Ο Άγνωστος του Εξπρές

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Ο Άγνωστος του Εξπρές
Strangers-on-a-train.jpg
Σκηνοθεσία Άλφρεντ Χίτσκοκ
Παραγωγή Άλφρεντ Χίτσκοκ
Σενάριο Γουίτφιλντ Κουκ
Ζένζι Όρμοντ
Ρέιμοντ Τσάντλερ
Πατρίσια Χάισμιθ (Μυθιστόρημα)
Πρωταγωνιστές Φάρλεϊ Γκρέιντζερ
Ρόμπερτ Γουόκερ
Ρουθ Ρόμαν
Κυκλοφορία 1951
Πρώτη προβολή Country flag 30/6/1951
Μουσική Ντιμίτρι Τιόμκιν
Διάρκεια 101 λεπτά
Γλώσσα Aγγλικά
Σελίδα IMDb
Σελίδα Cine.gr

Η ταινία Ο Άγνωστος του Εξπρές (Πρωτότυπος Τίτλος Strangers on A Train), είναι ψυχολογικό θρίλερ παραγωγής 1951, σε σκηνοθεσία Άλφρεντ Χίτσκοκ. Πρωταγωνιστες της ταινίας είναι ο Φάρλεϊ Γκρέιντζερ, ο Ρόμπερτ Γουόκερ κι η Ρουθ Ρόμαν. Στην ταινία εμφανίζονται επίσης οι Λίο Τ. Κάρολ, Πατρίσια Χίτσκοκ και Λώρα Έλιοτ. Η ταινία είναι βασισμένη στο ομώνυμο μυθιστόρημα της Πατρίσια Χάισμιθ, το οποίο διασκεύασαν για τη μεγάλη οθόνη οι Ρέιμοντ Τσάντλερ, Γουίτφιλντ Κουκ και Ζένζι Όρμοντ.

Υπόθεση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Μπρούνο Άντονι (Ρόμπερτ Γουόκερ) πιστεύει ότι έχει επινοήσει το κατάλληλο σχέδιο ώστε να ξεφορτωθεί τον πατέρα του, τον οποίο μισεί, όταν συναντά τον αστέρα του τένις Γκάι Χέινς (Φάρλεϊ Γκρέιντζερ) στο τρένο. Πιστεύει ότι έχει βρει επιτέλους τον κατάλληλο συνεργό στο έγκλημα. Οι δυο αυτοί άγνωστοι άνδρες συναντιούνται στο τρένο κι ο ένας προτείνει στον άλλο να ανταλλάξουν εγκλήματα. Ο Μπρούνο πρόκειται να σκοτώσει την άπιστη σύζυγο του Γκάι, Μίριαμ (Λώρα Έλιοτ) , η οποία αρνείται να του παραχωρήσει διαζύγιο για να παντρευτεί την Αν Μόρτον (Ρουθ Ρόμαν), κόρη ενός γερουσιαστή κι ο Γκάι πρόκειται να σκοτώσει τον πατέρα του Μπρούνο. Ο Γκάι όμως δεν παίρνει στα σοβαρά τη συζήτησή του με τον Μπρούνο, πιστεύοντας ότι ο άγνωστος που κάθεται απέναντί του στο βαγόνι του τρένου αστειεύεται και όταν οι δυο άνδρες χωρίζουν μετά το ταξίδι, ξεχνάει το σχέδιο. Ο Μπρούνο όμως πηγαίνει στην πόλη που μένει η γυναίκα του Γκάι και τη σκοτώνει. Έπειτα εκβιάζει έναν τρομοκρατημένο Γκάι, ότι σε περίπτωση που εκείνος δε σκοτώσει τον πατέρα του, θα αφήσει στοιχεία που να τον ενοχοποιούν στον τόπο του εγκλήματος. Όλα τα στοιχεία της αστυνομίας για το φόνο, τους οδηγούν στο πρόσωπο του Γκάι, ο οποίος καλείται να αντιμετωπίσει τον παράφρονα Μπρούνο.

