Καρκασσόν

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Συντεταγμένες: 43°12′47″N 2°21′07″E / 43.21306°N 2.352028°E / 43.21306; 2.352028

Καρκασσόν
Carcassonne wall.jpg

Έμβλημα

Σημαία
Διοίκηση
Χώρα Flag of France.svg Γαλλία
Περιοχή Λανγκντόκ-Ρουσιγιόν
Νομός Ωντ (πρωτεύουσα)
Διαμέρισμα Καρκασσόν (πρωτεύουσα)
Καντόνι Πρωτεύουσα 4 καντονίων
Διακοινοτική Περιοχή Μητροπολιτική Περιοχή Καρκασσόν
Δήμαρχος Ζαν-Κλοντ Περές (PS)
Θητεία 2009
Ταχυδρομικός κώδικας 11000
Κωδικός Κοινότητας 11069
Δημογραφία
Πληθυσμός 96.420 κατ. (2009)
Γεωγραφία
Έκταση 65,08 km²
Τοποθεσία
Καρκασσόν στον χάρτη: France
Καρκασσόν
Συνδέσεις
Ιστότοπος http://www.carcassonne.org/
επεξεργασία 
Gtk-dialog-info.svg

Η Καρκασσόν (γαλλικά: Carcassonne, οξιτανικά: Carcassona) είναι πόλη της νοτιοδυτικής Γαλλίας του νομού Οντ (Aude) στην πρώην επαρχία του Λανγκντόκ - Ρουσιγιόν. Η Καρκασσόν είναι πόλη με πλούσια ιστορία και μια από τις λίγες οχυρωμένες μεσαιωνικές πόλεις των οποίων έχουν διατηρηθεί οι οχυρώσεις και το παλαιό μεσαιωνικό κέντρο. Σήμερα διαιρείται σε δύο περιοχές: Την οχυρωμένη "πολιτεία της Καρκασόν" (Cité de Carcassonne) και την αποκαλούμενη "Κάτω πόλη" (ville basse), η οποία βρίσκεται εκτός των οχυρώσεων.[1] Το 1996 η μεσαιωνική παλαιά πόλη εντάχθηκε στα μνημεία της Παγκόσμιας Πολιτιστικής Κληρονομιάς της Ουνέσκο.

Η πόλη έχει 47.634 κατοίκους σύμφωνα με την απογραφή του 2008[2]

Γεωγραφία - Κλίμα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η Καρκασσόν δεν είναι παράκτια πόλη. Βρίσκεται στην νότια Γαλλία, κοντά στα ισπανικά σύνορα στην περιοχή του Λανγκντόκ και είναι κτισμένη σε ένα λοφώδες εξόγκωμα. Η θέση της χαρακτηρίζεται ως στρατηγική, καθώς αποτελεί σταθμό στην οδό που συνδέει την Μεσόγειο με τον Ατλαντικό. Διασχίζεται από τον ποταμό Ορν αλλά και από το Κανάλι του Midi (Canal du Midi). Η έκτασή της (με τους περιβάλλοντες οικισμούς) ανέρχεται σε 65 km2, καθιστώντας την μια από τις μεγαλύτερες σε έκταση πόλεις του νομού Οντ (Aude). Το κλίμα της είναι ήπιο, με μέσο όρο θερμοκρασιών τον χειμώνα 6,5ο C και το καλοκαίρι 20,5ο C.[3]

Ιστορία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η παλαιότερη εγκατάσταση στην περιοχή χρονολογείται από τον 6ο π.Χ. αιώνα, όταν ένα πρωτοϊστορικό οχυρό (oppidum) με την ονομασία "Oppidum de Carsac"[4] κατασκευάστηκε στον βραχώδη λόφο που δέσποζε της κοιλάδας του ποταμού Οντ (Aude), η οποία αποτελούσε σταυροδρόμι των αρχαίων διαδρομών που συνέδεαν τον Ατλαντικό Ωκεανό με την Μεσόγειο θάλασσα και την Ιβηρική χερσόνησο με την κεντρική Ευρώπη. Με την έλευση των Ρωμαίων ονομάστηκε "Carcaso Volcarum Tectosagum", από την ονομασία της Κελτικής φυλής των Volcae-Tectosages, για την οποία ελάχιστα είναι γνωστά, αν και αναφέρεται από τον Στράβωνα[5] που είχε εγκατασταθεί εκεί γύρω στο 300 π.Χ.[6] και το 27 π.Χ. μετατράπηκε στην Colonia Iulia Carcaso. Κατά τον 3ο και τις αρχές του 4ου μ.Χ. αιώνα κατασκευάστηκε το πρώτο τείχος, με μήκος περίπου 1.200 μ. Οι οχυρώσεις περιλάμβαναν διπλά τείχη και ένα φρούριο, το οποίο περιβαλλόταν επίσης από οχυρώσεις που εκτείνονταν σε συνολικό μήκος τριών χιλιομέτρων. Η γραμμή των οχυρώσεων ακολουθούσε τις παλαιότερες ρωμαϊκές.[7]

