Νικόλαος Λύτρας

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
(Ανακατεύθυνση από Νίκος Λύτρας)
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Νικόλαος Λύτρας, Αυτοπροσωπογραφία. Τελλόγλειο Ίδρυμα Τεχνών – Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης.

Ο Νικόλαος ή Νίκος[1] Λύτρας (Αθήνα 1883 - ό.π., 1927) ήταν διακεκριμένος Έλληνας ζωγράφος των αρχών του 20ού αιώνα.

Σπούδασε ζωγραφική στο Σχολείο των Τεχνών (την μετέπειτα Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών]] της Αθήνας από το 1902 έως το 1906, με δάσκαλους τον πατέρα του Νικηφόρο Λύτρα, και τον Γεώργιο Ιακωβίδη. Συνέχισε τις σπουδές του στην Ακαδημία του Μονάχου από το 1907 έως το 1912, με δάσκαλο τον Λούντβιχ φον Λοφτς[2].

Εικάζεται ότι στο Μόναχο, ο νεαρός Νικόλαος Λύτρας γνώρισε τον γερμανικό εξπρεσιονισμό και τις δημιουργίες της περίφημης ομάδας «Γαλάζιος Καβαλάρης»[2]. Πιο ανοιχτός στα καλλιτεχνικά ρεύματα της εποχής, ο Νικόλαος Λύτρας έγινε τελικά ο συνδετικός κρίκος ανάμεσα στον ρομαντικό ρεαλισμό του 19ου αι. και την μοντέρνα τέχνη του 20ού αι., ειδικά τον εξπρεσιονισμό. Στα έργα του, που συνήθως είναι προσωπογραφίες, τοπία και νεκρές φύσεις, άρχισε να χρησιμοποιεί πλατιές ελεύθερες πινελιές, παχύρρευστο χρώμα και χειρονομιακή γραφή ξεφεύγοντας σημαντικά από τον τότε καθιερωμένο ακαδημαϊσμό της «Σχολής του Μονάχου». Η τεχνοτροπία του δεν άργησε να προκαλέσει το τότε συντηρητικό φιλότεχνο κοινό της Αθήνας[3].

Κατά τη διάρκεια των Βαλκανικών Πολέμων πολέμησε ως έφεδρος αξιωματικός και παρασημοφορήθηκε για τη δράση του. Μετά τους Βαλκανικούς Πολέμους, συμμετείχε στις εκθέσεις του Συνδέσμου Ελλήνων Καλλιτεχνών τα έτη 1915, 1916, 1917, 1920 και 1926, ενώ το 1919 εξέθεσε από κοινού με τον γλύπτη Γρηγόριο Ζευγώλη[2].

Νικόλαος Λύτρας, Το ψάθινο καπέλο (1923-26), 86 εκ x 66 εκ., λάδι σε μουσαμά. Εθνική Πινακοθήκη της Ελλάδας – Μουσείο Αλεξάνδρου Σούτζου.

Τον Αύγουστο του 1917, μαζί με τον Κωνσταντίνο Παρθένη, τον Περικλή Βυζάντιο, τον Θεόφραστο Τριανταφυλλίδη και τον Λυκούργο Κογεβίνα, δημιούργησε την «Ομάδα Τέχνη», με στόχο την απαλλαγή από τον ζυγό της ακαδημαϊκής (γερμανικής) ζωγραφικής. Με την ίδια καλλιτεχνική ομάδα συνεργάσθηκαν επίσης ο Κωνσταντίνος Μαλέας, ο Οδυσσέας Φωκάς και ο γλύπτης Μιχάλης Τόμπρος. Η «Ομάδα Τέχνη» είχε την υποστήριξη του κόμματος των Φιλελευθέρων, του ίδιου του Ελευθερίου Βενιζέλου και τη θερμή θεωρητική στήριξη του Ζαχαρία Παπαντωνίου[4]. Οι εκθέσεις της Ομάδας το 1917, το 1918 και το 1928 έφεραν την αύρα της γαλλικής ζωγραφικής στον ελλαδικό χώρο.

