν οι πρώτοι φορητοί με πληκτρολόγιο πίσω από μια επιφάνεια για την παλάμη, και με ενσωματωμένη συσκευή κατάδειξης, μια σφαίρα κατάδειξης, (trackball) μπροστά από το πληκτρολόγιο.

Το 1992 η Apple άρχισε να πουλά ένα κατώτερο Mac, το Performa μέσω μη παραδοσιακών μεταπωλητών. Στους μεταπωλητές της Apple προσφέρθηκε μια μεσαία έκδοση της σειράς Quadra ονομαζόμενη Macintosh Centris που σύντομα μετονομάστηκε σε Quadra όταν πλέον οι πελάτες περιήλθαν σε σύγχυση από τις διάφορες σειρές των Classic, LC, II, Quadra, Performa, και Centris. Η Apple έβγαλε επίσης μια σειρά σμικρυμένων PowerBook Duo. Ήταν φτιαγμένα για να μπορούν να αγκιστρωθούν σε μια βάση για χρήση ως επιτραπέζιοι. Τα PowerBook Duo απορρίφθηκαν από τη σειρά προϊόντων της Apple στις αρχές του 1997.

Το επόμενο εξελικτικό βήμα των επεξεργαστών του Macintosh ήταν η μετάβαση στη RISC PowerPC αρχιτεκτονική της λεγόμενης "AIM συμμαχίας" των Apple, IBM και Motorola. Από την έναρξή της, η σειρά Power Macintosh αποδείχθηκε πολύ επιτυχής με πωλήσεις πάνω από ένα εκατομμύριο τεμάχια μέχρι τα τέλη του 1994, τρεις μήνες πριν από τον ετήσιο στόχο της Apple. Τον ίδιο χρόνο, η Apple εισήγαγε το δεύτερης γενιάς PowerBook, το PowerBook 500, που εισήγαγε την καινοτομική κατάδειξη αφής (trackpad ή touchpad).

Παρά τις τεχνικές και εμπορικές επιτυχίες, η Microsoft και η Intel άρχισαν να περιορίζουν γρήγορα το κομμάτι της αγοράς της Apple τα Windows 95 και τους Pentium επεξεργαστές αντιστοίχως. Αυτά βελτίωσαν σημαντικά τις δυνατότητες πολυμέσων (multimedia) και τις επιδόσεις των IBM-συμβατών PC, και έφεραν τα Windows ακόμα πιο κοντά στο γραφικό περιβάλλον του Mac. Η Apple τότε ξεκίνησε το πρόγραμμα παραγωγής κλώνων από άλλους κατασκευαστές για να εισχωρήσει περισσότερο στην αγορά υπολογιστών. Αυτή η κίνηση κατάφερε να αυξήσει το μερίδιο της αγοράς του Macintosh κάπως, αλλά υποσκάπτοντας τις κατώτερες σειρές προϊόντων της ίδιας. Η εταιρία δέχτηκε σταθερές απώλειες κερδών κατά τη περίοδο που κατασκευάζονταν κλώνοι, με αποτέλεσμα όταν ο Steve Jobs επέστρεψε στην Apple το 1997, να διακόψει τη λειτουργία τους, δικαιολογώντας ότι παρόλο που αυτά τα μηχανήματα πρόσφεραν περισσότερη αξία στον καταναλωτή, η Apple έχανε υπερβολικά πολλά κέρδη στην αγορά των κλώνων. Αυτή η κίνηση προκάλεσε σοβαρές οικονομικές απώλειες σε εταιρίες όπως η Motorola που είχαν επενδύσει αρκετά στην δημιουργία Mac-συμβατών μηχανημάτων.