Μεσαιωνικοί χρόνοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Όταν αποχώρησαν οι Ρωμαίοι, η Carcaso μετονομάστηκε σε Carcasona και πέρασε στην κατοχή των Βησιγότθων[8] οι Βησιγότθοι κατέλαβαν την πόλη το 453, υπό τον βασιλέα τους Θεοδώριχο τον Β', ο οποίος επεξέτεινε τα οχυρωματικά της έργα. Το 507 οι Φράγκοι νίκησαν τον Βησιγότθο βασιλέα Αλάριχο τον Β' με αποτέλεσμα η κυριαρχία των Βησιγότθων να περιοριστεί στην Ιβηρική χερσόνησο και την Επτάπολη (Septimanie), δηλαδή το Κάτω Λανγκντόκ[8], καθώς ο Γκοντεμπό (Gondebaud), βασιλέας των Βουργουνδών, απέτυχε να καταλάβει την Ναρμπόν και την Καρκασσόν.[6] Έτσι, η Καρκασσόν μετατράπηκε σε συνοριακή πόλη.

Πανόραμα της παλαιάς πόλης με την γέφυρα κατά την νύκτα

Κατά τον 6ο αιώνα η πόλη γίνεται έδρα επισκόπου από κοινού με την Αγκντ (Agde) και την Βιλνέβ λε Μαγκελόν (Villeneuve-lès-Maguelone). Ο επίσκοπος άρχισε να κτίζει ένα βησιγοτθικό ναό, η θέση του οποίου είναι σήμερα άγνωστη[8] αν και από ορισμένους πιστεύεται ότι αποτέλεσε το αρχικό κτίσμα που κατεδαφίστηκε προκειμένου να θεμελιωθεί ο καθεδρικός του Σεν Ναζέρ. Το 725 η πόλη περιέρχεται στην κατοχή των Αράβων. Σε αυτή την εποχή τοποθετείται και ο θρύλος της "Dame Carcas", συζύγου του Άραβα ηγεμόνα της πόλης Μπάλακ (Ballak).

Ο θρύλος της Dame Carcas[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η Dame Carcas: Άγαλμα στην πύλη εισόδου της πόλης

Όταν ο Μπάλακ απεβίωσε, τον διαδέχθηκε η σύζυγός του, στην οποία αποδόθηκε το προσωνύμιο "Dame Carcas". Ο Καρλομάγνος πολιόρκησε την πόλη με πολυάριθμο στρατό, αλλά οι οχυρώσεις της ήταν απόρθητες. Ο αυτοκράτορας αποφάσισε να συνεχίσει την πολιορκία, ελπίζοντας ότι οι πολιορκημένοι θα κατέρρεαν από την πείνα. Η Dame Carcas αρχικά κατασκεύασε κούκλες από ύφασμα και άχυρο, τις έντυσε με στρατιωτικές στολές και τις τοποθέτησε στα τείχη ώστε οι πολιορκημένοι να φαίνονται πολλοί. Παράλληλα οι βαλλιστρίδες πίσω από τις κούκλες έριχναν πολλά βέλη, ώστε να μοιάζει πως τα έριχναν οι ψεύτικοι στρατιώτες. Αυτό που πίστευε ο Καρλομάγνος δεν ήταν παράλογο: Ύστερα από κάποιο διάστημα, στην πόλη απέμεινε μόνον ένα μικρό γουρουνάκι και ένα σακί κριθάρι. Η Dame διέταξε και τάισαν το γουρουνάκι με το κριθάρι και ύστερα το πέταξε από τα τείχη. Όταν οι πολιορκητές είδαν το νεκρό γουρουνάκι, μετέφεραν στον αυτοκράτορα ότι "η Καρκασσόν έχει τόσο πολύ κριθάρι διαθέσιμο, ώστε ταΐζει με αυτό τα γουρούνια της!". Ο Καρλομάγνος απελπίστηκε και έλυσε την πολιορκία. Καθώς τα στρατεύματα υποχωρούσαν, η Dame διέταξε να κτυπήσουν οι καμπάνες όλων των εκκλησιών, για να μαθευτεί το ευχάριστο νέο. Ένας από τους υποτελείς του Καρλομάγνου, ακούγοντάς τις, είπε στον ηγεμόνα του: "Sire, Carcas sonne!" (Κύριε, στην Καρκασσόν κτυπούν οι καμπάνες!".[9]

Η δυναστεία των Τρενκαβέλ[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το 759 ο βασιλέας των Φράγκων Πεπίνος ο Βραχύς (Pépin le Bref) κυριεύει την Καρκασσόν[10] και ολόκληρη την Επτάπολη.

