Μεγάλος σεισμός της Βαλδίβια (1960)

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Το επίκεντρο του σεισμού

Ο μεγάλος σεισμός της Χιλής (ισπανικά: Gran terremoto de Chile) συνέβη στις 22 Μαΐου του 1960 και είναι ο ισχυρότερος σεισμός που έχει καταγραφεί μέχρι σήμερα, με μέγεθος 9,5 στην κλίμακα μεγέθους ροπής (moment magnitude scale, MMS).[1] Ο σεισμός έγινε τις απογευματινές ώρες (19:11 GMT, 14:11 τοπική ώρα) και το τσουνάμι που προκάλεσε έγινε αισθητό στην νότια Χιλή, τη Χαβάη, την Ιαπωνία, τις Φιλιππίνες, την ανατολική Νέα Ζηλανδία, τη νοτιοανατολική Αυστραλία, καθώς και στα Αλεούτια νησιά της Αλάσκα.

Το επίκεντρο του σεισμού καταγράφηκε κοντά στην περιοχή Κανιέτε, 900 χιλιόμετρα νότια από το Σαντιάγο. Αν και η μεγαλύτερη εγγύτερη πόλη ήταν το Τεμούκο, η πόλη με τις μεγαλύτερες καταστροφές ήταν η Βαλδίβια. Ο σεισμός προκάλεσε τοπικά τσουνάμι που επεκτάθηκαν κατά μήκος της χιλιανής ακτογραμμής με ύψος κυμάτων ως και 25 μέτρα. Το κύριο τσουνάμι ταξίδεψε στον Ειρηνικό ωκεανό και έπληξε το Χίλο στη Χαβάη, ενώ σε απόσταση 10.000 χλμ. από το επίκεντρο καταγράφηκαν κύματα με ύψος 10,7 μέτρα.

Ο συνολικός απολογισμός σε ανθρώπινες απώλειες και οικονομική καταστροφή δεν είναι ακριβής. Έχουν δημοσιευτεί διάφορες εκτιμήσεις για τον αριθμό των νεκρών από τον σεισμό και τα τσουνάμι ενώ το USGS αναφέρει μελέτες με αριθμούς νεκρών από 2.231, 3.000, ή 5.700 άτομα.[2] Ενώ μια άλλη πηγή αναφέρει εκτίμηση για 6.000 νεκρούς.[3] Το κόστος της καταστροφής έχει εκτιμηθεί από διάφορες πηγές μεταξύ 400 εκατομμύρια έως 800 εκατομμύρια δολάρια ΗΠΑ[2] ή 2,9 έως 5,8 δισεκατομμύρια δολάρια ΗΠΑ με προσαρμογή σε τιμές του 2010.

Σεισμική ανάπτυξη[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Παγκόσμια σεισμική έκλυση ενέργειας από το 1906 έως το 2005, το γράφημα δείχνει ότι σχεδόν το 25% της ενέργειας προέρχεται μόνο από τον Μεγάλο σεισμό της Χιλής.
Ένας δρόμος στην Βαλδίβια μετά τον σεισμό στις 22 Μαΐου 1960

Ο μεγάλος σεισμός της Χιλής ακολούθησε έναν μικρότερο σεισμό στην επαρχία Αράουκο, ο οποίος έγινε στις 21 Μαΐου του 1960 στις 6:02 το πρωί. Οι τηλεπικοινωνίες στη νότια χώρα διακόπηκαν και ο πρόεδρος Χόρχε Αλεσάντρι ακύρωσε την παραδοσιακή γιορτή της μάχης του Ικίκε, ώστε να επιβλέψει τις προσπάθειες παροχής βοήθειας. Η κυβέρνηση είχε μόλις αρχίσει να οργανώνει την υποστήριξη στις πληγείσες περιοχές, όταν ο δεύτερος σεισμός συνέβη στις 22 Μαΐου το μεσημέρι, 14:11 τοπική ώρα.

Μία αλληλουχία σεισμών, εκρήξεων ηφαιστείων και παλιρροϊκών κυμάτων είχαν ως αποτέλεσμα κοσμογονικές και απερίγραπτες καταστροφές. Ο σεισμός επηρέασε όλη τη Χιλή μεταξύ της Τάλκα και του νησιού Τσιλοέ, έκταση μεγαλύτερη από 400.000 τετρ.χλμ. Παράκτια χωριά, όπως το Τολτέν, εξαφανίστηκαν. Στα αλλεπάλληλα φιόρδ που σχηματίζουν τις ανατολικές ακτές του Ειρηνικού εκατοντάδες μικρά νησιά καταποντίστηκαν, ενώ άλλα ξεπήδησαν από τον βυθό του ωκεανού. Νέα ηφαίστεια γεννήθηκαν. Λίμνες εξαφανίστηκαν για πάντα στα έγκατα της γης.

