Χανάτο της Κοκάνδης

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Χανάτο της Κοκάνδης (1709–1876)
خانات خوقند
Σημαία
Τοποθεσία της χώρας στον κόσμο
Πρωτεύουσα Κοκάνδη
Γλώσσες Περσικά (επίσημη)
Πολίτευμα
Χαν
Μοναρχία
Σαχρούχ Μπίυ (πρώτος)
Νασρ αντ-Ντιν Αμπντούλ Καρίν Χαν (τελευταίος)
Θρησκεία Ισλαμισμός (Σουνίτες)


Το Χανάτο της Κοκάνδης ήταν κράτος στην Κεντρική Ασία από το 1709 μέχρι το 1876 στην περιοχή του σημερινού Κιργιστάν, ανατολικού Ουζμπεκιστάν και Τατζικιστάν και νοτιοανατολικού Καζακστάν. Είχε πρωτεύουσα την πόλη Κοκάνδη (Κοκάντ) (στο σημερινό Ουζμπεκιστάν). Μαζί με το Εμιράτο της Μπουχάρας στα δυτικά του και το Χανάτο της Χίβας ακόμα δυτικότερα, αποτελούσαν το όριο μεταξύ της τσαρικής Ρωσίας και της νότιας Κεντρικής Ασίας.

Ιδρύθηκε το 1709 όταν ο Σαϋμπανίδης (Σαϋμπανίδες: μογγολικών ριζών δυναστεία) εμίρης Σαχρούχ της φυλής Μινγκλάρ των Ουζμπέκων, ανακήρυξε την ανεξαρτησία του από το Χανάτο της Μπουχάρας, ιδρύοντας ένα κράτος στην ανατολική πλευρά της κοιλάδας Φεργκάνα, όπου έκτισε ακρόπολη ως πρωτεύουσα του, στη μικρή πόλη της Κοκάνδης, επισημοποιώντας έτσι την ίδρυση του Χανάτου της Κοκάνδης. Ο γιος του, Αμπντ αλ-Καρίμ και ο εγγονός του, Ναρμπούτα μπέης, μεγάλωσαν την αρχική ακρόπολη. Παρόλα αυτά, και οι δύο αναγκάστηκαν να υποταχθούν και το χανάτο τους να αποτελέσει προτεκτοράτο, πληρώνοντας φόρους στη δυναστεία Τσιν της Κίνας, την περίοδο 1774-1798.

Από την Κοκάνδη, ο πολέμαρχος Τζαχανγκίρ Χότζα, με την υποστήριξη των Τατζίκων (ανατολικού ιρανικού λαού), Κιργιζίων (τουρκογενούς λαού) και μαχητών των Λευκών Ορέων, κατέλαβε την πόλη Κασγκάρ το 1826 και συνέλαβε αρκετές εκατοντάδες μουσουλμάνων Κινέζων (οι γνωστοί ως Χούι, ομιλούντες την κινεζική γλώσσα αλλά ξένης, μουσουλμανικής καταγωγής, διαφορετικοί από την πλειοψηφία των Κινέζων Χαν της σημερινής Κίνας), οι οποίοι στη συνέχεια πουλήθηκαν ως σκλάβοι στις αγορές της Κοκάνδης.

Ο γιος του Ναρμπούτα, Αλίμ, ήταν ικανός αλλά και ανελέητος. Προσέλαβε ένα στρατό από Τατζίκους ορεσίβιους και κατέκτησε το δυτικό μισό της κοιλάδας Φεργκάνα, μαζί με τις πόλεις Τασκένδη και Χουτζάντ. Δολοφονήθηκε από τον αδελφό του Ομάρ το 1809. Ο γιος του Ομάρ, Μοχάμμεντ Αλί (Μανταλί Χαν), ανέβηκε στο θρόνο το 1821 σε ηλικία 12 ετών. Κατά τη διάρκεια της βασιλείας του, το Χανάτο της Κοκάνδης έφτασε στη μεγαλύτερη εδαφική του επέκταση. Το 1841, ο Βρετανός λοχαγός Άρθουρ Κόνολι, απέτυχε στην προσπάθειά του να πείσει τα διάφορα χανάτα να παραμερίσουν τις διαφορές τους, σε μια προσπάθεια να αποτελέσουν ανάχωμα στην αυξανόμενη διείσδυση των Ρώσων στην περιοχή της Κεντρικής Ασίας. Το Νοέμβριο του 1841 άφησε την Κοκάνδη για να μεταβεί στη Μπουχάρα, σε μια απεγνωσμένη προσπάθεια να σώσει το φίλο του, συνταγματάρχη Τσαρλς Στόνταρντ, και οι δύο όμως τελικώς εκτελέστηκαν το 1842 από τον Μοχάμμεντ Αλί.

Παρά τις προσπάθειες της χήρας του Ομάρ, της φημισμένης ποιήτριας Ναντίρα, ο γιος της, Μοχάμμεντ Αλί, ήταν υπέρμετρα ανελέητος και ακόλαστος, δίδοντας έτσι το κατάλληλο πρόσχημα στον εμίρη Νασρουλάχ Χαν της Μπουχάρας να εισβάλει στην Κοκάνδη το 1842. Οι κάτοικοι της Κοκάνδης σύντομα εξεγέρθηκαν, εγκαθιστώντας το Σιρ Αλί, ξάδελφο του Μοχάμμεντ Αλί, στο θρόνο.

Την επόμενη εικοσαετία, το χανάτο αποδυναμώθηκε περαιτέρω από έναν σκληρό εμφύλιο πόλεμο και επιδρομές των Ρώσων και των στρατών της Μπουχάρας. Ο γιος του Σιρ Αλί, Χουνταγιάρ χαν, κυβέρνησε από το 1845 ώς το 1858, και μετά από μια ακόμη περίοδο που βρέθηκε υπό την υποτέλεια του εμίρη Νασρουλλάχ της Μπουχάρας, ξανά από το 1865. Στο μεσοδιάστημα, η Ρωσία συνέχιζε τη διείσδυσή της στην Κεντρική Ασία. Στις 28 Ιουνίου 1865, η Τασκένδη καταλήφθηκε από τα ρωσικά στρατεύματα υπό το στρατηγό Τσερνιάγεφ, ενώ το 1867 ακολούθησε και η πτώση της Χουτζάντ.