Σταύρωση

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Crux simplex (Νέα Ελληνικά: απλός σταυρός, μονός σταυρός), από το έργο του Ιούστου Λίψιου (1547-1606), De Cruce Libri Tres, Άντβερπ, 1629, σ. 19.

Σταύρωση είναι η μέθοδος εκτέλεσης επί σταυρού μέσω κρεμάσματος ή καθήλωσης. Με κεφαλαίο Σ (Σταύρωση) αναφέρεται στην εκτέλεση του Ιησού Χριστού μέσω καθήλωσης σε σταυρό πάνω στον λόφο του Γολγοθά στην Ιερουσαλήμ (βλ. λήμμα: Ο Σταυρός του Ιησού Χριστού).
Επίσης, στους αρχαίους χρόνους, σταύρωση σήμαινε και τοποθέτηση πασσάλων σε μορφή περίφραξης (Θουκ. 7.25.7).

Ετυμολογία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Σταύρ-ωση, από το σταυρό-ω, από το ί-στημι, στήνω, τοποθετώ κάτι όρθιο.

Η Σταύρωση ως μέθοδος εκτέλεσης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ως Σταύρωση ορίζεται η μέθοδος εκτέλεσης θανατικής ποινής με κάρφωμα ή και δέσιμο του θύματος επάνω σε πάσσαλο, δένδρο ή σε σταυρό σχήματος T. Αν και ο Ηρόδοτος χρησιμοποιεί τους όρους ανασκολοπίζειν για την τοποθέτηση των θυμάτων εν ζωή και ανασταυρούν για την καθήλωση των πτωμάτων τους, μετά από εκείνον, τα δύο ρήματα γίνονται συνώνυμα και εκφράζονται με τον όρο Σταύρωση-Σταυρώνω.

Η σταύρωση, εφαρμοζόταν από αρκετούς λαούς όπως οι Πέρσες, οι Ιουδαίοι, οι Καρχηδόνιοι οι Ρωμαίοι κ.ά., από τον 6ο π.Χ. αιώνα έως τον 4ο μ.Χ. αιώνα.
Αυτή η μέθοδος εκτέλεσης θανατικής ποινής καταργήθηκε από τον αυτοκράτορα Μ. Κωνσταντίνο το 337 σε ολόκληρη την Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία, από σεβασμό προς το σταυρικό μαρτύριο του Ιησού Χριστού.

Οι πρώτοι που χρησιμοποίησαν την σταύρωση ως μέθοδο εκτέλεσης και ίσως την εφηύραν κιόλας, ήταν οι Πέρσες. Ο λόγος για τον οποίο την χρησιμοποιούσαν ήταν πιθανόν για να μην έρχεται σε επαφή το σώμα του καταδικασμένου με τη γη και την μολύνει, καθώς ήταν αφιερωμένη στην αρχαία ιρανική θεότητα του Ζωροαστρισμού, τον Αχούρα Μάζντα. Σύμφωνα με τον Ηρόδοτο, το 519 π.X. ο Δαρείος ο Α', βασιλιάς των Περσών, σταύρωσε 3.000 πολιτικούς αντίπαλους του στην Βαβυλώνα.

Άλλες αρχαίες πηγές αναφέρουν τη χρήση της σταύρωσης από τους Ινδούς (Διόδ. Σικ. 2.18.1), τους Ασσυρίους (Διόδ. Σικ. 2.1.10), τους Σκύθες (Διόδ. Σικ. 2.44.2), τους Θράκες (Διόδ. Σικ. 33.15.1). Ο Τάκιτος αναφέρει ότι οι Γερμανοί χρησιμοποιούσαν τη σταύρωση (Χρονικά 1.61.4) όπως και οι Κέλτες (Χρονικά 14.33.2) ενώ ο Σαλλούστιος αναφέρει ότι και οι Νουμίδες χρησιμοποιούσαν αυτόν τον τρόπο εκτέλεσης (Ιουγουρθικός πόλεμος 14.15). Επίσης, σύμφωνα με αρκετές πηγές, οι Καρχηδόνιοι εφάρμοζαν τη σταύρωση (Πολύβ. 1.11.5, 24.6, 86.4 / Διόδ. Σικ. 25.5.2, 26.23.1 / Λίβιος 22.13.9 κ.ά.). Από τους Καρχηδόνιους, η σταύρωση πέρασε και στους Ρωμαίους οι οποίοι ονόμαζαν το εκτελεστικό όργανο, crux.

Στον ελληνιστικό κόσμο, οι εγκληματίες συχνά τοποθετούνταν επάνω σε σανίδα όπου γινόταν η διαπόμπευση, ο βασανισμός και η δημόσια εκτέλεσή τους. Η τιμωρία αυτή έμοιαζε με μία μορφή σταύρωσης, αυτή όπου καρφωνόταν το θύμα σε πάσσαλο. Σύμφωνα με τον Διόδωρο Σικελιώτη, ο Διονύσιος Α', τύραννος των Συρακουσών, συνέλαβε και σταύρωσε Έλληνες μισθοφόρους που είχαν στη δούλεψή τους οι Καρχηδόνιοι (14.53.4).