Μετέπειτα μελέτες υποστήριξαν ότι ο σεισμός είχε στην πραγματικότητα 37 επίκεντρα κατά μήκος μίας γραμμής 1.350 χλμ. μήκους μεταξύ βορρά και νότου και διήρκεσε από τις 22 Μαΐου ως και τις 6 Ιουνίου.[4] Στην περιοχή Κοράλ, το βασικό λιμάνι της Βαλδίβια, η στάθμη των υδάτων ανέβηκε κατά 4 μέτρα πριν αρχίσει να κατέρχεται, ενώ στις 16:20 της ημέρας του σεισμού η ακτογραμμή μεταξύ της Κονσεπσιόν και της Τσιλοέ χτυπήθηκε από ένα κύμα ύψους 8 μέτρων. Δέκα λεπτά αργότερα καταγράφηκε κύμα ύψους 10 μέτρων.

Εκατοντάδες άνθρωποι είχαν ήδη αναφερθεί ως νεκροί όταν χτύπησε το τσουνάμι. Το πλοίο Ελ Κανέλο βυθίστηκε μετά από μία διαδρομή 1,5 χλμ. στον ποταμό Βαλδίβια. Ιστορικά ισπανικά οχυρά της αποικιοκρατικής περιόδου καταστράφηκαν ολοσχερώς, ενώ οι καθιζήσεις κατέστρεψαν κτίρια, βάθυναν τις κοίτες των ποταμών, και δημιούργησαν βάλτους στις περιοχές Ρίο Κρούσες και Τσοροκομάγιο. Εκτεταμένες περιοχές της πόλης Βαλδίβια πλημμύρισαν, ενώ τα ηλεκτρικά δίκτυα και τα δίκτυα ύδρευσης της πόλης καταστράφηκαν. Μαρτυρίες ανέφεραν ότι υπόγεια νερά ανάβλυζαν στην επιφάνεια μέσα από το έδαφος. Ο ποταμός μετέφερε τις επόμενες μέρες ιζήματα από κατολισθήσεις και στα νερά επέπλεαν υπολείμματα της καταστροφής, ακόμα και ολόκληρα σπίτια. Η έλλειψη πόσιμου νερού αποτέλεσε βασικό πρόβλημα.

Ο σεισμός δεν ήταν αισθητός σε όλη την περιοχή με την ίδια ένταση. Με βάση την κλίμακα Μερκάλι, περιοχές με τεκτονικές πιέσεις είχαν μεγαλύτερες καταστροφές. Οι δύο πιο έντονα πληγείσες περιοχές ήταν αυτές της Βαλδίβια και του Πουέρτο Οκτάι κοντά στη βορειοδυτική ακτή της λίμνης Γιανκίουε. Η συνολική εικόνα των καταστροφών δείχνει ότι το Πουέρτο Οκτάι ήταν το κέντρο μίας ελλειπτικής περιοχής στον άξονα βορρά-νότου, στην οποία η ένταση του σεισμού ήταν μέγιστη, αν δεν συνυπολογιστεί η λεκάνη του ποταμού Βαλδίβια.

Δύο μέρες μετά το σεισμό, η ηφαιστειακή εστία του Κορδόν Κάουγιε, κοντά στο ηφαίστειο Πουγιέγουε, εξερράγη. Είναι πιθανό να ακολούθησαν και εκρήξεις άλλων ηφαιστείων, αλλά λόγω της απουσίας επικοινωνιών δεν ήταν δυνατό να καταγραφούν.

Ο σχετικά μικρός αριθμός των θυμάτων (6.000) αποδίδεται κυρίως στη χαμηλή πυκνότητα του πληθυσμού, αλλά και στην ισχύ των κατασκευών, καθώς για τα κτίρια είχε προβλεφθεί ότι η χώρα είναι σεισμικά ιδιαίτερα ενεργή. Επίσης, αναφέρεται ο μεγάλος αριθμός ξύλινων σπιτιών, καθώς και το γεγονός ότι οι παράκτιες πόλεις ήταν χτισμένες σε υψηλότερο έδαφος, λόγω μίας προ-αποικιακής παράδοσης. Περίπου 45 πόλεις και χωριά καταστράφηκαν ολοσχερώς, ενώ οι άστεγοι υπολογίστηκαν σε εκατοντάδες χιλιάδες.