1998 μέχρι το 2007[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το 1998, ένα χρόνο μετά την επιστροφή του Steve Jobs στην εταιρεία, η Apple εισήγαγε τον iMac, ένα όλα-σε-ένα Macintosh, παρόμοιο με τον αρχικό Macintosh 128K, με νέο σχεδιασμό, αποχωρώντας από τις τυπικές συνδέσεις της Apple μέχρι τότε, όπως το SCSI και το ADB, και χρησιμοποιώντας δύο θύρες USB. Το χαρακτήριζε η νέα του όψη, το ημιδιάφανο πλαστικό κάλυμμα, αρχικά σε χρώμα "Bondi μπλε", και θεωρείται ιστορικό βιομηχανικό σχέδιο των τέλη '90. Το iMac αποδείχτηκε φοβερά επιτυχές πουλώντας 800.000 τεμάχια μέσα στο 1998, προσφέροντας στην εταιρία ετήσιο κέρδος 309 εκατομμύρια δολάρια, το πρώτο κερδοφόρο έτος της Apple από το 1995 που ήταν διευθυντής ο Michael Spindler (Μάικλ Σπίνντλερ). Στο MacWorld του 1999 στο Σαν Φρανσίσκο, ο Steve Jobs ανακοίνωσε ότι είχαν πουληθεί πάνω από 1,35 εκατομμύρια iMac το προηγούμενο τρίμηνο. Ο Power Macintosh σχεδιάστηκε ξανά με παρόμοια "μπλε και άσπρη" αισθητική.

Το 1999 η Apple εισήγαγε ένα νέο λειτουργικό σύστημα, το Mac OS X Server 1.0 (ή αλλιώς Rhapsody (Ραψωδία)) με νέο γραφικό περιβάλλον (GUI) και δυνατές UNIX βάσεις. Το γραφικό του περιβάλλον που έμοιαζε με αυτό της NeXT, άφησε αρκετούς Mac χρήστες απογοητευμένους, αναρωτώμενοι πως θα είναι το γραφικό περιβάλλον της επόμενης γενιάς του Mac OS. Το Mac OS X ήταν βασισμένο στο OPENSTEP, το λειτουργικό σύστημα που αναπτύχθηκε από την επόμενη εταιρεία του Steve Jobs, NeXT. Το Mac OS X δεν διατέθηκε στο κοινό μέχρι το Σεπτέμβριο του 2000, ως Mac OS X Public Beta, με το Aqua περιβάλλον, και το πολύ διαφορετικό περιβάλλον σε σχέση με το Mac OS X Server 1.0. Κόστιζε US$29.99 και πρόσφερε στους περιπετειώδεις Mac χρήστες να δοκιμάσουν το νέο λειτουργικό σύστημα της Apple και να παρέχουν ανταπόκριση στην εταιρία για το τι θέλανε να δουν στην κανονική έκδοση. Η αρχική έκδοση του Mac OS X, 10.0 (ονομαζόμενο Cheetah - Τσίτα), βγήκε στις 24 Μαρτίου 2001. Οι επόμενες εκδόσεις του ήταν το 10.1 Puma (Πούμα) στις 25 Σεπτεμβρίου, το 10.2 Jaguar (Ιαγουάρος) στις 24 Αυγούστου 2002, το 10.3 Panther (Πάνθηρας) στις 24 Οκτωβρίου 2003, το 10.4 Tiger (Τίγρης) στις 29 Απριλίου 2005, και το 10,6 Leopard (Λεοπάρδαλη) στις 26 Οκτωβρίου 2007.

Στα μέσα του 1999, η Apple εισήγαγε το iBook, ένα καταναλωτικού επιπέδου, φορητό Mac, σχεδιασμένο να έχει παρόμοια εμφάνιση με το iMac που είχε εισαχθεί νωρίτερα το ίδιο χρόνο. Έξι μήνες αφότου βγήκε το iBook, πάνω από 140.000 παραγγελίες είχαν δεχτεί, και μέχρι τον Οκτώβριο ο υπολογιστής είχε όσες πωλήσεις όσες το iMac. Η Apple συνέχισε να προσθέτει νέα προϊόντα όπως το eMac και το PowerBook G4, και δυο μεγάλες αναβαθμίσεις στους iMac. Στις 11 Ιανουαρίου 2005, η Apple ανακοίνωσε την έκδοση του Mac mini στη τιμή των US$499, τον λιγότερο ακριβό Mac μέχρι σήμερα. Το 2006 η Apple μετέβη από τους επεξεργαστές αρχιτεκτονικής PowerPC σε αρχιτεκτονικής IA32 της εταιρείας Intel.