Η νέα φραγκική διοίκηση ονομάζει τους άρχοντες της πόλης Κόμητες της Καρκασσόν, τοποθετώντας επικεφαλής οικογένειες με πολύ παλαιά καταγωγή, την δυναστεία των Ολιμπά (Oliba) κατά τον 10ο αιώνα και την δυναστεία των Κομίνζ-Κουζεράν (Comminges-Couserans) κατά τον 11ο αιώνα. Οι τελευταίοι κόμητες της δυναστείας δεν αποκτούν αρσενικό απόγονο, και έτσι η κληρονόμος τους, Ερμενεγκάρντ (Ermengarde), αδελφή του τελευταίου κόμητα της Καρκασσόν και υποκόμισσα της Μπεζιέ και του Αγκντ νυμφεύεται τον Ραϊμόν Μπερνάρ Τρενκαβέλ, (Raimond Bernard Trencavel), υποκόμητα της Νιμ και του Αλμπί, γύρω στα 1067.[10] Οι απόγονοί τους θα διαδραματίσουν σημαντικό ρόλο στην ιστορία της πόλης. [11] Ένα χρόνο αργότερα, η πόλη περιέρχεται στην επικυριαρχία της Βαρκελώνης.

Το 1082 ο υποκόμης της Καρκασσόν δολοφονείται. Ο γιος του Μπερνάρ Ατόν (Bernard Aton) αυτοανακηρύσσεται διάδοχός του και προσπαθεί να συγκεράσει τις αντιζηλίες και τις διεκδικήσεις μεταξύ των ηγεμόνων της Βαρκελώνης και της Τουλούζης, με τις οποίες η δυναστεία συμμαχούσε εναλλάξ. Ο Μπερνάρ Ατόν είναι ο άρχοντας ενός μεγάλου πριγκηπάτου, που περιλαμβάνει τις εκτάσεις της Καρκασσόν, της Μπεζιέ, της Λιμού (Limoux), του Αλμπί και της Νιμ. Η κυριαρχία του διαρκεί από το 1074 ως το 1129, αν και άρχοντας της Καρκασσόν γίνεται το 1082 ύστερα από την δολοφονία του πατέρα του. Ο Ατόν αλλάζει την εικόνα της πόλης: Το ανάκτορο του Ναρμπονέ (château Narbonnais), που η παράδοση το θέλει να βρίσκεται στον ομώνυμο πύργο των τειχών, κατεδαφίζεται και στη θέση του αναγείρεται ένα νέο ανάκτορο, το "palatium", που ολοκληρώνεται γύρω στο 1120 και βρίσκεται στο δυτικό τμήμα των παλαιών οχυρώσεων. Την κατασκευή αυτή διαδέχεται η έναρξη της κατασκευής του καθεδρικού του Σεν Ναζέρ ενώ παράλληλα αρχίζει δειλά η ανάπτυξη ενός οικισμού έξω από τα τείχη, που διοικείται από συμβούλιο αποτελούμενο από προκρίτους και μεγαλοαστούς αλλά αναγνωρίστηκε αργότερα, πιθανόν μεταξύ 1209 και 1229.[11]

