Πιέρ Λαβάλ

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Ο Πιέρ Λαβάλ το 1931

Ο Πιέρ Λαβάλ (Pierre Laval) ήταν Γάλλος νομικός, πολιτικός, διπλωμάτης και επιχειρηματίας, ο οποίος διετέλεσε τέσσερεις φορές Πρωθυπουργός της Γαλλίας (τις δύο τελευταίες στην Κυβέρνηση του Βισύ). Με το τέλος του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου συνελήφθη με την κατηγορία της εσχάτης προδοσίας, και καταδικάστηκε σε θάνατο.

Πρώτα χρόνια[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Λαβάλ γεννήθηκε στη Σατελντόν (Châteldon) της Ωβέρνης (Auvergne), Γαλλία, στις 28 Ιουνίου του 1883. Σπούδασε νομικά και μπήκε στον κόσμο των επιχειρήσεων αρχικά ασκώντας τη δικηγορία μέχρι το 1907. Ενεργό μέλος του Σοσιαλιστικού Κόμματος της Γαλλίας (εκείνη την εποχή ονομαζόταν SFIO - Section Française de l' Internationale Ouvrière), εκλέγεται μέλος του Κοινοβουλίου το 1903 και επανεκλέγεται τρεις φορές. Με την έναρξη του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου ο Λαβάλ στρατεύεται αλλά δε λαμβάνει μέρος σε καμία μάχη. Με το τέλος του Πολέμου, οι πολιτικές του πεποιθήσεις αλλάζουν δραματικά: Διαχωρίζει τη θέση του από το Σοσιαλιστικό Κόμμα και προσχωρεί στο Κόμμα της Συντηρητικής Δεξιάς. Στις εκλογές του 1919 δεν καταφέρνει να εκλεγεί, ωστόσο το 1924 εκλέγεται Δήμαρχος του Παρισινού προαστίου Ομπερβιλιέ (Aubervilliers) και αποχωρεί οριστικά από το SFIO.

Πολιτική καριέρα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το 1925 ο τότε Πρωθυπουργός Πωλ Πενλεβέ (Paul Painlevé) του εμπιστεύεται το Υπουργείο Μεταφορών. Ο Αριστίντ Μπριάν (Aristide Briand) του αναθέτει, το 1926, το Υπουργείο Δικαιοσύνης. Έκτοτε αναλαμβάνει ποικίλες θέσεις στις εκάστοτε Κυβερνήσεις, εκλέγεται το 1927 μέλος της Γερουσίας (Senate) και επανεκλέγεται το 1936. Κυριότερες περίοδοι στην πολιτική του καριέρα είναι αυτές του 1931-32 και 1935-36, κατά τις οποίες αναλαμβάνει την Πρωθυπουργία. Με τον Μπριάν συνεργάζονται στενά για την εγκαθίδρυση σχέσεων φιλίας τόσο με τη Γερμανία όσο και με τη Σοβιετική Ένωση.

Το 1935 συνεργάζεται με τον τότε Βρετανό Υπουργό Εξωτερικών Σερ Σάμιουελ Χόαρ (Samuel Hoare) για την επίλυση του θέματος που είχε ανακύψει από την εισβολή της Ιταλίας του Μουσολίνι στην Αιθιοπία. Το θέμα διευθετείται εις βάρος της Αιθιοπίας και το μυστικό Σύμφωνο που είχαν συνυπογράψει Λαβάλ και Χόαρ με τους Ιταλούς δημοσιεύεται στον Τύπο τον Δεκέμβριο του 1935. Οι Χόαρ και Λαβάλ εξαναγκάζονται σε παραίτηση.
Ο Λαβάλ επιστρέφει στις επαγγελματικές του ενασχολήσεις, δημιουργώντας μεγάλες επιχειρήσεις: Εκδίδει σημαντικές εφημερίδες, διαθέτει ραδιοφωνικούς σταθμούς και ασχολείται με εκδόσεις. Οι επιχειρήσεις αυτές θα του φανούν πολύ χρήσιμες στο εγγύς μέλλον:

