Σαντιάγο

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Συντεταγμένες: 33°27′S 70°40′W / 33.45°S 70.67°W / -33.45; -70.67

Σαντιάγο

Σημαία

Έμβλημα
Χώρα Χιλή Χιλή
Έκταση 641,4 χλμ²
Υψόμετρο 567 μ
Πληθυσμός 5.392.395(2009)
Ιστοσελίδα http://www.municipalidaddesantiago.cl/
Το εμπορικό κέντρο του Σαντιάγο.

To Σαντιάγο (ισπανικά: Santiago de Chile) είναι η πρωτεύουσα και η μεγαλύτερη πόλη της Χιλής. Ο πληθυσμός της πόλης είναι 5.278.044 κάτοικοι (2009). Βρίσκεται στην κεντρική κοιλάδα της χώρας σε υψόμετρο 520 μέτρων. Περίπου τρεις δεκαετίες συνεχούς οικονομικής ανάπτυξης έχουν μετατρέψει το Σαντιάγο σε ένα από τα πλέον σύγχρονα και μοντέρνα αστικά κέντρα της Λατινικής Αμερικής, με εκτενή προαστιακή ανάπτυξη, δεκάδες εμπορικά κέντρα, και την εντυπωσιακή αύξηση κτηρίων υψηλής αρχιτεκτονικής.

Η πόλη ιδρύθηκε στις 12 Φεβρουαρίου 1541 από τον Ισπανό κονκισταδόρο, Πέδρο ντε Βαλδίβια και η αρχική της ονομασία ήταν 'Σαντιάγο ντελ Νουέβο Εξτρέμο'. Κατά τις πρώτες δεκαετίες της ύπαρξής του το Σαντιάγο δέχτηκε επιθέσεις γειτονικών ιθαγενών φύλων, ενώ δεν έλειψαν και καταστροφικά χτυπήματα από σεισμούς και πλημμύρες αρκετές. Κατά την περίοδο της ισπανικής αποικιοκρατίας οικοδομήθηκαν μεγαλεπήβολα έργα, όπως η γέφυρα του Καλικάντο (1779), τα Ταχαμάρες ντελ Μαπότσο (1767) και το νομισματοκοπείο (1786). Στις 12 Φεβρουαρίου 1817, κατά τη διάρκεια του χιλιανού εθνικοαπελευθερωτικού αγώνα, ανακηρύχτηκε η ανεξαρτησία της χώρας και το 1843 ιδρύθηκε το πρώτο πανεπιστήμιο. Κατά τις δεκαετίες του 1940 και 1950 η πόλη γνώρισε τεράστια πληθυσμιακή αύξηση με την είσοδο μεταναστών από χώρες της Ευρώπης.

Το Σαντιάγο χαρακτηρίζεται από μεγάλες εκτάσεις πρασίνου σε διάσπαρτα σημεία εντός των πυκνά δομημένων συνοικιών. Χαρακτηριστικά αξιοθέατα της πόλης είναι η κεντρική πλατεία 'Πλάσα ντε Άρμας' και η εκκλησία του Αγίου Φραγκίσκου (1613).

Ιστορία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ίδρυση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το Σαντιάγο ιδρύθηκε από τον Ισπανό κονκισταδόρ Πέδρο δε Βαλβίδια στις 12 Φεβρουαρίου του 1541 με την ονομασία Σαντιάγο δελ Νουέβο Εξτρέμο, προς τιμή του Αγίου Δημητρίου και της Εξτρεμαδούρα της Ισπανίας, γενέτειρας επαρχίας του Βαλβίδια. Η τελετή ίδρυση έγινε στο λόγο Ουελέν, ο οποίος σήμερα έχει μετονομαστεί σε Σέρρο Σάντα Λουσία. Ο Βαλβίδια επέλεξε την περιοχή λόγω του κλίματός της, της άφθονης βλάστησης και τη δυνατότητα άμυνάς της με τη νησίδα που σχημάτιζαν τα δύο ρεύματα του ποταμού Μαπότσο. Ο ηγέτης των Ίνκας Μάνκο Κάπακ ο Β΄ προειδοποίησε τους νέους αποίκους ότι οι ιθαγενείς της περιοχής θα ήταν εχθρικοί απέναντί τους και πράγματι οι Ισπανοί είχαν να αντιμετωπίσουν αυτή την αντίσταση. Ο Βαλδίβια άμεσα κατάφερε να σταθεροποιήσει την παροχή τροφής στη νέα πόλη και να εξασφαλίσει πόρους απέναντι στους ιθαγενείς.

