Μοναστήρι της Ρίλα

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Συντεταγμένες: 42°7′59″N 23°20′25″E / 42.13306°N 23.34028°E / 42.13306; 23.34028

Μνημείο Παγκόσμιας
Κληρονομιάς της UNESCO
Μοναστήρι της Ρίλα
Επίσημο όνομα στον κατάλογο μνημείων Π.Κ.
Rilamon-lazarov-3.JPG
Χώρα μέλος Flag of Bulgaria.svg Βουλγαρία
Τύπος Πολιτισμικό
Κριτήρια vi
Ταυτότητα 216
Περιοχή Ευρώπη και Βόρεια Αμερική
Ιστορικό εγγραφής
Εγγραφή 1983 (7η συνεδρίαση)

Το Μοναστήρι του Αγίου Ιωάννη της Ρίλα, γνωστό και απλά ως Μοναστήρι της Ρίλα (βουλγ. Рилски манастир, Rilski manastir) είναι η μεγαλύτερη και πιο φημισμένη ορθόδοξη μονή στη Βουλγαρία. Βρίσκεται στα Όρη Ρίλα, σε ύψος 1.147 μέτρων και 117 χιλιόμετρα νότια της πρωτεύουσας, Σόφιας, στη βαθειά κοιλάδα του ποταμού Ρίλσκα. Το μοναστήρι έχει πάρει το όνομά από τον ιδρυτή του, τον ερημίτη Ιωάννη (Ιβάν) της Ρίλα (876 - 946 μ.Χ. Ολόκληρο το συγκρότημα της μονής καταλαμβάνει μια έκταση 8.800 και αποτελείται από μια μονόκλιτη βασιλική, κελιά όπου μένουν οι μοναχοί και έναν πύργο.

Το μοναστήρι ιδρύθηκε το 10ο αιώνα και αποτελεί ένα από τα πιο σημαντικά πολιτισμικά, ιστορικά και αρχιτεκτονικά μνημεία της Βουλγαρίας και σημαντικό τουριστικό αξιοθέατο τόσο για τη Βουλγαρία, όσο και για τη Νότια Ευρώπη. Το 1976 ανακηρύχθηκε εθνικό ιστορικό μνημείο της Βουλγαρίας και το 1983 χαρακτηρίστηκε από την UNESCO ως Μνημείο Παγκόσμιας Κληρονομιάς[1]. Από το 1991 υπάγεται εξ' ολοκλήρου στην Ιερά Σύνοδο του Πατριαρχείου Βουλγαρίας. Το 2008 προσέλκυσε 900.000 επισκέπτες. Το μοναστήρι απεικονίζεται στην πίσω όψη του χαρτονομίσματος του 1 λεβ, που εκδόθηκε το 1999.

Ιστορία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το εσωτερικό προαύλιο της μονής

Σύμφωνα με την παράδοση, τη μονή ίδρυσε ο ερημίτης Άγιος Ιωάννης της Ρίλας, από τον οποίο και πήρε το όνομά της, κατά την περίοδο του Τσάρου Πέτρου Α' (927-968). Ο ερημίτης ζούσε, στην πραγματικότητα, σε μια σπηλιά χωρίς υλικά αγαθά κοντά στο μοναστήρι, το οποίο χτίστηκε από τους μαθητές του. Τα λείψανά του φυλάσσονται στη μονή.

