Μπράνισλαβ Νούσιτς

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Μπράνισλαβ Νούσιτς, 1894

Ο Μπράνισλαβ Νούσιτς (σερβικά: Бранислав Нушић) ή Αλκιβιάδης Νούσας, (8 Οκτωβρίου 1864 - 19 Ιανουαρίου 1938) ήταν Σέρβος μυθιστοριογράφος, θεατρικός συγγραφέας, συγγραφέας διατριβών, σατιρογράφος και ιδρυτής της σύγχρονης ρητορικής στη Σερβία. Επίσης, εργάστηκε ως δημοσιογράφος και δημόσιος υπάλληλος. Ήταν βλάχικης καταγωγής[1].

Βιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Γεννήθηκε ως Αλκιβιάδης Νούσας[2] (Alchiviadi al Nusha στα βλάχικα, καταγόταν από την Κλεισούρα Καστοριάς (Βλαχοκλεισούρα) ). Γεννήθηκε στο Βελιγράδι της Σερβίας από μια όχι καλοστεκούμενη οικογένεια. Ο Νούσας απόλαυσε τα οφέλη από μια προνομιακή ανατροφή μόνο για ένα σύντομο χρονικό διάστημα. Ο πατέρας του Γεώργιος Νούσας (Τζώρτζε Νούσα) ήταν γνωστός έμπορος σιτηρών που έχασε την περιουσία του λίγο μετά τη γέννηση του γιου του και αναγκάστηκε να μετακομίσει με την οικογένειά του στο Σμεντέρεβο, όπου πήγε ο μικρός Αλκιβιάδης δημοτικό σχολείο και στις δύο πρώτες βαθμίδες της μέσης εκπαίδευσης. Κατά την εφηβεία του, ο Νούσας επέστρεψε πίσω στο Βελιγράδι όπου και αποφοίτησε από τη μέση εκπαίδευση. Μετά την ηλικία των 18 ετών, θα αλλάξει νόμιμα το όνομά του σε Μπράνισλαβ Νούσιτς. Το 1884, αποφοίτησε από το τη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου του Βελιγραδίου. Συνέχισε επίσης τις σπουδές του για ένα χρόνο στο Γκρατς της Αυστροουγγαρίας.

Φυλάκιση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στα είκοσι ένα του ο Νούσιτς πολέμησε στον Σερβο-βουλγαρικό πόλεμο του 1885, ενώ υπηρετούσε στο σερβικό στρατό. Μετά τον πόλεμο, θα δημοσιεύσει ένα αμφιλεγόμενο ποίημα, το "DΝτβα Ράμπα", από την συλλογή Ντνέβνι, για το οποίο πέρασε δύο χρόνια στη φυλακή. Το ποίημα σατίριζε τον ηγεμόνα της Σερβίας βασιλιά Μίλαν, και συγκριμένα την απόφασή του να παραστεί στην κηδεία της μητέρας του γεννημένου στην Σερβία, στρατηγού της Αυστροουγγαρίας Ντραγκουτίν Φρανάσοβιτς αντί στην κηδεία του ήρωα του πολέμου, λοχαγού Μιχαίλο Κάτανιτς που έχασε τη ζωή του ενώ πολεμούσε να σώσει την σέρβικη βασιλική σημαία από τα χέρια των Βουλγάρων.

Σε πρώτο βαθμό, η καταδίκη του Νούσιτς ήταν μόνο δύο μήνες, αλλά ο βασιλιάς Μιλάν, πίεσε τους δικαστές να την αυξήσουν. Παρά τις σκληρές συνθήκες των φυλακών, ο Νούσιτς κατάφερε να γράψει μια κωμωδία: την Προτεκσίγια (Προστασία).