Η ρυμοτομία της πόλης σχεδιάστηκε κατά το ισπανικό ορθογώνιο πρότυπο, με ευθείς δρόμους πλάτους περίπου 14 μέτρων σε ίσα μεταξύ τους διαστήματα, 9 στην κατεύθυνση ανατολής δύσης και 15 στη κατεύθυνση βορρά νότου, με 126 τετράγωνα σχηματίζοντας ένα σχέδιο γνωστό με την ονομασία Μανσάνας.

Η συνεχόμενη αντίσταση των ιθαγενών ινδιάνων συνέτεινε σε μία σειρά διαμαχών. Στις 11 Σεπτεμβρίου του 1541, με την πόλη να έχει μόλις λίγους μήνες ζωής από τη δημιουργία της, μία οργανωμένη επίθεση των φυλών Πικούντσε και Μιτσιμαλόνγκο ξεκίνησε έναν τριετή πόλεμο. Οι Ισπανοί κατακτητές εκείνη την περίοδο ήταν σε δύσκολη κατάσταση με ελλείψεις τροφίμων και σχεδόν πλήρη απομόνωση από τον υπόλοιπο κόσμο.

Τον Ιανουάριο του 1542 ο Βαλδίβια έστειλε έναν αγγελιοφόρο, τον Αλόνσο δε Μονρόι, στο Περού για να ζητήσει βοήθεια. Οι άποικοι υπέφεραν για ακόμα 20 μήνες μέχρι που ο Δε Μονρόι επέστρεψε από του Περού με ενισχύσεις, βάζοντας τέλος στην απομόνωση και ανεβάζοντας το ηθικό των κατοίκων του Σαντιάγο. Η σύρραξη πήρε τέλος και οι ιθαγενείς πληθυσμοί μετακινήθηκαν νοτιότερα, αφήνοντας το Σαντιάγο σε μία σχετική ασφάλεια.

Αποικιοκρατία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Αν και η πόλη αντιμετώπισε τον αφανισμό από τις επιθέσεις των ινδιάνων, έναν σεισμό και μία σειρά από πλημμύρες, σταδιακά ξεκίνησε να αναπτύσσεται. Από τα αρχικά 126 τετράγωνα που σχεδιάστηκαν από τον Γκαμπόα το 1558, τα 40 κατοικούνταν το 1580, ενώ οι γύρω περιοχές ανέπτυξαν κτηνοτροφία. Τα πρώτα σημαντικά κτίρια άρχισαν να κατασκευάζονται, με κύριο σημείο τη θεμελίωση του πέτρινου καθεδρικού ναού το 1561 και την εκκλησία του Αγίου Φραγκίσκου το 1572.

Το 1767, ο κατασκευαστής Λουίς Μανουέλ δε Σανιάρτου ξεκίνησε μία από τις πιο σημαντικές κατασκευές της αποικιοκρατίας, τη γέφυρα Καλικάντο, η οποία ένωσε την πόλη. Το 1780, ο κυβερνήτης Αγκουστίν ντε Χάουρεγκι προσέλαβε τον Ιταλό αρχιτέκτονα Τοέσκα Χοακίν, ο οποίος σχεδιάσε μεταξύ άλλων τις προσόψεις του καθεδρικού ναού και το παλάτι Λα Μονέδα. Το 1791, η κυβέρνηση του Μπερνάρδο Ο' Χίγκινς άνοιξε το δρόμο προς το Βαλπαραΐσο.