Η μονή πάντοτε υποστηριζόταν και ήταν σεβαστή από τους Βούλγαρους άρχοντες. Μεγάλες δωρεές έγιναν από όλους σχεδόν τους τσάρους της Δεύτερης Βουλγαρικής Αυτοκρατορίας μέχρι την Οθωμανική Κατάκτηση, καθιστώντας το μοναστήρι το πολιτισμικό και πνευματικό κέντρο της βουλγαρικής εθνικής συνείδησης, που έφτασε στο απόγειό του από το 12ο ως το 14ο αιώνα. Στην τωρινή της θέση η μονή αναστηλώθηκε το πρώτο μισό του 14ου αιώνα από τον Χρέλιο Ντραγκόλοφ, ντόπιο φεουδάρχη υπό Σερβική επικυριαρχία. Τα παλαιότερα κτίρια στο συγκρότημα χρονολογούνται από αυτή την περίοδο - ο Πύργος του Χρέλια (1334 - 1335) και μια μικρή εκκλησία ακριβώς δίπλα του (1343). Στην εποχή αυτή ανήκουν επίσης ο θρόνος του επισκόπου και οι πλούσια σκαλισμένες πύλες του μοναστηριού. Ωστόσο την άφιξη των Οθωμανών στο τέλος του 14ου αιώνα ακολούθησαν πολυάριθμες επιδρομές και η καταστροφή του μοναστηριού στα μέσα του 15ου αιώνα.

Χάρη σε δωρεές της Σουλτάνας Μάρα Μπράνκοβιτς, της Ρωσικής Ορθόδοξης Εκκλησίας και πιο συγκεκριμένα του Ρωσικού Μοναστηριού στο Άγιο Όρος, η Μονή της Ρίλα ανακατασκευάστηκε στα τέλη του 15ου αιώνα από τρεις αδελφούς από την περιοχή του Κιουστεντίλ. Με ενέργειες της Σουλτάνας Μάρας Μπράνκοβιτς τα λείψανα του Ιωάννη της Ρίλα μεταφέρθηκαν από το Τάρνοβο στο νέο συγκρότημα το 1469.

H Μονή αποτέλεσε θύλακα του βουλγαρικού πολιτισμού και γλώσσας κατά την περίοδο της ξένης κυριαρχίας. Κατά την εποχή της Βουλγαρικής Εθνικής Αναγέννησης (18ος - 19ος αιώνας) καταστράφηκε από φωτιά το 1833 και ανοικοδομήθηκε και πάλι μεταξύ 1834 και 1862 με χρήματα εύπορων πολιτών της χώρας, υπό το διάσημο αρχιτέκτονα Αλέξι Ρίλετς. Η ανέγερση των κτιρίων διαμονής άρχισε το 1816, ενώ το 1844 προστέθηκε ένα καμπαναριό δίπλα στον Πύργο του Χρέλιου. Ο Νεόφυτος της Ρίλα ίδρυσε αυτή την περίοδο μια σχολή στο μοναστήρι. Το μοναστήρι είναι γνωστό ως κρησφύγετο Βούλγαρων επαναστατών, όπως ο Βασίλ Λέβσκι, ο Γκότσε Ντέλτσεφ, ο Πέγιο Γιαβόροφ και άλλοι. Το μοναστηριακό συγκρότημα, θεωρούμενο ένα από τα μεγαλύτερα αριστουργήματα της αρχιτεκτονικής της Βουλγαρικής Εθνικής Αναγέννησης, ανακηρύχθηκε εθνικό ιστορικό μνημείο το 1976 και Μνημείο Παγκόσμιας Κληρονομιάς της UNESCO, το 1983.α[1].

Στις 25 Μαΐου 2002, ο Πάπας Ιωάννης Παύλος Β' επισκέφτηκε το μοναστήρι κατά τη διάρκεια του προσκυνήματός του στη Βουλγαρία και το Αζερμπαϊτζάν, προβαίνοντας παράλληλα σε μια δήλωση για την πλήρη απαλλαγή της Βουλγαρίας από οποιοδήποτε ρόλο στην απόπειρα δολοφονίας εις βάρος του το 1981[2][3].

Αρχιτεκτονική[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το όλο συγκρότημα καταλαμβάνει μια έκταση 8.800 τ.μ. με μορφή ορθογωνίου, που επικεντρώνεται γύρω από την εσωτερική αυλή (3.200 τ.μ.), όπου βρίσκονται ο πύργος και η κεντρική εκκλησία.

