Μοσχοκαρυδιά

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
(Ανακατεύθυνση από Μοσχοκάρυδο)
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Μοσχοκαρυδιά
Μοσχοκαρυδιά
Μοσχοκαρυδιά
Συστηματική ταξινόμηση
Βασίλειο: Φυτά (Plantae)
Συνομοταξία: Αγγειόσπερμα (Magnoliophyta)
Ομοταξία: Δικοτυλήδονα (Magnoliopsida)
Τάξη: Μαγνολιώδη (Magnoliales)
Οικογένεια: Μυριστικοειδή (Myristicaceae)
Γένος: Μυριστική (Myristica)
Είδος: M. fragrans
Διώνυμο
Μυριστική η ευώδης
Myristica fragrans

Gronov.

Η μοσχοκαρυδιά, (επισ. Μυριστική η ευώδης, Myristica fragrans) είναι αγγειόσπερμο δικότυλο φυτό ανήκει στην τάξη των Μαγνολιωδών και στην οικογένεια των Μυριστικοειδών.

Το δέντρο φτάνει στα 20 μέτρα ύψος και η καταγωγή του είναι από τα νησιά Μολούκες ή τα νησιά των μπαχαρικών της Ινδονησίας, όπου και σήμερα καλλιεργείται για τα σπόρια του, που χρησιμοποιούνται ως μπαχαρικό, το γνωστό μοσχοκάρυδο.

Το δέντρο αργεί να καρποφορήσει και πρέπει να περάσουν τουλάχιστον οκτώ χρόνια μετά τη σπορά του. Έχει τη μεγαλύτερη απόδοση σε καρπούς όταν φτάσει την ηλικία των 25 ετών. Τα φύλλα του είναι μεγάλα ωοειδή-λογχοειδή.

Ο καρπός της μοσχοκαρυδιάς μοιάζει με το βερίκοκο και όταν ωριμάσει σχίζεται στα δύο και απελευθερώνεται ο σπόρος ο οποίος αποτελείται από ένα σαρκώδες περίβλημα , γνωστό με την ονομασία μασίς. Το μασίς αφαιρείται πριν από το σπάσιμο του κελύφους και χρησιμοποιείται μετά από κονιοποίηση ως μπαχαρικό στον αρωματισμό κυρίως των τυριών.

Ο σπόρος έχει χρώμα καφέ και είναι αρκετά μεγάλος και στιλπνός, είναι δε το γνωστό μοσχοκάρυδο που βρίσκουμε στο εμπόριο.

Παλαιότερη ταξινόμηση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Παλαιότερα στο Σύστημα κατά Βέτσταϊν (1935), η οικογένεια των Μυριστικοειδών ανήκε στην τάξη των Πολυκαρπικών (Polycarpicae) η οποία ανήκε στην υφομοταξία των Χωριστοπετάλων (Choripetalae).

Μοσχοκάρυδο[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Μοσχοκάρυδο

Το μοσχοκάρυδο, είναι μπαχαρικό και προέρχεται από τα σπόρια του δέντρου της μοσχοκαρυδιάς. Έχει ωραίο δυνατό και διαπεραστικό άρωμα και έντονη σχεδόν γλυκιά γεύση.

Στην αρχαιότητα το χρησιμοποιούσαν ως θυμίαμα. Κατά το 16ο αιώνα απέκτησε μεγάλη σημασία γιατί ήταν σπάνιο και ακριβό μπαχαρικό και οι Ολλανδοί έμποροι σχεδίαζαν ακόμα και καταστροφές των φυτειών στην Ινδονησία έτσι ώστε να κρατήσουν την τιμή του υψηλή.

Μετά από την συγκομιδή των καρπών της μοσχοκαρυδιάς, τα σπόρια αφαιρούνται και ξεραίνονται στον ήλιο και για περίπου 1,5 μήνα. Στη συνέχεια το ξερό κέλυφος σπάζεται και μαζεύεται η ψίχα. Τα μοσχοκάρυδα είναι στρογγυλά, έχουν χρώμα γκριζωπό και η επιφάνεια τους είναι ρυτιδωμένη. Περιέχουν αιθέρια έλαια σε ποσότητα περίπου 10%.

Το μοσχοκάρυδο χρησιμοποιείται στη ζαχαροπλαστική, στην αρτοποιία, στη μαγειρική, στον αρωματισμό των λουκάνικων και κρεάτων, σε διάφορες σάλτσες αλλά και λικέρ.

Από τη σύνθλιψη του βγαίνει έλαιο που ονομάζεται βούτυρο του μοσχοκάρυδου. Έχει χρήσεις στη φαρμακευτική στη σαπωνοποιία και την αρωματοποιία.