Διανομή Ρόλων[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Πρώτη επιλογή για το ρόλο του Γκάι Χέινς ήταν ο Γουίλιαμ Χόλντεν, ο οποίος απέρριψε το ρόλο[1]. Ο κριτικός κινηματογράφου Ρόμπερτ Έμπερτ σχολίασε ότι ο Χόλντεν θα ήταν λανθασμένη επιλογή για το ρόλο, καθώς ήταν εύσωμος και ρωμαλέος, το είδος του άνδρα που δε θα μπορούσε ποτέ να τρομοκρατηθεί από τον Μπρούνο, σε αντίθεση με τον λεπτοκαμωμένο και απατηλό Φάρλεϊ Γκρέιντζερ που ανέλαβε τελικά το ρόλο, ο οποίος προσπαθεί να ξεφύγει από τα δίχτυα που έχει απλώσει γύρω του ο Μπρούνο, τον οποίο υποδύεται ο Ρόμπερτ Γουόκερ[2].

Ο Τζακ Γουόρνερ ήθελε να αναθέτει στους ηθοποιούς με τους οποίους είχε συμβόλαιο, ρόλους σε οποιαδήποτε ταινία. Έτσι αντί να δανειστεί από άλλη εταιρία την κατάλληλη ηθοποιό για το ρόλο της Αν Μόρτον, ανέθεσε το ρόλο στην Ρουθ Ρόμαν, η οποία είχε συμβόλαιο με τη Warner Bros., παρά τις αντιρρήσεις του σκηνοθέτη[3]. Ο Χίτσκοκ πίστευε ότι η Ρόμαν στερούταν σεξαπίλ και αισθανόταν ότι του τη φόρτωσαν με το ζόρι[4]. Κατά τη διάρκεια των γυρισμάτων, η Ρόμαν έγινε το εξιλαστήριο θύμα του σκηνοθέτη[5]. Ο Γκρέιντζερ δήλωσε κάποτε ότι ο Χίτσκοκ δεν ενδιαφερόταν για την ηθοποιό, τονίζοντας ότι συμπεριφερόταν με τον ίδιο τρόπο και στην Ίντιθ Έβανσον κατά τα γυρίσματα της ταινίας Ο Βρόχος (The Rope) το 1948. Σε κάθε φιλμ έπρεπε να υπάρχει κάποιος με τον οποίο να ασχολείται είπε ο Γκρέιντζερ[5].

Η Κέισι Ρότζερς, η οποία εμφανίζεται στην ταινία με το ψευδώνυμο Λώρα Έλιοτ, ερμηνεύοντας το ρόλο της Μίριαμ, δήλωσε ότι την εποχή που γυρίστηκε η ταινία δεν είχε πρόβλημα με την όραση της κι ότι ο σκηνοθέτης την ανάγκασε να φορέσει γυαλιά με χοντρούς φακούς, ακόμη και σε μακρινά πλάνα από όπου θα ήταν αδύνατο να καταλάβει κανείς ότι φορούσε κανονικά γυαλιά. Το αποτέλεσμα ήταν να μη μπορεί να δει και να χρειάζεται τη βοήθεια των συμπρωταγωνιστών της για να κινηθεί[6].

Υποδοχή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η ταινία έλαβε ανάμεικτες κριτικές: Το περιοδικό Variety επαίνεσε την ερμηνεία του Φάρλεϊ Γκρέιντζερ, του Πολ Γουόκερ και της Ρουθ Ρόμαν[7], ενώ ο Μπόσλεϊ Κράουδερ των New York Times στάθηκε στο γεγονός ότι ο Χίτσκοκ επέλεξε για μια ακόμη φορά ως μέσο μια υπόθεση δολοφονίας, η οποία δεν έχει καμιά λογική. Συνεχίζοντας είπε ότι: Ίσως να υπάρξουν πολλοί θεατές που να τρομοκρατηθούν από το χαρακτήρα του σκοτεινού και σατανικού Μπρούνο κι από τα μελοδραματικά κόλπα του σκηνοθέτη, αλλά η βάση της υπόθεσης που έχει να κάνει με το φόβο που προέρχεται από απειλή, δεν έχει καμιά λογική εξήγηση[8]. Η Λέσλι Χάλιγουελ αποκάλεσε την ταινία ως μια από τις καλύτερες στιγμές του σκηνοθέτη κι ότι η ταινία προκαλεί το είδος των συναισθημάτων που ψυχαγωγούν τους λάτρες της αγωνίας, αλλά αποκάλεσε την υπόθεση μη ικανοποιητική[9].

