Φάλαρις

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Ο Φάλαρις ρίχνει τον Περίλαο στο χάλκινο βόδι (Χαλκογραφία του 16ου αιώνα)
«Ὀράτε δέ καί τούς νομοθέτας τῷ κολαστικῷ είδει τό πλέον νέμοντας, ὡs τῶν γε ἅλλων οὐδέν ὄφελος, εἰ μή ὁ φόβος προσείη καί ἡ ἐλπίς (ενδεχόμενον) τῆς κολάσεως».

Ο Φάλαρις υπήρξε πρώτος κατά χρονική σειρά τύραννος (570- 554 π.Χ.) του Ακράγαντα, Δωρικής αποικίας στην Κάτω Ιταλία.Ο όρος «φαλαρισμός» έχει μείνει στην ιστορία για τις απάνθρωπες τιμωρίες και θανατώσεις που επέβαλε, καθώς και για την σκληρότητα με την οποία κυβέρνησε. Ο Πίνδαρος[1] αναφέρει πως κατασκεύασε μεγάλο χάλκινο ταύρο, κοίλο από μέσα, όπου έρριχνε όσους ήθελε να θανατώσει- και πρώτο τον κατασκευαστή του- πυρακτώνοντας τον χαλκό και ψήνοντάς τους ζωντανούς.[2]

Βιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η καταγωγή του Φαλάριδος ήταν από την Κρήτη, πράγμα όχι παράξενο, αφού ο Ακράγαντας ήταν αποικία της Γέλας, η οποία είχε ιδρυθεί από Ροδίους και Κρητικούς. Οι πρώτοι κάτοικοι του Ακράγαντα είχαν ορίσει το πλούσιο ποσό των διακοσίων ταλάντων για να αναγείρουν ναό προς τιμή του πολιάδη Δία επάνω στην ακρόπολη της πόλης. Ο Φάλαρις, ο οποίος διατελούσε τελωνιακός έφορος, ανέλαβε την εργολαβία με την υπόσχεση να προσλάβει τους αξιότερους καλλιτέχνες της εποχής του και να διαθέσει τα καλύτερα και πιο πολύτιμα υλικά. Ο λαός τον πίστεψε, διότι λόγω επαγγέλματος είχε την μεγαλύτερη εμπειρία στα οικονομικά. Με τα χρήματα λοιπον που του ανατέθηκαν, αγόρασε δούλους, μίσθωσε στρατιώτες και στοίβαξε υλικά, ξυλεία, λίθους και σίδηρο για την οικοδομή. Γρήγορα όμως άρχισε να διαδίδει ότι κάποιος κλέβει τα υλικά από την οικοδομή και ζήτησε άδεια να κτίσει ξύλινα τείχη γύρω από την πόλη. Η άδεια του δόθηκε.

Σε κάποια γιορτή προς τιμή της Δήμητρας μεταξύ 560 και 550 π.Χ. εξαπέλυσε τους δούλους, οι οποίοι οπλισμένοι με αξίνες και σκεπάρνια κατέσφαξαν τον πληθυσμό, ενω με τα οικοδομικά υλικά πετροβόλησαν τα γυναικόπαιδα κάτω από την Ακρόπλη. Ο Φάλαρις αφού κατέλαβε την εξουσία και αυτοανακηρύχτηκε Τύραννος, κατέστρωσε το επόμενο σχέδιο. Κάλεσε όλους τους κατοίκους που είχαν μείνει ζωντανοί να γιορτάσουν μαζί του ένα μεγαλοπρεπές υπαίθριο συμπόσιο. Όταν ο κόσμος βγήκε από τα σπίτια του και πήγε στη γιορτή, ο Φάλαρις διέταξε τους σωματοφύλακές του να κλείσουν τις πύλες των τειχών, να ψάχουν όλα τα σπίτια και να κατασχέσουν ότι όπλα βρούν. Από τότε εξόρισε τους κατοίκους να μένουν έξω από τα τείχη της πόλης και κράτησε για τον ευατό του το εσωτερικό των τειχών για οχυρό παλάτι.