Τα τελευταία χρόνια οι πωλήσεις των Macintosh έχουν αυξηθεί κατά πολύ. Πολλοί λένε ότι αυτό οφείλεται κατά ένα μέρος στην επιτυχία του iPod και εν συνεχεία στην ακόμα μεγαλύτερη του iPhone, ένα δευτερογενές σύμπτωμα όπου οι ευχαριστημένοι χρήστες του αγοράζουν κι άλλα Apple προϊόντα. Το Mac έχει κερδίσει τόση αναγνωρισιμότητα από το iPod που έχει να σημειωθεί από την αρχική του εισαγωγή το 1984. Από το 2001 μέχρι το 2007 οι ετήσιες πωλήσεις των Mac αυξάνονται συνεχώς πάνω από το μέσο όρο της αγοράς. Στις 22 Οκτωβρίου 2007 η Apple ανακοίνωσε τα τριμηνιαία στατιστικά της, σημειώνοντας πωλήσεις 2,164,000 συστημάτων Mac, μια αύξηση της τάξης του 34% σε ετήσια βάση.

Η σειρά προϊόντων Macintosh το 2007[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Όψη Όνομα Τύπος Αγορά Περιγραφή
το Mac mini

κατώτερη

Το Mac mini είναι ο λιγότερο ακριβός Mac σε παραγωγή. Πωλείται χωρίς οθόνη, πληκτρολόγιο και ποντίκι. Έρχεται σε δυο εκδόσεις, και οι δύο με τον επεξεργαστή Intel Core 2 Duo.
το iMac

επιτραπέζιος

μέση

Ο iMac είναι ο βασικός καταναλωτικός επιτραπέζιος της Apple, χρησιμοποιώντας τον επεξεργαστή Ιntel Core 2 Duo. είναι ένα σύστημα "όλα σε ένα" και έρχεται σε δυο βασικές εκδόσεις με 20 και 24 ίντσες οθόνη αντίστοιχα.
Το Mac Pro

επιτραπέζιος

επαγγελματική

Το Mac Pro, ο πιο ακριβός, ανώτερος σταθμός εργασίας (workstation) υπολογιστής, αντικαθιστά τον Power Mac G5]. Αν και όμοια εξωτερικά, αυτά τα μοντέλα έχουν 2 διπήρυνους Intel Xeon 'Woodcrest' επεξεργαστές ή δύο τετραπύρινους Ιntel Xeon 'Clovertown') επεξεργαστές. Δεν έρχονται με οθόνη.
Το μαύρο MacBook

μέση

Το MacBook είναι το καταναλωτικό φορητό της Apple. Χρησιμοποιεί έναν Ιntel Core 2 Duo επεξεργαστή σε λίγο χαμηλότερες ταχύτητες από αυτόν στα MacBook Pro. Έρχεται σε λευκό και σε μαύρο χρώμα.
To MacBook Pro

φορητός

επαγγελματική

Το MacBook Pro είναι ο ανώτερος φορητός σταθμός εργασίας υπολογιστής και βγαίνει σε δυο βασικά μοντέλα των 15,4 και 17 ιντσών.
To Xserve οργανισμών Ο Xserve είναι ένας εξυπηρετητής απευθυνόμενος σε μεγάλους οργανισμούς, ειδικά σχεδιασμένος για "κρίσιμων-αποστολών" (mission-critical) κέντρα δεδομένων και επιχειρηματικές πελατειακές υπηρεσίες. Χρησιμεύει κυρίως σε συστοιχίες (clusters) για διανεμημένη επεξεργασία, όπως επιστημονικές αναλύσεις πρωτεϊνών. Χρησιμοποιεί δύο Intel Xeon "Woodcrest" επεξεργαστές.
The Xserve

εξυπηρετητής

οργανισμών Ο Xserve RAID είναι ο μεγάλος αδερφός του Xserve με βασικό χαρακτηριστικό το χώρο για 14 σκληρούς δίσκους, ανεβάζοντας τη χωρητικότητά του στα 10.5 Terabytes .