Το 1923, ο Νίκος Λύτρας ήταν συνυποψήφιος με τον Κωνσταντίνο Παρθένη για την έδρα ζωγραφικής της Σχολής Καλών Τεχνών. Τελικά την έδρα την κέρδισε ο Λύτρας, με αποτέλεσμα να κατηγορηθεί ότι, μιας και ήταν γιος του Νικηφόρου Λύτρα, εκπροσωπούσε την ξεπερασμένη Σχολή του Μονάχου[4]. Εντούτοις σύγχρονοι τεχνοκριτικοί θεωρούν ότι ο Νικόλαος Λύτρας όχι μόνο δεν εξέφραζε τον ακαδημαϊκό ρεαλισμό του 19ου αιώνα, αλλά ήταν πιο μοντέρνος και από τον συνυποψήφιό του Παρθένη.

Στα λίγα χρόνια που δίδαξε στην Ανώτατη Σχολή Καλών Τεχνών, κατάφερε να αλλάξει τη δομή και το ρόλο των εργαστηρίων, που αποτελούσαν πλέον αυτοτελείς εκπαιδευτικές μονάδες με υπεύθυνο έναν καλλιτέχνη-καθηγητή. Κυρίως όμως, πρόλαβε να εισαγάγει στη σχολή τα νέα ρεύματα, καθώς και μια νέα οπτική της τέχνης και της διδασκαλίας της[4].

Γενικότερα, ο Νικόλαος Λύτρας, με την ιδιαίτερη τεχνοτροπία του σε σχέση με το χρώμα, εισήγαγε στην Ελλάδα τον εξπρεσιονισμό. Τα φωτεινά τοπία και οι προσωπογραφίες του με τις αδρές πινελιές, έργα για τα οποία δέχτηκε σκληρή πολεμική από τους υποστηρικτές της ρεαλιστικής σχολής, δεν έχουν τίποτα να ζηλέψουν από τα έργα αντίστοιχων Ευρωπαίων εξπρεσιονιστών. Άλλοι πάλι βρίσκουν πως το έργο του στέκεται πιο κοντά στο μεταϊμπρεσιονιστικό έργο του Πωλ Σεζάν[2]. Δυστυχώς για τον ζωγράφο, πέθανε νέος από φυματίωση και η αναγνώριση του πρωτοποριακού του έργου άργησε να έλθει. Σήμερα όμως θεωρείται ένας από τους κύριους ανανεωτές της ελληνικής ζωγραφικής.

Μετά τον θάνατό του, διοργανώθηκαν αναδρομικές εκθέσεις του έργου του στο Ζάππειο το 1929, στην Μπιενάλε της Βενετίας το 1936 και στην Εθνική Πινακοθήκη της Ελλάδας το 2008[2].

Σημειώσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Για πολλά χρόνια, ο ζωγράφος ήταν γνωστός στο ευρύτερο κοινό ως «Νικόλαος Λύτρας». Ωστόσο το 2008, η τεχνοκριτικός Μαρίνα Λαμπράκη-Πλάκα πρότεινε το όνομα του ζωγράφου να αναφέρεται στο εξής ως «Νίκος Λύτρας», υποστηρίζοντας ότι ο ίδιος υπέγραφε με αυτό το όνομα τα πρώιμα έργα του, αλλά και ότι υπήρξε ένας μοντέρνος ζωγράφος και συνεπώς το μικρό όνομα «Νίκος» τού ταιριάζει καλύτερα (βλ. Αυγ. Ζενάκος, «Με το φως του Νίκου Λύτρα», εφημ. Το Βήμα, 23 Μαρτίου 2008).
  2. 2,0 2,1 2,2 2,3 2,4 Αυγουστίνος Ζενάκος, «Με το φως του Νίκου Λύτρα», εφημ. Το Βήμα, 23 Μαρτίου 2008.
  3. Βασιλική Τζεβελέκου, «Αι αντιπαθητικαί τεχνοτροπίαι ενός πρωτοπόρου...», εφημ. Ελεύθερος Τύπος, 18 Μαρτίου 2008.
  4. 4,0 4,1 4,2 Τατιάνα Ρόκου, «Νίκος Λύτρας, ο ζωγράφος του βλέμματος», εφημ. Ναυτεμπορική, 28 Μαρτίου 2008.

Προτεινόμενη βιβλιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Commons logo
Τα Wikimedia Commons έχουν πολυμέσα σχετικά με το θέμα
  • Αφροδίτη Κούρια, Νίκος Λύτρας: χτίζοντας με το χρώμα και το φως. Εθνική Πινακοθήκη, Μουσείο Αλεξάνδρου Σούτζου, Αθήνα 2008. ISBN 978-960-201-191-1.