Καρκασσόν: Το ανάκτορο του υποκόμητα

Εν τω μεταξύ η ειρήνη στο Λανγκντόκ έχει αρχίσει να διαταράσσεται. Το 1208 δολοφονείται ο παπικός εκπρόσωπος (λεγάτος) Πιερ ντε Καστελνό (Pierre de Castelnau) και ο Πάπας Ιννοκέντιος Γ' βρίσκει την αφορμή που από καιρό αναζητούσε: Εξαπολύει σταυροφορία εναντίον της αίρεσης των Καθαρών, οι οποίοι κυριαρχούν πλέον σε ολόκληρη την περιοχή του Λανγκντόκ. Το 1209 οι άρχοντες του Βορρά, τους οποίους έχει επιστρατεύσει ο Πάπας υπό την ηγεσία του Σίμωνα του Μονφόρ, ξεσηκώνονται κατά του κόμητα της Τουλούζης Ραϊμόν του 6ου και των υποτελών του, ανάμεσα στους οποίους και ο ισχυρότατος Τρενκαβέλ, απαιτώντας να απαλλαγεί η περιοχή από την "αίρεση των Καθαρών". Ο κόμης της Τουλούζης υποτάσσεται και οι Σταυροφόροι καταλαμβάνουν το 1209 την Μπεζιέ, διαπράττοντας την μεγάλη Σφαγή της Μπεζιέ, κατά την οποία θανατώθηκαν περίπου 20.000 κάτοικοί της. Ο Τρενκαβέλ αναγκάζεται να καταφύγει στο κάστρο της Καρκασσόν, όπου τον πολιορκούν οι παπικές δυνάμεις. Ύστερα από αντίσταση δεκατεσσάρων ημερών, ο υποκόμης αναγκάζεται να παραδοθεί, παραχωρώντας, σύμφωνα με βασιλική εντολή, τις κτήσεις του στον Σίμωνα του Μονφόρ. Ο υποκόμης αναγκάζεται να παραχωρήσει την κυριαρχία του στον κόμητα της Τουλούζης και ο Μονφόρ επεκτείνει τα δικαιώματά του και στον κόμητα της Τουλούζης. Μετά τον θάνατο του Μονφόρ ο γιος του Αμωρύ (Amaury), μη μπορώντας να κρατήσει όσα είχε επιτύχει ο πατέρας του, παραχωρεί τα δικαιώματά του στον βασιλέα της Γαλλίας, Λουδοβίκο τον Η'. Ο Ραϊμόνδος επωφελείται της ευκαιρίας και επανεγκαθιστά τον Τρενκαβέλ ως υποκόμητα, πράγμα που προκαλεί την στρατιωτική επέμβαση του Γάλλου βασιλέα, ο οποίος καταλαμβάνει την πόλη το 1226. Ο Τρενκαβέλ γίνεται υποτελής του βασιλέα και η διένεξη τερματίζεται στις 12 Απριλίου 1229 με τη συνθήκη του Μω (Meaux-Paris), με την οποία ο Τρενκαβέλ δίνει ως σύζυγο την μοναδική θυγατέρα του, Ζαν, στον αδελφό του βασιλέα, Αλφόνσο του Πουατιέ (Alphonse de Poitiers), στον οποίο περιέρχονται όλες οι κτήσεις του. Το ζευγάρι, όμως, δεν θα αποκτήσει απογόνους και ο κόμης της Τουλούζης επανακτά τα δικαιώματά του στην περιοχή.[12] Με την υποστήριξη της τοπικής αριστοκρατίας και την υποστήριξη των κατοίκων των προαστίων της πόλης του Αγίου Μιχαήλ και Αγίου Βικέντίου, ο Τρενκαβέλ, που έχει απωλέσει την πατρική κληρονομιά του, πολιόρκησε το φρούριο, στις 17 Σεπτεμβρίου του 1240. Η πολιορκία διήρκεσε περίπου 25 ημέρες. Η αποτελεσματική άμυνα του Γκιγιώμ ντες Ορμ (Guillaume des Ormes), υποτελούς του βασιλικού στέμματος και η ενίσχυση με βασιλικά στρατεύματα αναγκάζουν τον Τρενκαβέλ να λύσει την πολιορκία στις 12 Οκτωβρίου. Η εγκαθίδρυση κυριαρχίας του γαλλικού Στέμματος είναι πλέον οριστική.

Οι διαμάχες αυτές οδήγησαν στην εξόντωση των Καθαρών στην περιοχή, με συνέπεια το κίνημά τους να σβήσει, και έδωσαν την ευκαιρία στο Στέμμα της Γαλλίας να προσαρτήσει μεγάλο μέρος του Λανγκντόκ.

Η βασιλική κυριαρχία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι διαμάχες μεταξύ των Τρενκαβέλ και του βασιλικού οίκου της Γαλλίας είχαν ως αποτέλεσμα την αλλαγή της φυσιογνωμίας της πόλης, καθώς οι κατασκευές που ακολούθησαν αποτυπώνουν πλέον τις αρχιτεκτονικές και καλλιτεχνικές τάσεις που επικρατούσαν και στην πρωτεύουσα. Οι εργασίες που άρχισαν το 1226 με την κατασκευή ενός ανακτόρου για την διαμονή του βασιλικού εκπροσώπου (sénéchal), διακόπηκαν με την πολιορκία της πόλης το 1240. Συνεχίστηκαν με την κατασκευή δεύτερης γραμμής άμυνας, η οποία σχεδόν διπλασίασε το μήκος των αρχικών τειχών, τα οποία απέκτησαν 16 επιπλέον πύργους και η "μπαρμπακάν" (barbacane), όπως αποκαλείται σε παρόμοιες κατασκευές το εξωτερικό τείχος, κάλυψε 1.500 μέτρα επιπλέον. Ο διάδρομος μεταξύ των δύο τειχών είναι διευρυμένος, ώστε να παρέχει καλύτερες αμυντικές δυνατότητες. Με στόχο την προσαρμογή στις νέες τεχνικές του πυροβολικού, ανακαινίστηκαν τμήματα του παλαιού τείχους, αποκτώντας περισσότερες μαιανδρωτές κατασκευές, για την καλύτερη προάσπιση των τοξοτών.[13] Καθώς η πολιορκία του 1240 μετέτρεψε σε ερείπια τα "προάστια" και μεγάλο μέρος της Μπαρμπικάν από την πλευρά του ποταμού Οντ, το 1242 άρχισαν εργασίες αποκατάστασης, ενώ τα προάστια του Αγίου Βικεντίου και Αγίου Μιχαήλ, των οποίων οι κάτοικοι είχαν υποστηρίξει τον Τρενκαβέλ, κατεδαφίστηκαν και οι κάτοικοί τους διαμοιράστηκαν σε άλλα σημεία της πόλης. Κατά τα τέλη του 13ου αιώνα η πόλη απέκτησε την οριστική της μορφή του μεσαιωνικού οχυρού. Μια τοπική επανάσταση, το 1262, ανάγκασε τον βασιλέα να εκτοπίσει τους περισσότερους από τους κατοίκους της. Τους επέτρεψε να εγκατασταθούν στην αντίπερα όχθη του ποταμού, ενώ η νέα πόλη, την οποία δημιούργησαν εκεί, απέκτησε τις δικές της οχυρώσεις το 1347.