Υλικό (hardware)[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η σημερινή οικογένεια προϊόντων Mac χρησιμοποιεί Intel x86 επεξεργαστές. Όλα τα μοντέλα έρχονται με τουλάχιστον 1GB μνήμη RAM. Οι σημερινοί Μac έχουν γραφικούς επεξεργαστές (GPU) ATI Radeon, nVidia GeForce ή Intel GMA και έχουν είτε ένα ComboDrive (αναπαραγωγή DVD με δυνατότητες εγγραφής CD) ή ένα SuperDrive με δυνατότητες εγγραφής και CD και DVD). Οι Mac έχουν δύο στάνταρ θύρες επικοινωνίας, USB που έγινε στάνταρ το 1998 με το iMac, και FireWire, μια τεχνολογία που αναπτύχθηκε από την Apple για την υποστήριξη συσκευών επιδόσεων. Ενώ το USB είναι πανταχού παρών σήμερα, το FireWire χρησιμεύει κυρίως μόνο σε συσκευές υψηλών ταχυτήτων όπως σκληρούς δίσκους και βιντεοκάμερες.

Η πλειονότητα των Mac έρχονταν ιστορικά με ποντίκι με ένα κουμπί. Αυτό άλλαξε τον Αύγουστο του 2005 όταν η Apple έβγαλε το τεσσάρων κουμπιών ποντίκι με το όνομα Mighty Mouse (Μάιτυ Μάους) που έρχονταν μαζί με κάθε νέο επιτραπέζιο Mac. Στις 25 Ιουλίου 2006 βγήκε και η ασύρματη εκδοσή του. Ξεκινώντας με τον iMac G5 τον Οκτώβριο 2006, η Apple άρχισε να ενσωματώνει μια κάμερα iSight (Άι-Σάϊτ) στα iMac, MacBook και MacBook Pro, και ένα περιβάλλον "κέντρου πολυμέσων" (media center) ονομαζόμενο Front Row (Φρόντ Ρόου) μαζί με ένα τηλεκοντρόλ για την προσπέλαση πολυμέσων αποθηκευμένων στον υπολογιστή.

Το 2007 μια νέα φόρμα αναπτύχθηκε, που δεν υποστηριζόταν από την Apple, ένα Mac που μετατρέπεται σε tablet PC. Λεγόταν ModBook, από την Axiotron, και ήταν ένα ανακατασκευασμένο MacBook που έτρεχε Mac OS X.

Λογισμικό (software)[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

H Apple αναπτύσσει το δικό της λειτουργικό σύστημα για να τρέχει στους Macs, το Mac OS X,η τελευταία έκδοση του οποίου είναι το Mac OS X 10.9 Mavericks. Η Apple επίσης ανεξάρτητα αναπτύσσει τίτλους λογισμικού για το λειτουργικό της σύστημα.Αρκετό από το λογισμικό που αναπτύσσει η Apple είναι ενσωματωμένο στους υπολογιστές της. Ένα παράδειγμα είναι οι τίτλοι λογισμικού που απευθύνονται στους απλούς καταναλωτές, όπως είναι η σουίτα iLife η οποία ενσωματώνει τα προγράμματα iDvd, iMovie, iPhoto, iTunes, Garageband και iWeb. Για παρουσιάσεις, σελιδοποίηση, λογιστικά φύλλα και επεξεργασία κειμένου είναι διαθέσιμη η σουίτα iWork που περιλαμβάνει το Keynote, το Pages και το Numbers. Το iTunes,ο Quicktime player και ο Safari web browser είναι διαθέσιμα ως ελέυθερα για κατέβασμα και για Mac και για Windows.