Επίσης, ο Μέγας Αλέξανδρος εφάρμοσε επανειλημμένα τη σταύρωση. Σε κάποια περίπτωση σταύρωσε συνολικά 2.000 επιζόντες από την πολιορκία της Τύρου (Κούρτιος Ρούφος 4.4.17) ενώ είναι χαρακτηριστικό αυτό που αναφέρει ο Αρριανός, πως ο Αλέξανδρος όταν πέθανε ο Ηφαιστίων, διέταξε να σταυρώσουν τον Γλαυκία (το γιατρό του Ηφαιστίωνα), επειδή τον θεώρησε υπαίτιο για τον θάνατο του φίλου του.

H εφαρμογή της σταύρωσης μαρτυρείται στην Ελλάδα και μετά το θάνατο του Αλεξάνδρου. Στα 314 π.Χ. ένας διοικητής του βασιλείου του Αλεξάνδρου, κατέστειλε εξέγερση στην πόλη Συκιώνα κοντά στην Κόρινθο, όπου σταύρωσε 30 από τους κατοίκους (Διόδ. Σικ. 19.67.2). Κατόπιν, στα 303 π.Χ. όταν η Συκιώνα έπεσε στα χέρια του Δημητρίου του Πολιορκητή, σταυρώθηκαν 80 αντίπαλοι στρατιώτες μαζί με τον διοικητή τους (Διόδ. Σικ. 20.103.6).

Στους προρωμαϊκούς χρόνους, στην ελληνόφωνη ανατολή η σταύρωση εφαρμόσθηκε στα πλαίσια του πολέμου ή για τις πράξεις υψίστης προδοσίας. Το 267 π.Χ., στην Ιουδαία που βρισκόταν κάτω από τις διαταγές του Αντιόχου Δ' του Επιφανούς, ο οποίος προσπάθησε να εξαλείψει την ιουδαϊκή θρησκεία, σταυρώνονταν όσοι παρέμεναν πιστοί στον εβραϊκό νόμο (Ιώσηπ. Ιουδ. Αρχ. 12.256). Μετά την εφαρμόγή του ρωμαϊκού δικαίου, η σταύρωση χρησιμοποιήθηκε επίσης ως τιμωρία για τους σκλάβους και τους βίαιους εγκληματίες.

Στους Εβραίους, η σταύρωση εφαρμόσθηκε περιστασιακά κατά τη διάρκεια της ελληνιστικής περιόδου. Το 88 π.Χ. ο Αλέξανδρος Ιανναίος βασιλιάς της Ιουδαίας και αρχιερέας, σταύρωσε 800 Φαρισαιους αντίπαλους του αφού πρώτα τους υποχρέωσε να παρακολουθήσουν τη σφαγή των συζύγων και των παιδιών τους (Ιώσηπ. Ιουδ. Αρχ. 13.380 & Ιουδ. Πόλεμ. 1.97-98).

Σύμφωνα με τον εβραϊκό νόμο, τα πτώματα των εκτελεσμένων ειδωλολατρών και των βλάσφημων, τα κρεμούσαν σε ένα δέντρο για να δείξουν ότι ήταν καταραμένοι από το Θεό (Δευτ. 21:22-23). Στην προ-χριστιανική Παλαιστίνη αυτό το κείμενο του Δευτερονόμιου εφαρμόστηκε και σε εκείνους που πέθαναν κατά τη σταύρωση όπως μαρτυρά το απόσπασμα από το υπόμνημα στο Ναούμ που βρέθηκε στη σπληλιά #4 στο Κουμράν. Ένα άλλο κουμρανικό κείμενο που βρέθηκε στο σπήλαιο #11 επίσης συνδέει το χωρίο αυτό του Δευτερονόμιου με τη σταύρωση, η οποία ήταν προφανώς μια τιμωρία των Εσσαίων για κάποιες πολύ σοβαρές παραβάσεις.

Δείτε επίσης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Βιβλιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • The Anchor Bible Dictionary, Doubleday, 1992, λήμμα: Crucifixion (Τόμος 1, σελ. 1207)
  • Theological Dictionary of the New Testament, B. Eerdmans Publishing Company, 1964, λήμμα: σταυρός (Τόμος 7, σελ. 572)
  • Encyclopaedia Britannica Deluxe 2004, λήμμα: crucifixion
  • An intermediate Greek-English Lexicon (founded upon 7th edition of Liddell & Scott's), 1996, λήμματα: σταυρός / σταυρόω / σταύρωμα / σταύρωσις (σελ. 743)

Εξωτερικοί σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]