Τοκάτα

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Η τοκάτα (ιτ. Toccata, από το ρήμα toccare = αγγίζω) είναι μουσική φόρμα, που άνθισε την εποχή της Αναγέννησης και του Μπαρόκ. Αναφέρεται συνήθως σε ελεύθερης φόρμας κομμάτια για πληκτροφόρα ή έγχορδα μουσικά όργανα, με ιδιαίτερο χαρακτηριστικό την περίτεχνη γραφή, τη μεγάλη ταχύτητα και γενικώς τη δεξιοτεχνία που καλείται να αποδώσει ο ερμηνευτής. Σε ορισμένες περιπτώσεις είναι δομημένες σε τμήματα, που μπορεί να περιλαμβάνουν αντιστικτικά επεισόδια, ενώ σώζονται και ορχηστρικές τοκάτες, όπως αυτή στην εισαγωγή της όπερας του Κλάουντιο Μοντεβέρντι Ορφέας. Οι πρώτες τοκάτες για τσέμπαλο και εκκλησιαστικό όργανο προέρχονται από την Ιταλία του 16ου αιώνα· το απόγειό τους φτάνουν στην εποχή του ύστερου Μπαρόκ, με χαρακτηριστικότερα δείγματα αυτά του Μπαχ. Ως είδος, αναπτύχθηκε και διατηρήθηκε μέχρι τις μέρες μας, ωστόσο αρκετά διαφοροποιημένη από την αρχική της σημασία.

Η αρχή από την Τοκάτα και Φούγκα σε Ρε ελάσ. του Μπαχ

Ιστορία της τοκάτας[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Αναγέννηση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η τοκάτα εμφανίζεται στην ύστερη περίοδο της Αναγέννησης και έλκει την καταγωγή της από τη νότια Ιταλία. Έχει ήδη προηγηθεί η εμφάνιση του κανόνα, της φούγκας και του ριτσερκάρε, είδη με τα οποία συχνά συνδυάζεται, υπό τη μορφή προλόγου. Συγγενή είδη της τοκάτας θεωρούνται το πρελούδιο, η φαντασία, αλλά και η εισαγωγή. Υφολογικά, η τοκάτα αποτελείται από ένα δεξιοτεχνικό μέρος, που περιλαμβάνει κλίμακες και διανθισμένες φιγούρες για το ένα χέρι, και μια συνοδεία συγχορδιακού τύπου για το άλλο. Ενίοτε η μελωδική γραμμή περνά από το ένα χέρι στο άλλο, ενώ δεν υπάρχει σαφής ένδειξη ρυθμικής αγωγής. Κύριοι εκπρόσωποι του είδους είναι οι Κλάουντιο Μέρουλο, Αντριάνο Μπανκιέρι, Αντρέα Γκαμπριέλι και ο ανιψιός του τελευταίου Τζιοβάννι Γκαμπριέλι. Από την Ιταλία, και δη τη Βενετία, η τοκάτα ταξιδεύει στην υπόλοιπη Ευρώπη, ειδικότερα στη Γερμανία, όπου και θα αποτελέσει σπουδαίο έρεισμα έναν αιώνα αργότερα.

Μπαρόκ[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στην εποχή του Μπαρόκ, κύριος εκπρόσωπος της τοκάτας στην Ιταλία θεωρείται ο Τζιρόλαμο Φρεσκομπάλντι. Στα χέρια του, η τοκάτα αυξάνει σε μήκος, περιέχει περισσότερα τμήματα και -σε αναλογία με την αρχιτεκτονική της εποχής- εμφανίζει πιο έντονα τα στοιχεία της ασυμετρίας και της περίπλοκης λεπτομέρειας. Όπως και οι τοκάτες των προκατόχων του, χαρακτηρίζεται από ένα αυτοσχεδιαστικό ύφος, με κλίμακες και γρήγορα περάσματα αντιπαραβαλλόμενα με μια συγχορδιακή συνοδεία.

Στην υπόλοιπη Ευρώπη, κυριαρχούν επί του είδους οι Γερμανοί συνθέτες Γιόχαν Πάχελμπελ, Γιόχαν Γιάκομπ Φρόμπεργκερ και Ντήτριχ Μπουξτεχούντε, ο Φλαμανδός Γιάν Πήτερσον Σβέλινκ και αργότερα ο Γιόχαν Σεμπάστιαν Μπαχ. Οι τοκάτες του τελευταίου θεωρούνται από τα πλέον γνωστά δείγματα του είδους, κυρίως δε αυτές για όργανο. Στις περισσότερες περιπτώσεις, προλογίζουν μια φούγκα στην ίδια τονικότητα, ενώ εν συγκρίσει με το πρελούδιο η τοκάτα είναι τρόπον τινά πιο αυτοσχεδιαστική. Οι επτά τοκάτες για τσέμπαλο του Μπαχ είναι πολυτμηματικά έργα, που περιλαμβάνουν αυτοτελείς φούγκες, χορικά, ρετσιτατίβο κλπ.

Ρομαντική περίοδος και εφ'εξής[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Με το τέλος του Μπαρόκ η δημοτικότητα της τοκάτας αρχίζει να φθίνει. Ελάχιστα είναι τα δείγματα από την εποχή του Κλασικισμού, ενώ επί Ρομαντισμού ξεχωρίζουν οι τοκάτες του Ρόμπερτ Σούμαν (ένα από τα δυσκολότερα έργα του Ρομαντικού πιανιστικού ρεπερτορίου) και του Φραντς Λιστ -μια σύντομη σύνθεση που μόνο κατ' όνομα χαρακτηρίζεται έτσι. Το σημαντικότερο ίσως δείγμα από την εν λόγω περίοδο είναι από την Συμφωνία για όργανο Νο. 5 του Γάλλου συνθέτη Σαρλ-Μαρί Βιντόρ, έργο κατάλληλο για την ανάδειξη μεγάλης δεξιοτεχνίας, αλλά και τη μεγάλη γκάμα χρωμάτων του οργάνου.

Η τοκάτα αναβιώνει στις αρχές του 20ού αιώνα, μέσα από τα έργα του Σεργκέι Προκόφιεφ και του Αράμ Χατσατουριάν (μια τοκάτα για πιάνο έκαστος), του Μωρίς Ραβέλ (ως τμήμα του έργου "Ο τάφος του Κουπρέν") και του Κλωντ Ντεμπυσσύ (μέρος της Σουίτας για πιάνο). Ο ινδικής καταγωγής Άγγλος συνθέτης Καϊκόσρου Σαπούρτζι Σοράμπι έγραψε αρκετές τοκάτες για σόλο πιάνο, ενώ αξιοσημείωτη είναι και η συμβολή του τυφλού Γάλλου συνθέτη Λουί Βιέρν (Συμφωνία Νο. 1).

Δείγμα ορχηστρικού τύπου τοκάτας είναι η τελευταία κίνηση από τη Συμφωνία Νο. 8 του Ραλφ Βων Ουίλιαμς, αλλά και το Κοντσέρτο για βιόλα Νο. 5 του Πάουλ Χίντεμιτ (1η κίνηση).[1]

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Kammermusik No.5, for viola and orchestra, Op.36, No.4. About. Classical Archives. [1]

Εξωτερικοί σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στο λήμμα αυτό έχει ενσωματωθεί κείμενο από το λήμμα Toccata της Αγγλόγλωσσης Βικιπαίδειας, η οποία διανέμεται υπό την GNU FDL και την CC-BY-SA 3.0. (ιστορικό/συντάκτες).