H Apple επίσης προσφέρει και μια σειρά τίτλων λογισμικού για επαγγελματική χρήση.Η σειρά λογισμικού για servers περιλαμβάνει το λειτουργικό σύστημα Mac OS X Server, το Apple Remote Desktop, WebObjects, Java Web application server και το Xsan, ένα σύστημα αρχείων αποθήκευσης δικτύου.

Επεξεργαστές και αρχιτεκτονική[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο πρώτος Macintosh είχε επεξεργαστή Motorola 68000, έναν 16/32-bit (32-bit εσωτερικά) που έτρεχε στα 8 MHz. Ο Macintosh Portable και το PowerBook 100 έτρεχαν με την 16MHz έκδοσή του. Ο Macintosh II είχε ένα πλήρως 32μπιτο Motorola 68020 επεξεργαστή, αλλά τα ROM των Mac εκείνη την εποχή περιείχαν λογισμικό που υποστήριζε μόνο 24-bit σηματοδότηση μνήμης, εκμεταλλευόμενα έτσι μόνο ένα κομμάτι των δυνατοτήτων σηματοδότησης του τσιπ, παρά μόνο με τη χρήση κάποιου ειδικού λογισμικού. Οι Macs με αυτό το περιορισμό αναφέρονταν ως μη "καθαρά 32μπιτοι". Ο διάδοχός του, ο Macintosh IIx εισήγαγε τον επεξεργαστή Motorola 68030, που περιείχε μηχανισμό χειρισμού της μνήμης. Ο 68030 όμως δεν περιείχε μονάδα κινητής υποδιαστολής (FPU, floating point unit), έτσι οι '030-βασισμένοι Macintosh είχαν μια ξεχωριστή μονάδα, 68881 ή 68882. Τα χαμηλότερου κόστους μοντέλα δεν είχαν καν, αλλά είχαν μια θέση για FPU, στη περίπτωση που ο χρήστης αποφάσιζε να προσθέσει μία. Ο πρώτος "καθαρά 32μπιτος" Macintosh που μπορούσε να χρησιμοποιήσει 32-bit σηματοδότηση μνήμης χωρίς ειδικό λογισμικό, ήταν ο Macintosh IIci. Το 1991 η Apple διέθεσε τους πρώτους υπολογιστές που περιείχαν επεξεργαστές Motorola 68040 οι οποίοι περιείχαν μονάδα κινητής υποδιαστολής μέσα στον κεντρικό επεξεργαστή. Και πάλι, τα χαμηλότερου κόστους μοντέλα δεν είχαν FPU, βασιζόμενα στον περιορισμένων δυνατοτήτων Motorola 68LC040.

Μετά το 1994, η Apple χρησιμοποίησε τους PowerPC επεξεργαστές, ξεκινώντας με τον PowerPC 601, που αναβαθμίστηκε αργότερα στον 603, 603e, 604, 604e και 604ev. Το 1997 η Apple εισήγαγε τον πρώτο υπολογιστή βασισμένο στον σημαντικά αναβαθμισμένο επεξεργαστή PowerPC G3, και ακολούθησε το 1994 ο PowerPC G4. Ο τελευταίος PowerPC επεξεργαστής που χρησιμοποιήθηκε ήταν ο 64-μπιτος PowerPC 970FX "G5", το 2003. Κατά τη διάρκεια της μετάβασης προς τους PowerPC, η ομάδα “Cognac” (Κονιάκ) της Apple έγραψε ένα 68030 σε PowerPC εξομοιωτή (emulator) που ξεκίναγε στα αρχικά στάδια της φόρτωσης του λειτουργικού. Αρχικά η ταχύτητα του εξομοιωτή δεν ήταν ικανοποιητική, αλλά επόμενες εκδόσεις του χρησιμοποιούσαν δυνητικής ανασύνταξης (dynamic recompilation) εξομοιωτή (emulator) ο οποίος ώθησε τις επιδόσεις του, με το να φυλάει τα συχνότερα χρησιμοποιημένα κομμάτια του μετατρέψιμου κώδικα. Η πρώτη έκδοση του λειτουργικού που βγήκε με τα πρώτα PowerPC συστήματα εκτιμάτε ότι έτρεχε κατά 95% εξομοιωμένο. Επόμενες εκδόσεις του λειτουργικού αύξησαν το ποσοστό του αυτόχθονα native PowerPC κώδικα, μέχρι που τελικά το Mac OS X τον έφερε στο 100% αυτόχθονο.

