Σκάνδαλο Κρασγκέιτ

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Η κατεστραμμένη Renault R28 του Πικέ, ενώ απομακρύνεται από την πίστα.

Κρασγκέιτ (Crashgate) ονομάζεται το σκάνδαλο αλλοίωσης του αποτελέσματος του γκραν-πρι της Σιγκαπούρης τη σαιζόν 2008 μέσω προσχεδιασμένου ατυχήματος. Ως λέξη προέρχεται από τη μίξη του αγγλικού crash (πρόσκρουση) και του Σκανδάλου Ουώτεργκεϊτ.

Έως τώρα υπάρχουν δύο αποφάσεις σχετικά με το σκάνδαλο:

Αποκάλυψη[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στο 15ο γύρο του γκραν-πρι της Σιγκαπούρης (28 Σεπτεμβρίου 2008), ο Πικέ προσέκρουσε με ταχύτητα 110 χμ/ώρα σε ένα τοίχωμα της πίστας. Οι επόμενοι γύροι διεξήχθησαν σε χαμηλή ταχύτητα υπό το αυτοκίνητο ασφαλείας, μέχρι να καθαρισθεί το οδόστρωμα. Όταν το τελευταίο αποχώρησε, ο Αλόνσο ευνοήθηκε από τα πιτ-στοπ των αντιπάλων του και τερμάτισε πρώτος, αν και είχε εκκινήσει από την 15η θέση λόγω κακών επιδόσεων στα προκριματικά.

Στα μισά της σαιζόν 2009, αφού ο Πικέ είχε μόλις απολυθεί από τη Renault, το βραζιλιάνικο τηλεοπτικό δίκτυο GloboTV μετέδωσε ότι η πρόσκρουσή του στη Σιγκαπούρη ήταν προσχεδιασμένη. Μετά από αυτό η Παγκόσμια Ομοσπονδία προσέφερε ασυλία στον Πικέ, εάν μιλούσε με λεπτομέρειες για το γεγονός. Πράγματι, ο Βραζιλιάνος κατέθεσε ότι το ατύχημα είχε διαταχθεί το ίδιο πρωί από τον Σάιμοντς, σε συνάντησή που είχαν παρουσία του Μπριατόρε. Ανέφερε επίσης ότι ο Μπριατόρε τον είχε απειλήσει με μη ανανέωση του συμβολαίου του, εάν δεν υπάκουε στις εντολές.

Το σχέδιο[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Όταν συμβεί ατύχημα στη Φόρμουλα 1, ο αγώνας δεν διακόπτεται, αλλά τίθεται σε «κατάσταση ασφαλείας»: οι οδηγοί υποχρεούνται να ακολουθούν ένα όχημα των διοργανωτών (το αυτοκίνητο ασφαλείας) που κινείται πολύ αργά, μέχρι να καθαρισθεί η πίστα από το κατεστραμμένο μονοθέσιο και τα θραύσματα - συνεπεία τούτου, οι τελευταίοι μειώνουν τη διαφορά τους από τους πρώτους. Επίσης, τη σαιζόν 2008 τα πιτς έκλειναν όσο ο αγώνας διεξαγόταν σε κατάσταση ασφαλείας, με αποτέλεσμα να μη μπορεί κανείς να ανεφοδιαστεί σε καύσιμα.

Κατ' αυτόν τον τρόπο, η επιβολή κατάστασης ασφαλείας θα ευνοούσε διπλά τον Αλόνσο. Αφενός θα τον έφερνε σε απόσταση αναπνοής από τους προπορευόμενους, οι οποίοι στους 15 πρώτους γύρους είχαν δημιουργήσει μεγάλη διαφορά, ενώ αυτός σπαταλούσε το χρόνο του για να προσπερνά τα μέτρια μονοθέσια που βρίσκονταν μπροστά του. Αφετέρου, θα ανέτρεπε τις τακτικές των άλλων ανυποψίαστων ομάδων σχετικά με τους ανεφοδιασμούς καυσίμων.

Σύμφωνα με την ομολογία του Πικέ, το ζήτημα του ανεφοδιασμού ήταν το σημείο-κλειδί του σχεδίου. Σκοπός ήταν να διεξαχθούν σε κατάσταση ασφαλείας όσο το δυνατόν περισσότεροι γύροι, ώστε να εξαντληθούν τα καύσιμα των υπόλοιπων οδηγών και να εξαναγκασθούν σε μεγάλα πιτ-στοπ αμέσως όταν θα ξανάνοιγε η κούρσα. Κατ' αυτόν τον τρόπο, όλοι οι υπόλοιποι οδηγοί θα έμπαιναν ταυτόχρονα στα πιτς και ο Αλόνσο (που είχε «γεμίσει» λίγο πριν το ατύχημα) θα βρισκόταν πρώτος, έχοντας το δρόμο εντελώς άδειο μπροστά του για να τρέξει όσο ταχύτερα μπορούσε! Αυτός ήταν ο λόγος που είχαν υποδείξει στον Πικέ να πέσει στο τοίχωμα της στροφής 17, όπου δεν υπήρχε γερανός σε επιφυλακή, επομένως η απομάκρυνση του οχήματος θα έπαιρνε πολλή ώρα.