Ανεξαρτησία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στις 12 Φεβρουαρίου του 1817 με τη μάχη του Τσακαμπούκο στην περιοχή Κολίνα, στις βόρειες παρυφές του Σαντιάγο, η Χιλή διακύρηξε την ανεξαρτησία της, ακριβώς 276 χρόνια μετά την ίδρυση της πόλης. Οι στρατιωτικές δυνάμεις για την ανεξαρτησία της Χιλής και της Αργεντινής με την ηγεσία του Χοσέ ντε Σαν Μαρτίν και του Μπερνάρδο Ο' Χίγκινς νίκησαν τους Ισπανούς βασιλικούς στρατιώτες και υποστηρικτές.

Τα πρώτα χρόνια της ανεξαρτησίας, περίοδος γνωστή και ως η απολυταρχική περίοδος της δημοκρατίας (1830-1891), το Σαντιάγο ίδρυσε το εκπαιδευτικό του σύστημα και άνθισε η πολιτιστική παραγωγή. Το Πανεπιστήμιο της Χιλής ιδρύθηκε το 1843, ενώ το 1888 ιδρύθηκε το Πανεπιστήμιο Ποντιφίσια Κατόλικα. Μέχρι το 1885, ο πληθυσμός του Σαντιάγο είχε ξεπεράσει του 190.000 κατοίκους.

19ος αιώνας[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Παράλληλα με τα εκπαιδευτικά και πολιτιστικά ιδρύματα που ιδρύθηκαν και αναπτύχθηκαν στο Σαντιάγο, εγκαινιάστηκαν η Σχολή Καλών Τεχνών, το Μουσείο Τεχνολογίας, το Εθνικό Μουσείο Φυσικής Ιστορίας, ενώ το 1851 λειτούργησε το τηλεγραφικό δίκτυο που συνέδεσε την πρωτεύουσα με το λιμάνι του Βαλπαραΐσο.

Την αμέσως επόμενη περίοδο της δημοκρατίας, γνωστή ως φιλελεύθερη, με τη δημαρχία του Μπενχαμίν Βικούνια Μακένα, ξεκίνησαν σημαντικά έργα υποδομής, αλλά και η πλήρης ανακαίνιση του κεντρικού λόφου της Σάντα Λουσία. Στην προσπάθειά του να αναγεννήσει το Σαντιάγο, ο Μακένα ξεκίνησε και την κατασκευή του "Καμίνο ντε Σιντούρα", ενός περιφερειακού δρόμου όλης της πόλης, ενώ η ανακατασκευή της λεωφόρου Αλαμέντα ανανέωσε την κεντρική αρτηρία της πόλης.

Με τη συμβολή Ευρωπαίων αρχιτεκτόνων και τοπογράφων, εγκαινιάστηκε το 1873 το πάρκο Ο'Χίγκινς, κεντρικό αξιοθέατο της πόλης. Παράλληλα, άλλα σημαντικά έργα υλοποιήθηκαν όπως το Δημοτικό Θέατρο με σκηνές όπερας, και ο Ιππικός Όμιλος, ενώ το 1875 πραγματοποιήθηκε και η Διεθνής Εμπορική Έκθεση για πρώτη φορά στην πόλη.

Ως προς τις συγκοινωνίες, η πόλη αποτέλεσε το κομβικό σημείο του κεντρικού σιδηροδρομικού δικτύου. Η πρώτη σιδηροδρομική γραμμή έφτασε στην πόλη το Σεπτέμβριο του 1857 στον Κεντρικό Σταθμό του Σαντιάγο, ο οποίος έλαβε την τελική του μορφή το 1884. Η πόλη συνδέονταν σιδηροδρομικά με το λιμάνι του Βαλπαραΐσο και τον εθνικό άξονα βορρά νότου. Οι αστικές μετακινήσεις βασίζονταν στο δίκτυο του τραμ, ενώ κυκλοφορούσαν ήδη αυτοκίνητα στους ασφαλτοστρωμένους δρόμους.