Κυβέρνηση του Βισύ[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Μετά τη Γερμανική εισβολή και κατάληψη της Γαλλίας, όλα τα έντυπα του Λαβάλ υποστηρίζουν παντοιοτρόπως την Κυβέρνηση του Βισύ και τον ηγέτη της Στρατάρχη Φιλίπ Πεταίν (Philippe Pétain). Χρησιμοποιεί, επίσης, την επιρροή του στο Γαλλικό Κοινοβούλιο για να δοθούν στον Πεταίν σχεδόν δικτατορικές αρμοδιότητες. Στις 12 Ιουλίου 1940 ο Λαβάλ αναλαμβάνει επίσημα πρωθυπουργικά καθήκοντα και θεωρείται ο διάδοχος του γηραιού Πεταίν (ο Στρατάρχης ήταν, τότε, περίπου 80 ετών). Κατά τη διάρκεια εκτέλεσης των καθηκόντων του, ο Λαβάλ γνωρίζει τον Όττο Άμπετζ (Otto Abetz), ένα Γερμανό, ο οποίος έχει ανεπίσημα αποσταλεί για τη σύσφιξη των γαλλογερμανικών σχέσεων, επειδή έχει Γαλλίδα σύζυγο. Ο ένας εντυπωσιάζει τον άλλο, ο Άμπετζ αναχωρεί για το Βερολίνο, όπου, χρησιμοποιώντας το όνομα και το κύρος του Λαβάλ, καταφέρνει να του δοθεί ο τίτλος του Γερμανού Πρέσβη στη Γαλλία. Με τη μεσολάβησή του ο Λαβάλ συναντά, στις 22 Οκτωβρίου 1940, τον Χίτλερ και δηλώνει "ότι έμεινε καταγοητευμένος". Μεσολαβεί ώστε ο Χίτλερ να συναντήσει τον Πεταίν και όταν, στα τέλη Οκτωβρίου, ο Λαβάλ συναντά τον Χέρμαν Γκέρινγκ, του προτείνει στρατιωτική συμμαχία Γαλλίας - Γερμανίας εναντίον των Βρετανών[1]. Πετυχαίνει, επίσης, να εκδιώξει από την Κυβέρνηση μέλη, για τα οποία έχει ισχυρές αμφιβολίες ως προς την αφοσίωσή τους προς τους Ναζί, όπως ο Μαξίμ Βεϋγκάν (Maxim Weygand), ο οποίος του λέγει: "κ. Λαβάλ, έχετε εναντίον σας το 95% των Γάλλων". Ο Λαβάλ απαντά "πείτε καλύτερα το 98%! Παρά τη θέλησή τους, όμως, θα δημιουργήσω την ευτυχία τους".

Οι πρωτοβουλίες του Λαβάλ για τη στρατιωτική συνεργασία με τους Γερμανούς κατακτητές θορυβούν τον Πεταίν, ο οποίος τον αποπέμπει από την Κυβέρνηση και τον συλλαμβάνει. Ο Άμπετζ, του οποίου η σταδιοδρομία στηρίζεται στον Λαβάλ, σπεύδει με στρατό και τον απελευθερώνει. Ο Λαβάλ υβρίζει σκαιότατα τον Πεταίν και του λέει τη φράση που θα του στοιχίσει, μεταπολεμικά, την καταδίκη του σε θάνατο: "Από εδώ και στο εξής θα αναζητώ τους φίλους μου μόνον ανάμεσα στους Γερμανούς"[2]. Ο Άμπετζ φέρνει τον Λαβάλ στο Παρίσι, όπου τον θέτει υπό την προστασία των Γερμανικών στρατευμάτων Κατοχής. Ωστόσο, στις 27 Αυγούστου 1941, και ενώ ο Λαβάλ παρακολουθεί τους Γάλλους εθελοντές που θα λάβουν μέρος στην Επιχείρηση Μπαρμπαρόσσα (εισβολή της Ναζιστικής Γερμανίας στην ΕΣΣΔ), ο φοιτητής Πολ Κολέτ (Paul Collette) καταφέρνει να τον πυροβολήσει τέσσερις φορές. Ο Λαβάλ τραυματίζεται και μεταφέρεται στο νοσοκομείο. Σύντομα, ωστόσο, θεραπεύεται και, ύστερα από ισχυρές πιέσεις του Άμπετζ, ο Πεταίν τον επαναφέρει στην Κυβέρνηση στις 18 Απριλίου του 1942 ως διάδοχο του Ναυάρχου Νταρλάν. Κύριο έργο του Λαβάλ, με την ανάληψη της τέταρτης πρωθυπουργικής θητείας του, είναι να συμβάλει τόσο στην Τελική Λύση (διώξεις και συλλήψεις Εβραίων) όσο και στη συντριβή της Γαλλικής Αντίστασης, η οποία έχει αρχίσει να εκδηλώνεται πλέον με ολοένα πιο έντονο τρόπο. Παράλληλα, στέλνει εξειδικευμένο εργατικό προσωπικό για εργασία στη Γερμανία με αντάλλαγμα την απελευθέρωση Γάλλων αιχμαλώτων πολέμου.