Καρκασσόν: Τμήμα των τειχών της παλαιάς πόλης

Το απρόσβλητο των οχυρώσεων της πόλης είχε τέτοια φήμη, ώστε ποτέ δεν δέχθηκε επίθεση κατά την διάρκεια του εκατονταετούς πολέμου, ακόμη και κατά την διάρκεια των επιδρομών του Μαύρου Πρίγκηπα. Οι Ουγενότοι πραγματοποίησαν δύο αιφνιδιαστικές επιδρομές κατά της πόλης το 1575 και το 1585, αλλά αποκρούστηκαν και οι δύο σε πολύ σύντομο χρονικό διάστημα.[7]

Μεταγενέστερα χρόνια[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Κατά τον 16ο αιώνα, η "κάτω πόλη" γνωρίζει μεγάλη ανάπτυξη σε σχέση με την παλαιά, οχυρωμένη πόλη που σταδιακά χάνει τον στρατιωτικό της ρόλο. Το 1531 εμφανίζεται στην πόλη το προτεσταντικό κίνημα, αλλά όσοι προσχωρούν σε αυτό εκδιώκονται από την κάτω πόλη, η οποία οχυρώνεται καλύτερα, αποτελώντας "βάση" των καθολικών, οι οποίοι επιτίθενται κατά των χωριών που έχουν προσχωρήσει στον προτεσταντισμό, όπως τα Λιμού και Μπραμ (Bram). Ανάμεσα στην κάτω και την παλαιά πόλη αναπτύσσονται ανταγωνισμοί, οι οποίοι καταλήγουν στην μερική καταστροφή της κάτω πόλης. Το 1560 κατασφάζονται όλοι οι διαμαρτυρόμενοι κάτοικοι της Καρκασσόν.[14] Στα πλαίσια της βασιλικής περιοδείας στην Γαλλία (1564-1566) την πόλη επισκέπτεται ο βασιλιάς Κάρολος ο Θ'.

Σταδιακά η "Σιτέ" χάνει τη σπουδαιότητά της, καθώς πολλές υπηρεσίες μεταφέρονται στην κάτω πόλη. Ωστόσο η Καρκασσόν ευημερεί χάρη στις πωλήσεις υφασμάτων που κατασκευάζονται σε αυτήν. Ο Κολμπέρ δημιουργεί, το 1667, την "υφασματοβιομηχανία" (κυρίως λινού) των αδελφών Σαπτ Manufacture de draps des Saptes, δίνοντας μεγάλη οικονομική ώθηση στην πόλη.[15]

Η οικονομική ευημερία έχει ως συνέπεια την κατασκευή πολυτελών κατοικιών, την υδροδότηση της πόλης και τον φωτισμό των δρόμων της. Τα τείχη της παλιάς πόλης και οι πύλες της κάτω πόλης κατεδαφίστηκαν κατά τον δέκατο όγδοο αιώνα, ενώ η πύλη των Ιακωβίνων κατασκευάστηκε εκείνη την εποχή. Δυστυχώς, όμως, τα ποικίλα προβλήματα που ανέκυψαν οδήγησαν στην απώλεια του μονοπωλίου παραγωγής υφασμάτων. Κατά τη διάρκεια της Παλινόρθωσης ο κλάδος της κατασκευής υφασμάτων μηχανοποιείται, οι μισθοί θα πέσουν και οι περισσότερες υφάντρες θα χάσουν την δουλειά τους.