Όταν ζήτησε στην φυλακή από τον διευθυντής της, Ίλια Βλαχ, την άδεια να γράψει, ο Βλαχ του είπε ότι λόγω των γραπτών του είναι στη φυλακή και του αρνήθηκε το αίτημα. Γνωρίζοντας ότι ο διευθυντής διάβαζε όλη την εξερχόμενη αλληλογραφία, ο Νούσιτς έγραψε μια σύντομη επιστολή του προς το δεύτερο σύζυγό της πρώην γυναίκας του θείου του, τον Γκέρσιτς, ο οποίος υπηρέτησε ως υπουργός της δικαιοσύνης. Ο Νούσιτς απευθύνεται στον Γκέρσιτς αποκαλώντας τον θείο και του έγραφε πως θα ήταν πολύ πιο εύκολο για αυτόν να υπηρετήσει τα 2 χρόνια της φυλακής αν μπορούσε να γράψει. Σημείωνε δε, ότι δεν είχε σκοπό να γράψει πολιτικά κείμενα, και υπόγραψε την επιστολή ως ο ανιψιός σας. Μία ημέρα αργότερα, ο Βλαχ του επέτρεψε να γράψει λογοτεχνία.

Μετά την φυλακή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το 1889, ο Νούσιτς έγινε δημόσιος υπάλληλος. Ως υπάλληλος του Υπουργείου Εξωτερικών ανέλαβε τη θέση του γραμματέα στο προξενείο της Σερβίας στο Μοναστήρι, που άνηκε τότε στην οθωμανική αυτοκρατορία, όπου και τελικά παντρεύτηκε το 1893. Διέμεινε για μια δεκαετία στις περιοχές της νότιας Σερβίας και τη Βόρεια Μακεδονία που ανήκαν τότε στην Οθωμανική αυτοκρατορία. Η τελευταία θέση του σ’ αυτή την περιοχή ήταν βοηθός προξένου στην Πρίστινα.

Το 1900, ο Νούσιτς διορίστηκε γραμματέας στο Υπουργείο Παιδείας, και λίγο αργότερα έγινε καλλιτεχνικός διευθυντής του Εθνικού Θεάτρου στο Βελιγράδι. Το 1904, ορίστηκε επικεφαλής του Σερβικού Εθνικού Θεάτρου στο Νόβι Σαντ. Το 1905, έφυγε από το νέο του αξίωμα και μετακόμισε στο Βελιγράδι για να εργαστεί ως δημοσιογράφος.

Το 1912, επέστρεψε στο Μοναστήρι ως δημόσιος υπάλληλος. Το 1913, ίδρυσε το Εθνικό Θέατρο στα Σκόπια, όπου έζησε μέχρι το 1915. Λόγω του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου, ο Νούσιτς εγκατέλειψε τη χώρα και έζησε στην Ιταλία, την Ελβετία και τη Γαλλία κατά τη διάρκειά του.

Μετά τον πόλεμο, ο Νούσιτς ορίστηκε διευθυντής του Τμήματος Τεχνών του Υπουργείου Παιδείας. Παρέμεινε σε αυτή τη θέση μέχρι το 1923. Στη συνέχεια, ανέλαβε τη θέση του επικεφαλής του Εθνικού Θεάτρου (Narodno pozorište) στο Σεράγεβο. Το 1927, επέστρεψε στο Βελιγράδι. Το 1933 έγινε μέλος της Σέρβικης Βασιλικής Ακαδημίας.

Επιλεγμένα έργα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ορισμένα από τις σημαντικότερα έργα του Nušić (με ελληνική μετάφραση των τίτλων):

Δραματικά – Θεατρικά[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Госпођа министарка (Η σύζυγος του υπουργού)
  • Народни посланик (Ο βουλευτής)
  • Ожалошћена породица (Η πενθούσα οικογένεια)
  • Покојник (Ο μακαρίτης)

Μυθιστορήματα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Аутобиографија (Αυτοβιογραφία)
  • Општинско дете (Του δήμου το παιδί), η οποία δημοσιεύθηκε στο Σεράγεβο, σαν Općinsko dijete
  • Хајдуци (Χαϊντούκοι) (Το αντίστοιχο των Ελλήνων Κλεφτών)

Διηγήματα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Политички противник (Πολιτικός αντίπαλος)
  • Посмртно слово (Επικήδειος)
  • Класа (Κλάση, κατηγορία, βαθμός)

Άλλα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Реторика (Ρητορική)

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Εξωτερικοί σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στο λήμμα αυτό έχει ενσωματωθεί κείμενο από το λήμμα Branislav Nušić της Αγγλόγλωσσης Βικιπαίδειας, η οποία διανέμεται υπό την GNU FDL και την CC-BY-SA 3.0. (ιστορικό/συντάκτες).