Ποινές από τη FIΑ[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το σκάνδαλο που προκλήθηκε ήταν μεγάλο. Το να παραμερίσει ο δεύτερος οδηγός μιας ομάδας, όταν επρόκειτο να τον προσπεράσει το πρώτο όνομα, ήταν κάτι σαν άγραφος νόμος. Αλλά η πρόκληση ατυχήματος για λόγους τακτικής, θέτοντας επιπροσθέτως σε κίνδυνο τη σωματική ακεραιότητα τη δική του και των υπολοίπων οδηγών, ήταν κάτι πρωτάκουστο.

Αν και η πρώτη αντίδραση των εμπλεκομένων ήταν πως επρόκειτο για ψεύδη, στη συνέχεια η ομάδα και ο Σάιμοντς δήλωσαν πως δε θα αντέκρουαν το κατηγορητήριο, με αποτέλεσμα επιεικείς τιμωρίες. Η μεγάλη ζημιά για τη Renault ήρθε από αλλού: η αξιοπιστία της - που είχε ήδη τρωθεί το 2007 λόγω βιομηχανικής κατασκοπείας εις βάρος της Μακλάρεν - κατέρρευσε και οι δύο βασικοί χορηγοί της (η τράπεζα ING και η ασφαλιστική εταιρεία Mutua Madrileña) διέκοψαν την οικονομική υποστήριξη. Σε ένα πρωτάθλημα τόσο πολυδάπανο, η φυγή των χορηγών από μια ομάδα μοιάζει με θανατική καταδίκη, πολλώ δε μάλλον στις ιδιαίτερες συνθήκες της παγκόσμιας οικονομικής ύφεσης.

Ο Μπριατόρε ακολούθησε διαφορετική γραμμή: παραιτήθηκε μεν για να σώσει την ομάδα στις 12 Σεπτεμβρίου, αλλά επέμενε μέχρι τέλους ότι είναι θύμα σκευωρίας. Του επιβλήθηκε η βαρύτερη δυνατή ποινή.

Αναλυτικά, η απόφαση της Παγκόσμιας Ομοσπονδίας Αυτοκίνησης όπως κοινοποιήθηκε στις 21 Σεπτεμβρίου 2009, προβλέπει τα εξής:

Πρωτόδικη δικαστική δικαίωση του Μπριατόρε[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Τον Οκτώβριο του 2009 ο Μπριατόρε προσέφυγε στα γαλλικά δικαστήρια (έδρα της FIA είναι το Παρίσι), ζητώντας να κριθεί παράνομη η απόφαση. Υποστήριξε ότι η τιμωρία του βασίσθηκε σε μια σειρά παρατυπιών, μεταξύ των οποίων ήταν η ύπαρξη ενός «μυστικού μάρτυρα κατηγορίας» που ποτέ δεν αποκαλύφθηκε το όνομά του.

Στις 5 Ιανουαρίου 2010 το δικαστήριο αποφάσισε πως η απόφαση της FIA ήταν όντως παράτυπη. Βάσει της ετυμηγορίας του, οι Μπριατόρε και Σάιμοντς έχουν δικαίωμα να επιστρέψουν στη Φόρμουλα 1 άμεσα και με οποιοδήποτε τρόπο επιλέξουν. Διέταξε επίσης την Παγκόσμια Ομοσπονδία να τους καταβάλει 15.000 και 5.000 Ευρώ αντίστοιχα ως αποζημίωση για τα δικαστικά έξοδα. Στη δε περίπτωση που η τελευταία δεν εφαρμόσει άμεσα την απόφαση, κινδυνεύει με πρόστιμο 10.000 Ευρώ για κάθε ημέρα καθυστέρησης.

Αν και η απόφαση μπορεί να εφεσιβληθεί, ο Μπριατόρε δήλωσε δικαιωμένος. Πιστεύεται ότι σύντομα θα κινηθεί νομικά εναντίον της FIA και της οικογένειας Πικέ για την οικονομική και ηθική βλάβη που υπέστη.

Εξωτερικοί σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στο λήμμα αυτό έχει ενσωματωθεί κείμενο από το λήμμα Renault Formula One crash controversy της Αγγλόγλωσσης Βικιπαίδειας, η οποία διανέμεται υπό την GNU FDL και την CC-BY-SA 3.0. (ιστορικό/συντάκτες).