Ο επεξεργαστής PowerPC 604 εισήγαγε την συμμετρική πολυεπεξεργασία - ΣΠΕ (symmetric multiprocessing - SMP) στην πλατφόρμα του Macintosh, με τα εξοπλισμένα με διπλούς PowerPC 604e συστήματα, Macintosh 9500 και 9600. Ο επεξεργαστής G3 δεν ήταν ικανός για ΣΠΕ αλλά οι G4 και G5 ήταν, και η Apple εισήγαγε πολλούς διπλών-επεξεργαστών G4 και G5 Power Mac. Ο ανώτατος της σειράς, Power Macintosh G5, χρησιμοποιούσε δύο διπύρηνους G5 επεξεργαστές.

O επεξεργαστής G3 δεν ήταν ικανός για ΣΠΕ, αλλά οι G4 και G5 ήταν, και έτσι η Apple εισήγαγε πολλούς διπλών επεξεργαστών G4 και G5 Power Mac. Ο ανώτατος της κατηγορίας Power Macintosh G5 χρησιμοποιούσε δύο διπύρηνους επεξεργαστές, κάνοντάς τον συνολικά τεσσάρων πυρήνων.

Στις 6 Ιουνίου 2005, ο Steve Jobs ανακοίνωσε ότι η εταιρεία θα ξεκινούσε τη μετάβαση της σειράς Macintosh από τους PowerPC επεξεργαστές σε Intel κατασκευής (η μετάβαση ολοκληρώθηκε στις 7 Αυγούστου 2006) και παρουσίασε την ίδια στιγμή μία έκδοση του Mac OS X να τρέχει σε έναν υπολογιστή με επεξεργαστή Intel Pentium 4. Οι intel-βασισμένοι Mac μπορούν να τρέχουν Mac λογισμικό συνταγμένο (compiled) για PowerPC επεξεργαστές, χρησιμοποιώντας ένα σύστημα δυνητικής μετάφρασης (dynamic translation) γνωστό ως “Rosetta”.

Οι πρώτοι Mac με Intel επεξεργαστές ήταν οι iMac και τα 15 ιντσών MacBook Pro που ανακοινώθηκαν μαζί τον Ιανουάριο του 2006 στο ετήσιο συνέδριο Macworld (Μακγουόρλντ) βασιζόμενοι σε επεξεργαστές Intel Core Duo. Κατά τη διάρκεια του χρόνου το Mac mini μετέβη στην Intel αρχιτεκτονική με επεξεργαστές Intel Core Solo και Core Duo. Το iBook αντικαταστάθηκε από το MacBook και στις 7 Αυγούστου 2006, ο Power Mac G5 αποσύρθηκε για να πάρει τη θέση του ο Mac Pro, βασιζόμενος στον νέο Intel Xeon "Woodcrest" και το ίδιο και ο Xserve. Το δεύτερο μισό του 2006 η Apple κυκλοφόρησε νέες σειρές iMac και MacBook, χρησιμοποιώντας Core 2 Duo επεξεργαστές.

Επεκτασιμότητα και συνδεσιμότητα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Εξωτερικοί σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Commons logo
Τα Wikimedia Commons έχουν πολυμέσα σχετικά με το θέμα
(αγγλικά)