Κατά την διάρκεια του "παλαιού καθεστώτος" (Ancien Regime) η πόλη μετατράπηκε σε οπλοστάσιο και αποθήκη εφοδίων και παρέμεινε σε αυτή τη μορφή και κατά την διάρκεια της Γαλλικής Επανάστασης. Παράλληλα, ο υφαντουργικός κλάδος, θέλοντας να ανταγωνιστεί τον αντίστοιχο αγγλικό, μειώνει τις τιμές των προϊόντων του και παράλληλα τους μισθούς των εργαζομένων. Υπό το καθεστώς στρατιωτικού φρουρίου παρέμεινε ως το 1804, οπότε και διαγράφηκε από τον σχετικό κατάλογο, για να επανέλθει το 1820 ως φρούριο δευτέρου βαθμού.[7] Οι συνέπειες υπήρξαν καταστροφικές: Σε μικρό χρονικό διάστημα θεωρήθηκε ως πηγή προμήθειας κατεργασμένων λίθων και οι οχυρώσεις της άρχισαν να απογυμνώνονται. Διασώθηκαν χάρη στην επέμβαση του - προερχόμενου από την πόλη - Ζαν Πιερ Κρος-Μερεβιέιγ (Jean-Pierre Cros-Mayrevieille), ιστορικού και δημοσιογράφου, ο οποίος το 1850 κατάφερε να επιτύχει την έκδοση ενός διατάγματος που απαγόρευε την διάλυση των οχυρώσεων και την αποκομιδή λίθων από αυτές, ενώ πέτυχε και την αποκατάστασή τους.[16] Σήμερα στην πόλη υπάρχει άγαλμά του και κεντρικός της δρόμος φέρει το όνομά του. Ο Εζέν Εμμανυέλ Βιολλέ λε Ντυκ (Eugene-Emmanuel Viollet-Ie-Duc), ο οποίος είχε επιφορτιστεί ήδη από το 1846 να εκπονήσει σχετική μελέτη, ανέλαβε τις εργασίες αποκατάστασης το 1852 και τις συνέχισε ως το 1879, οπότε και απεβίωσε. Οι εργασίες του οδήγησαν στην αποκατάσταση σχεδόν του συνόλου των εσωτερικών οχυρώσεων καθώς και ορισμένων από τους πύργους των εξωτερικών.[7]

20ός αιώνας[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο 20ός αιώνας βρίσκει την Καρκασσόν σχεδόν εξ ολοκλήρου αποκαταστημένη: Η πόλη είναι ένα από τα λίγα δείγματα ευρωπαϊκής μεσαιωνικής οχυρωμένης πόλης που έχουν διασωθεί στην κατάσταση που βρισκόταν κατά τον 13ο αιώνα. Στο μικρό ανοικτό μεσαιωνικό θέατρο που έχει αποκατασταθεί παίζονται θεατρικά και μουσικά έργα της εποχής, ενώ με την έλευση του κινηματογράφου οι οχυρώσεις και οι πύργοι της αποτελούν ιδανικό ντεκόρ για τους σκηνοθέτες.

Το 1907 οι αμπελουργοί της Καρκασσόν συντάσσονται και συμμετέχουν στον ξεσηκωμό των οινοπαραγωγών του Λανγκντόκ, οι οποίοι επιδιώκουν να δώσουν ευρεία δημοσιότητα στα προβλήματα της αμπελοκαλλιέργειας και της οινοπαραγωγής, που αποτελούσε ως τότε την κύρια ενασχόληση των κατοίκων: Οι επαναλαμβανόμενες απάτες ορισμένων παραγωγών, η υπερπαραγωγή, η επιδημία ωιδίου και ο έντονος ανταγωνισμός τελικά προκαλούν την κρατική παρέμβαση και το κράτος αναγκάζεται να θεσπίσει κανονισμούς για την παραγωγή ποιοτικού κρασιού. Η ένταξη, ωστόσο, των οινοπαραγωγών της πόλης θα καθυστερήσει επί έναν ακόμη αιώνα: Η ένταξη στην γενική ομοσπονδία οινοπαραγωγών του Midi (Confédération générale de vignerons du Midi (CGV)) θα πραγματοποιηθεί τον Σεπτέμβριο του 2007.[17]

Το 1944 η πόλη, που ως τότε βρισκόταν υπό το καθεστώς της Κυβέρνησης του Βισύ καταλαμβάνεται από τα γερμανικά στρατεύματα, που χρησιμοποιούν το ανάκτορο του κόμητα ως αποθήκη πυρομαχικών και εκρηκτικών, ενώ οι κάτοικοι εκδιώκονται από την πόλη. Ο ποιητής Ζοέ Μπουσκέ (Joë Bousquet), διοικητής της Λεγεώνος της Τιμής, απευθύνει επιστολή στις αρχές και απαιτεί την απελευθέρωση της Καρκασσόν, η οποία "θεωρείται από όλες τις χώρες ως έργο τέχνης που πρέπει να γίνεται από όλους σεβαστό".[18] Ο Μπουσκέ φυσικά δεν εισακούεται και η πόλη απελευθερώνεται στις 17 Αυγούστου 1944 από τους Συμμάχους.[10]

Το 1997 η πόλη αποκτά τον χαρακτηρισμό του μνημείου Παγκόσμιας Πολιτιστικής κληρονομιάς από την Ουνέσκο: Σύμφωνα με το σκεπτικό της κριτικής επιτροπής, εκτός του γεγονότος ότι πληροί τα κριτήρια (II) και (V), η πόλη της Καρκασσόν αποτελεί εξαίρετο παράδειγμα μεσαιωνικής οχυρωμένης πόλης, της οποίας οι οχυρώσεις κατασκευάστηκαν επάνω σε τείχη της ύστατης αρχαιότητας, ενώ η αναπαλαίωση που έκανε ο Βιολλέ-λε-Ντυκ είχε βαθιά επίδραση στις επακόλουθες πρακτικές για αποκαταστάσεις και συντηρήσεις παρόμοιων μνημείων.[19]

Σημερινή εικόνα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οικονομία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ως τον 19ο αιώνα η πόλη βάσιζε την οικονομία της στην παραγωγή υφασμάτων κάθε τύπου. Σήμερα η οικονομία της βασίζεται στον τουρισμό, που της εξασφαλίζουν η πλούσια ιστορία της και η άψογα διατηρημένη παλαιά πόλη, και στον τριτογενή τομέα του εμπορίου και της παροχής υπηρεσιών.