Μετά τις ανάμεικτες κριτικές που έλαβε η ταινία, ο Τζακ Γουόρνερ έλεγξε τα κέρδη της. Κι εφόσον ενδιαφερόταν περισότερα για τα κέρδη της ταινίας στο Box-Office, το πόρισμα του παραγωγού είχε βγει: Τα κέρδη της ταινίας έδειξαν την πραγματικότητα, το Ο Άγνωστος του Εξπρές έκανε επιτυχία κι ο Χίτσκοκ εκτοξεύτηκε στην κορυφή του είδους, ως ο άρχων του σκοτεινού, μελοδραματικού θρίλερ αγωνίας. Η ταινία έκανε εισπράξεις της τάξης των 1.800.000 δολαρίων[10].

Οι πιο πρόσφατες κριτικές είναι θετικές κι η ταινία έχει βαθμολογία 97% στην ιστοσελίδα των κριτικών Rotten Tomatoes. Ο Ρόμπερτ Έμπερτ τη χαρακτήρισε ως θρίλερ πρώτης τάξης κι ως μια από τις πέντε καλύτερες ταινίες του σκηνοθέτη[1].

Η συγγραφέας του μυθιστορήματος, Πατρίσια Χάισμιθ, έμεινε αρχικά ικανοποιημένη από την ταινία κι έγραψε: Είμαι ικανοποιημένη σε γενικές γραμμές, ιδιαίτερα με την απόδοση του χαρακτήρα του Μπρούνο, ο οποίος κράτησε την ταινία στις πλάτες του, όπως συμβαίνει και στο μυθιστόρημα. Χρόνια αργότερα όμως, ενώ συνέχισε να επαινεί την ερμηνεία του Πολ Γουόκερ, στο ρόλο του Μπρούνο, εξέφρασε αρνητική άποψη για την ανάθεση του ρόλου της Αν στη Ρουθ Ρόμαν, καθώς και για την απόφαση του Χίτσκοκ να μετατρέψει τον Γκάι σε αστέρα του τένις αντί για αρχιτέκτονα, καθώς και για το γεγονός ότι στην ταινία ο Γκάι δε σκοτώνει τον πατέρα του Μπρούνο όπως συμβαίνει στο μυθιστόρημα[11][12].

Υποψηφιότητες για Όσκαρ[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η ταινία προτάθηκε για Όσκαρ Φωτογραφίας σε ασπρόμαυρη ταινία, αλλά έχασε το βραβείο από την ταινία του 1951 Μια θέση στον ήλιο (A Place in the Sun) του Τζορτζ Στίβενς. Ο Χίτσκοκ προτάθηκε επίσης για το βραβείο καλύτερης σκηνοθεσίας από το σωματείο των σκηνοθετών της Αμερικής.

Βραβεία Ακαδημίας Κινηματογράφου (Όσκαρ)

Υποψηφιότητα:

  • Φωτογραφίας σε ασπρόμαυρη ταινία – Ρόμπερτ Μπερκς

Διαχρονικότητα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η ταινία συμπεριλαμβάνεται σε μια από τις λίστες που θεσπίστηκαν από το Αμερικανικό Ινστιτούτο Κινηματογράφου. Έλαβε την 32η θέση στη λίστα με τις 100 καλύτερες ταινίες τρόμου όλων των εποχών.

Εξωτερικοί σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. 1,0 1,1 Strangers on a Train (1951) review by Roger Ebert
  2. Ebert, Roger (2006). The Great Movies II New York: Broadway Press. ISBN 978-0-7679-1986-9. p. 428
  3. Spoto, Donald (1983). The Dark Side of Genius: The Life of Alfred Hitchcock. New York: Ballantine Books. ISBN 0-345-31462-X (paperback edition). p. 345 All footnotes use page numbers from the first paperback edition, March 1984
  4. McGilligan, Patrick (2004). Alfred Hitchcock: A Life in Darkness and Light. New York: Harper Perennial. ISBN 978-0-06-098827-2. p. 450
  5. 5,0 5,1 Spoto, p. 346
  6. Strangers on a Train: The Victim's P.O.V. (2004), DVD documentary
  7. Variety, 1951. [1]
  8. Crowther, Bosley, (1951). "The Screen In Review", The New York Times, July 4, 1951
  9. Halliwell, Leslie, with John Walker, ed. (1994). Halliwell's Film Guide. New York: Harper Perennial. ISBN 0-06-273241-2. p. 1139
  10. 'The Top Box Office Hits of 1951', Variety, January 2, 1952
  11. Schenkar, Joan. The Talented Miss Highsmith: The Secret Life and Serious Art of Patricia Highsmith. St. Martin's Press, 2009. ISBN 978-0-312-30375-4 - page 318-319
  12. Interview with Patricia Highsmith by Gerald Peary