Πιστεύοντας ότι η Γκεστάπο, παρά το ότι ο Λαβάλ έχει επιτρέψει τη δράση της σε ολόκληρη τη Γαλλία, είναι αναποτελεσματική ως προς την εύρεση και συντριβή των Μακί (Maquis), τον Ιανουάριο ιδρύει την "Milice", μετεξέλιξη της "Service d' Ordre Legionnaire", παραστρατιωτικής οργάνωσης που είχε ιδρύσει το 1941 ο ακροδεξιός Ζοζέφ Νταρνάν (Joseph Darnand). Με την υποστήριξή του Λαβάλ, η Milice φθάνει να έχει στις τάξεις της 35.000 άτομα και δράση ανάλογη με αυτήν της Γκεστάπο.

Άδοξο τέλος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στις 6 Ιουνίου 1944 πραγματοποιείται η απόβαση των Συμμάχων στη Νορμανδία. Η Κυβέρνηση του Βισύ καταφεύγει αρχικά στο Μπελφόρ (Belfort) και από εκεί, τον Αύγουστο, στο Ζίνγκμαρίνγκεν (Singmaringen). Με την κατάρρευση της Γερμανίας, ο Λαβάλ κατορθώνει να φθάσει στην Ισπανία, όπου, όμως, το καθεστώς Φράνκο τον συλλαμβάνει και τον εκδίδει στη Γαλλία του Στρατηγού Ντε Γκωλ (Charles De Gaulle) στις 30 Ιουλίου του 1945. Εκεί δικάζεται με την κατηγορία της εσχάτης προδοσίας. Το δικαστήριο τον κρίνει ένοχο και τον καταδικάζει σε θάνατο (9 Οκτωβρίου 1945), παρά τη σθεναρή υπεράσπιση που ο ίδιος παρέσχε στον εαυτό του. Ο Λαβάλ αποπειράται, όπως η ηγεσία που επί σειρά ετών υποστήριζε, να αυτοκτονήσει με μια κάψουλα υδροκυανίου. Δυστυχώς γι' αυτόν, το υδροκυάνιο έχει χάσει, από την πολυκαιρία, την ισχύ του κι έτσι παθαίνει μόνο σοβαρή - αλλά όχι θανατηφόρο - δηλητηρίαση. Η κατάστασή του δεν τον διασώζει: Η ποινή εκτελείται, με τον Λαβάλ ημιαναίσθητο και εμέσσοντα, με τυφεκισμό από απόσπασμα στο προαύλιο των φυλακών Φρεν (Fresnes) στις 15 Οκτωβρίου 1945.

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Spartacus Educational
  2. Ρεϊμόν Καρτιέ, Ιστορία του Β' Παγκοσμίου Πολέμου, Αθήνα (μτφ. από τα Γαλλικά)