Ο βιομηχανικός τομέας είναι αδύναμος, λείπουν ολοσχερώς οι βαριές βιομηχανίες και η διοίκηση της πόλης προσπαθεί να προσελκύσει για εγκατάσταση νέων βιομηχανικών μονάδων. Υπάρχουν ορισμένες βιομηχανίες του αγροβιομηχανικού τομέα, όπως η Boncolac-Pilpa (παραγωγή παγωτών) και η βιομηχανία εμφιάλωσης UCCOAR, ενώ ο συνεταιρισμός παραγωγών της περιοχής του Οκ (Oc) έχει δημιουργήσει την μονάδα Aude Coop.[3]

Αν και μικρό ποσοστό του πληθυσμού ασχολείται με την γεωργία (λιγότερο από το 2%) στην περιοχή παράγονται ακόμη ορισμένα κρασιά με ονομασία προέλευσης και δημητριακά.

Συγκοινωνίες[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οδικά η πόλη συνδέεται με την υπόλοιπη χώρα μέσω του αυτοκινητοδρόμου Α61 που φέρει το προσωνύμιο "Autoroute des deux Mers" (αυτοκινητόδρομος των δύο θαλασσών). Διαθέτει σιδηροδρομική σύνδεση με καθημερινά δρομολόγια προς Παρίσι, Μπορντώ και Νίκαια. Διαθέτει, επίσης, το αεροδρόμιο "Salvaza", το οποίο την συνδέει με το Λονδίνο και τις Βρυξέλλες κυρίως με αεροσκάφη της εταιρείας Ryanair, ενώ η γραμμή Καρκασσόν - Παρίσι δεν εκτελείται πλέον.[3] Ο υδάτινος δρόμος της είναι το Κανάλι του Midi, που συνδέει την Μεσόγειο με τον Ατλαντικό.

Αξιοθέατα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ολόκληρη η μεσαιωνική πόλη και τα τείχη της, μήκους τριών περίπου χιλιομέτρων, αποτελεί αξιοθέατο: Η παλαιά πόλη έχει αναπαλαιωθεί εκπληκτικά και ο επισκέπτης μπορεί να αισθανθεί το κλίμα της μεσαιωνικής πόλης, καθώς μάλιστα ακόμη και σήμερα διαθέτει περίπου 60 μόνιμους κατοίκους. Όλα της τα σημεία είναι πλήρως επισκέψιμα χωρίς αντίτιμο εισόδου και καθ' όλη τη διάρκεια του έτους.