Κεντρική Εκκλησία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η κεντρική εκκλησία του μοναστηριού χτίστηκε στα μέσα του 19ου αιώνα. Αρχιτέκτονάς της είναι ο Πάβελ Ιωάννοφ, που εργάστηκε για αυτή από το 1834 ως το 1837. Η εκκλησία έχει πέντε τρούλους, τρεις άγιες τράπεζες και δυο πλαϊνά παρεκκλήσια, ενώ ένα από τα πολυτιμότερα στοιχεία στο εσωτερικό είναι το επίχρυσο εικονοστάσι, περίφημο για την ξυλογλυπτική του, για το οποίο εργάστηκαν τέσσερις τεχνίτες επί πέντε χρόνια. Οι νωπογραφίες, που ολοκληρώθηκαν το 1946, είναι έργο πολλών καλλιτεχνών από το Μπάνσκο, το Σάμοκοβ και το Ράζλογκ, ανάμεσά τους οι διάσημοι αδελφοί Ζαχάρι και Ντιμιτάρ Ζόγκραφ. Η εκκλησία στεγάζει επίσης πολλές πολύτιμες εικόνες, που χρονολογούνται από το 14ο ως το 19ο αιώνα. Οι στοές στην αυλή έχουν επιρροές από τους Μαμελούκους με τη ριγωτή ζωγραφική και τους θόλους, που έγιναν δημοφιλέστερες στην Οθωμανική Αυτοκρατορία μετά την κατάκτηση της Αιγύπτου. Είναι πραγματικά αξιόλογο θέαμα. Στην εκκλησία βρίσκεται και το κενοτάφιο (υπάρχει εκεί μόνο η καρδιά του) του Τσάρου Μπόρις Γ΄ της Βουλγαρίας. Στο εσωτερικό της κεντρικής εκκλησίας απαγορεύεται η λήψη φωτογραφιών και βίντεο.

Τμήμα διαμονής[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το τετραώροφο (χωρίς το υπόγειο) κτίριο διαμονής του συγκροτήματος αποτελείται από 300 δωμάτια, τέσσερα παρεκκλήσια, ένα αρχονταρίκι, μια κουζίνα (γνωστή για τα ασυνήθιστα μεγάλα σκεύη της) και μια βιβλιοθήκη, που περιέχει 250 χειρόγραφα και 9.000 παλιά έντυπα. Το εξωτερικό του συγκροτήματος, με τους ψηλούς πέτρινους τοίχους και τα μικρά παράθυρα μοιάζει περισσότερο με φρούριο, παρά με μοναστήρι.

Μοναστηριακό μουσείο[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το μουσείο του Μοναστηριού της Ρίλα φημίζεται ιδιαίτερα για το Σταυρό του Ραφαήλ, ένα ξύλινο σταυρό φτιαγμένο από ένα κομμάτι ξύλου (81 Χ 43 εκ.). Σκαλίστηκε από ένα μοναχό, ονόματι Ραφαήλ, με τη χρήση λεπτού κοπιδιού και μεγεθυντικών φακών για την αναπαραγωγή 140 θρησκευτικών σκηνών και 650 μορφών σε μικρογραφία. Η εργασία για το καλλιτέχνημα αυτό κράτησε δώδεκα χρόνια, πριν ολοκληρωθεί το 1802, οπότε ο μοναχός έχασε το φως του. Μέσα στο μουσείο απαγορεύεται η λήψη φωτογραφιών και βίντεο.

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Βιβλιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Emil Ivanov: Das Bildprogramm des Narthex im Rila-Kloster in Bulgarien unter besonderer Berücksichtigung der Wasserweihezyklen, Diss., Erlangen, 2002.
  • Emil Ivanov: Rila-Kloster, Artikel: RGG4, Bd. 7, 2007, Sp. 520.

Εξωτερικοί σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Commons logo
Τα Wikimedia Commons έχουν πολυμέσα σχετικά με το θέμα