20ος αιώνας[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η «Πλατεία των Όπλων»
(Plaza de Armas)

Τις επόμενες δεκαετίες το Σαντιάγο αναπτύχθηκε και συνέχισε να επεκτείνεται με γρήγορους ρυθμούς. Το 1940 ο πληθυσμός της πόλης ανέρχονταν σε περίπου 950.000, ενώ το 1952 έφτασε τους 1.350.000 κατοίκους. Το 1960 ο πληθυσμός της μητροπολιτικής περιοχής ξεπερνούσε τις 1.900.000. Η ανάπτυξη αυτή αντικατόπτριζε την αστικοποίηση των γύρω αγροτικών περιοχών, στις οποίες εγκαταστάθηκαν οικογένειες της μέσης τάξης. Αντίστοιχα με τον πληθυσμό αυξήθηκε και η έκταση της αστικής ζώνης, με τις γειτονικές κοινότητες να ενσωματώνονται σταδιακά σε έναν ενιαίο αστικό ιστό. Οι ανώτερες τάξεις περιορίστηκαν στο κέντρο και σε κοντινά προάστια, όπως το Λας Κόντες και το Λα Ρέινα. Το αστικό κέντρο σταδιακά έχασε πληθυσμό προς τις γύρω περιοχές, αφήνοντας ελεύθερο χώρο για την ανάπτυξη του εμπορίου, των υπηρεσιών και των κρατικών κτιρίων.

Η ανάπτυξη ήταν γενικά άναρχη και μόνο τη δεκαετία του 1960 ξεκίνησε η εφαρμογή αναπτυξιακών σχεδίων για την ευρύτερη μητροπολιτική περιοχή του Σαντιάγο, σε μία προσπάθεια να αντιμετωπίσει την πραγματική διάσταση της πόλης. Το 1958 προωθήθηκε η κατανομή χρήσεων γης, ενώ σχεδιάστηκαν και κατασκευάστηκαν νέοι οδικοί άξονες, όπως για παράδειγμα η λεωφόρος Αμέρικο Βεσπούσιο Σιρκουνβαλασιόν και ο αυτοκινητόδρομος Παναμερικάνα. Παράλληλα βελτιώθηκαν οι υποδομές και καθιερώθηκαν βιομηχανικές ζώνες. Το Παγκόσμιο Κύπελλο το 1962 έδωσε νέο έναυσμα για αστικά έργα, και το 1966 ιδρύθηκε το Μητροπολιτικό πάρκο του Σαντιάγο στο λόφο Σαν Κριστόμπαλ.

Το νέο διεθνές αεροδρόμιο Πουνταουέλ εγκαινιάστηκε το 1967 και μετά από μακρόχρονες διαβουλεύσεις το 1969 ξεκίνησε η κατασκευή του μετρό της πόλης, με την πρώτη γραμμή να εγκαινιάζεται το 1975. Μέχρι το 1978 το δίκτυο είχε δύο κάθετες μεταξύ τους γραμμές, ενώ αποτέλεσε σημαντικό παράγοντα αστικής βελτίωσης.

Μετά το πραξικόπημα του 1973 και την καθιέρωση του στρατιωτικού καθεστώτος, ο αστικός σχεδιασμός δεν παρουσίασε σημαντικές μεταβολές μέχρι τις αρχές του '80, όταν η κυβέρνηση υιοθέτησε ένα νεοφιλελεύθερο οικονομικό μοντέλο και πήρε το ρόλο του οργανωτή στην ελεύθερη αγορά. Το 1979 το βασικό αναπτυξιακό σχέδιο τροποποιήθηκε, επεκτείνοντας την αστική περιοχή με οικιστικές αναπτύξεις, προκαλώντας έτσι επιπλέον επέκταση της πόλης.

Αδελφοποιημένες πόλεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Συνδέσεις- Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Commons logo
Τα Wikimedia Commons έχουν πολυμέσα σχετικά με το θέμα

Εξωτερικές συνδέσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]