  • Καθεδρικός Ναός του Σεν Ναζέρ: Το πρώτο έγγραφο που αναφέρει τον ναό χρονολογείται από το 925. Το 1096 ο Πάπας Ουρβανός ο Β' ήλθε στην Καρκασσόν και ευλόγησε τα θεμέλια του Καθεδρικού Ναού του Σεν Ναζέρ και του Σεν Κέλς. Η κατασκευή ολοκληρώθηκε κατά το δεύτερο ήμισυ του 12ου αιώνα. Αφού ανακατασκευάστηκε αρκετές φορές, με αποτέλεσμα να συνδυάζει διαφορετικά αρχιτεκτονικά στυλ, το 1801 έχασε τον τίτλο του Καθεδρικού Ναού προς όφελος του ναού του Αγίου Μιχαήλ. Το 1898 ο Πάπας Λέων ο ΙΓ' απέδωσε στον Ναό τον τίτλο της Βασιλικής.[20]
  • Το κάστρο: Κτισμένο στο κέντρο των οχυρωματικών έργων ως έσχατη άμυνα, κατασκευάστηκε τον 12ο αιώνα από τους Τρενκαβέλ. Κατά τους αιώνες που ακολούθησαν υπέστη αρκετές τροποποιήσεις, με αποτέλεσμα σήμερα να μην δίνει ακριβή εικόνα του αρχικού κτίσματος, στο οποίο κατοίκησε η δυναστεία των υποκομήτων της Καρκασσόν.
  • Το Κανάλι του Midi: Όπως προαναφέρθηκε, το κανάλι που συνδέει Μεσόγειο Θάλασσα με Ατλαντικό Ωκεανό διασχίζει την Καρκασσόν και είναι, επίσης, Μνημείο Παγκόσμιας Πολιτιστικής Κληρονομιάς της Ουνέσκο από το 1996. Αρχικά, το κανάλι δεν περνούσε από την πόλη, αλλά περίπου 2 χιλ. από αυτήν, λόγω διαφωνίας του κατασκευαστή του, Πιέρ-Πωλ Ρικέ (Pierre-Paul Riquet), με τις αρχές της πόλης. Ο Ρικέ ζητούσε από τις αρχές της πόλης το ποσόν των 100.000 λιβρών, προκειμένου το κανάλι να περάσει από την Καρκασσόν, κάτι με το οποίο οι αρχές δεν συμφώνησαν. Η απόφαση αυτή έπληξε συγκοινωνιακά την πόλη, στην οποία δεν ήταν βέβαια δυνατό να δημιουργηθεί ποτάμιο λιμάνι, περιορίζοντας σημαντικά τη συγκοινωνία της. Το σφάλμα αυτό διορθώθηκε το 1810 με νέα χάραξη και διάνοιξη του καναλιού, το οποίο διέρχεται πλέον από την πόλη, η οποία διαθέτει σημαντικό ποτάμιο λιμάνι.[21] Σήμερα είναι τουριστικό αξιοθέατο και γίνεται περιήγησή του με μικρά σκάφη.
  • Ο Καθεδρικός του Σεν Μισέλ και ο Ναός του Σεν Βενσάν: Οι δύο ναοί σηματοδοτούν την ένωση των δύο ομώνυμων χωριών με την κυρίως, εκτός των τειχών, πόλη ήδη από την εποχή του Μεσαίωνα. Ο Καθεδρικός έχει τυπικό αρχιτεκτονικό στυλ του Λανγκντόκ και κατασκευάστηκε το 1247, ενώ απέκτησε τον τίτλο του Καθεδρικού το 1803.
  • Η Πύλη της Ναρμπόν: Είναι η πλέον εντυπωσιακή κατασκευή της μεσαιωνικής περιόδου: Η πύλη περιβάλλεται από δύο τεράστιους πύργους, με μυτερές οροφές, ενώ η πρόσβαση σε αυτήν απαγορευόταν, όταν χρειαζόταν, με αλυσίδες.

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Carcassonne Tourist Office
  2. INSEE, Population de Carcassonne
  3. 3,0 3,1 3,2 Chambre de Commerce et d’Industrie- Relais INSEE de CARCASSONNE στο Ville-Carcasson, Tourisme (Αρχειοθετημένη σελίδα (pdf)
  4. Carcassonne culture.fr
  5. Στράβων, Γεωγραφικά, IV.1.12, πλήρες κείμενο στα αγγλικά, πρωτότυπο κείμενο εδώ ]
  6. 6,0 6,1 Philippe Cuq, Bruno Berniere, The walled city of Carcassonne
  7. 7,0 7,1 7,2 7,3 UNESCO: Historic Fortified City of Carcassonne
  8. 8,0 8,1 8,2 Site Officiel de Carcassonne culture, Carcassonne au Moyen Age
  9. Carcasson official tourist Bureau, Main Sights: Dame Carcas
  10. 10,0 10,1 10,2 Mescladis.fr: History of Carcassonne
  11. 11,0 11,1 Site Officiel de Carcassonne culture, Les vicomtes de Trencavel : XIe-XIIe siècles
  12. Site Officiel de Carcassonne culture, Les Trencavel et la croisades contre les Albigeois : 1209-1229
  13. Site Officiel de Carcassonne culture, LE POUVOIR ROYAL ET LE NOUVEAU VISAGE DE LA PLACE FORTE
  14. Pierre Miquel, Les Guerres de religion, Club France Loisirs, 1980, ISBN 978-2-7242-0785-9
  15. J. K. J. Thomson, Clermont de Lodève 1633-1789: Fluctuations in the Prosperity of a Languedocian Cloth-making Town, Cambridge University Press, 25 sept. 2003 στο Google books, σελ. 144
  16. Γαλλικό Υπουργείο Πολιτισμού: Jean-Pierre Cros-Mayrevieille, the first saviour
  17. Αρχειοθετημένη σελίδα (σε μορφή rtf): Histoire de la viticulture en Languedoc-Roussillon - Conseil régional du Languedoc-Roussillon
  18. Αρχειοθετημένη σελίδα του Site Officiel de Carcassonne culture: Le retour de l' Histoire
  19. UNESCO: Justification for Inscription
  20. Claude Marquie,Le patrimoine des communes de la Méridienne verte, Edition Flohic στο Carcassonne Tourist Office
  21. Michel Cotte, «Canal du Midi, merveille de l'Europe », édition Belin Herscher, 2003, ISBN 2-7011-2933-8 σελ. 97

Εξωτερικοί σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Wiktionary logo
Το Βικιλεξικό έχει λήμμα που έχει σχέση με το λήμμα:
Commons logo
Τα Wikimedia Commons έχουν πολυμέσα σχετικά με το θέμα