Χορήγησε τις τέχνες και την φιλοσοφία, ήταν όμως εγωιστής, ισχυρογνώμων και βάναυσος μέχρι φρίκης. Τελικά θανατώθηκε από τον όχλο, ο οποίος ξεσηκώθηκε και τον πετροβόλησε, όταν ο Πυθαγόρας μιλώντας δημόσια προς τον Φάλαρι του διηγήθηκε το μύθο της περιστεράς που σκότωσε το γεράκι. Εκείνη τη στιγμή τινάχτηκε η πρώτη πέτρα, την οποία ακολούθησαν και άλλες πολλές. Το ανάκτορό του ισοπεδώθηκε, η οικογένειά του ξεκληρίστηκε, και το γαλάζιο χρώμα που φορούσε στα βασιλικά ενδύματά του απαγορεύτηκε.

Το χάλκινο βόδι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

«μὴ ὥσπερ θηρίον ἀλογίστως τιμωρεῖται: ὁ δὲ μετὰ λόγου ἐπιχειρῶν κολάζειν οὐ τοῦ παρεληλυθότος ἕνεκα ἀδικήματος τιμωρεῖται οὐ γὰρ ἂν τό γε πραχθὲν ἀγένητον θείη ἀλλὰ τοῦ μέλλοντος χάριν».
Commons logo
Τα Wikimedia Commons έχουν πολυμέσα σχετικά με το θέμα

Τόσο φρικιαστική ήταν η βαναυσότητα του Φαλάριδος, που έβαλε έναν αγαλματοποιό, τον γλύπτη Περίλαο, να του κατασκευάσει ένα χάλκινο κούφιο βόδι. Το βόδι αυτό χωρούσε άνθρωπο και το προόριζε για μηχανή εκτέλεσης. Έβαζε μέσα τον μελλοθάνατο ζωντανό, έκλεινε το βόδι και άναβε φωτιά από κάτω. Το γλυπτό ήταν έτσι κατασκευασμένο, που οι φωνές του βασανιζομένου ακούγονταν σαν βέλασμα βοδιού, ενώ ο καταδικασμένος έβρισκε φρικτό θάνατο μέσα στον πυρωμένο φούρνο. Πρώτο θύμα και δοκιμαστικό της λειτουργίας του έγινε ο ίδιος ο Περίλαος. Ο Διόδωρος αναφέρει το χάλκινο βόδι και ότι ότι ο Ίμιλκος το μετέφερε ως λάφυρο στην Καρχηδόνα αφού κατέλαβε τον Ακράγαντα, για να το επιστρέψει ο Σκιπίων στον Ακράγαντα 260 χρόνια αργότερα, με την κατάληψη της Καρχηδόνας. Ο Λουκιανός έγραψε δύο σατυρικούς διαλόγους «Φάλαρις Α και Φάλαρις Β».

Τεχνάσματα του Φαλάριδος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Φάλαρις ότι δεν κατόρθωνε με την βία, το κατόρθωνε με ύπουλα μέσα. Έτσι με απάτη άρπαξε την εξουσία και αφόπλισε τους κατοίκους, τους οποίους εξόρισε από την πόλη. Σε μια άλλη πολιορκία αφού δεν μπόρεσε να καταλάβει την πόλη, αποχώρησε. Δωροδόκησε όμως τους φύλακες των σιτηραποθηκών της πολιορκούμενης πόλης να βλάψουν τις στέγες. Τα σιτηρά χάλασαν από την βροχή και ο Φάλαρις εκ νέου πολιόρκησε την πόλη, της οποίας οι κάτοικοι λίγο αργότερα αναγκάστηκαν να παραδοθούν. Σε μια άλλη πολιορκία έστειλε νεαρούς στρατιώτες ντυμένους γυναικεία με γαμήλια δώρα. Οι μασκαρεμένοι στρατιώτες όταν έφθασαν στον εχθρικό βασιλιά τράβηξαν τα ξίφη τους και τον θανάτωσαν, την ώρα που ο Φάλαρις έφθασε έξω από τα τείχη της πόλης.

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Πίνδαρος Πύθια 1, 95
  2. Γιάννης Λάμψας, Λεξικό του Αρχαίου Κόσμου, τόμ. Δ΄σ. 748 ISBN 960-666-935-1

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Βιβλιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]