Τεκτονική ερμηνεία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο σεισμός θεωρείται σεισμός ώθησης ως συνέπεια της απελευθέρωσης των μηχανικών τάσεων της υποβυθιζόμενης τεκτονικής πλάκας Νάσκα κάτω από τη Νότια Αμερικανική τεκτονική πλάκα. Το εστιακό βάθος ήταν σχετικά ρηχό, υπολογιζόμενο στα 33 χλμ., σε σύγκριση με τα αντίστοιχα βάθη σεισμών της περιοχής της βόρειας Χιλής και της Αργεντινής που υπολογίζονται στα 70 χλμ. Η ζώνη διάρρηξης του σεισμού είχε μήκος 800 χλμ., από την Τάλκα (σε 35° γ.π.) ως το αρχιπέλαγος της Τσιλοέ (στις 43° γ.π.). Η ταχύτητα διάρρηξης έχει υπολογιστεί σε 3,5 χλμ ανά δευτερόλεπτο.[5]

Συνοδά φυσικά φαινόμενα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Κατολισθήσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο σεισμός πυροδότησε ένα πλήθος κατολισθήσεων, κυρίως στις παγετωνικές κοιλάδες των Άνδεων. Στην οροσειρά των Άνδεων οι περισσότερες έγιναν σε δασικές πλαγιές και γύρω από το ρήγμα Λικίνιε-Όφκι. Ορισμένες από αυτές τις περιοχές έχουν σχετικά αραιή βλάστηση ενώ άλλες έχουν φυσικές δομές χαμηλών θάμνων. Αυτές οι κατολισθήσεις δεν επέφεραν ανθρώπινες απώλειες ούτε καταστροφές, καθώς οι περιοχές ήταν κυρίως ακατοίκητες με φτωχό οδικό δίκτυο. Μία όμως κατολίσθηση επέφερε τη φραγή της απορροής της λίμνης Ρινίουε, προκαλώντας συναγερμό και καταστροφές από την υπερχείλιση του υδατικού δικτύου.

Τσουνάμι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Παλιρροϊκά κύματα με ύψος ακόμα και τα 25 μέτρα χτύπησαν τις ακτές της Χιλής, ενώ το κύριο τσουνάμι με ταχύτητα 400 μιλίων διέσχισε μέσα σε 15 ώρες τον Ειρηνικό ωεκανό, για να πλήξει τη δυτική ακτή των Η.Π.Α., τη Χαβάη, όπου βρήκαν το θάνατο 61 άνθρωποι στο Χίλο της Χαβάης, τη Νέα Ζηλανδία, τις Φιλιππίνες, τη Σιβηρία και την Ιαπωνία. Ακόμα και σε απόσταση 10.000 χλμ. από το επίκεντρο (Ιαπωνία και Φιλιππίνες) καταγράφηκαν κύματα με ύψος ως και 11 μέτρα. Στην Ιαπωνία, το διήμερο 23-24 Μαΐου, εκατό άτομα έχασαν τη ζωή τους και 50.000 έμειναν άστεγα.

Υπερχείλιση της λίμνης Ρινίουε[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Κατά τον σεισμό σημειώθηκαν αρκετές κατολισθήσεις δυτικά του όρους Τραλκάν, οι οποίες έφραξαν τη φυσική απορροή της λίμνης Ρινίουε. Η λίμνη αυτή είναι η χαμηλότερη από μία αλυσίδα επτά λιμνών και δέχεται μία σταθερή εισροή από τον ποταμό Ένκο. Η απορροή της γίνεται μέσω του ποταμού Σαν Πέδρο, ο οποίος διέρχεται στη συνέχειά του από αρκετούς οικισμούς και την πόλη της Βαλδίβια, πριν εκβάλλει στον κόλπο των Κοραλλιών.

Η φραγή του ποταμού από τις κατολισθήσεις είχε ως συνέπεια τη ραγδαία αύξηση της στάθμης της λίμνης Ρινίουε. Κάθε μέτρο αύξησης της στάθμης αντιστοιχούσε στη συσσώρευση 20 εκατομμυρίων κυβικών μέτρων νερού στη λίμνη. Η διοχέτευση πλέον της υπερχειλισμένης λίμνης στον ποταμό Σαν Πέδρο, ο οποίος είχε χωρητικότητα ροής μόλις 400 κυβικών μέτρων, θα ήταν καταστροφική, σε περίπτωση που η στάθμη ξεπερνούσε το ύψος των 24 μέτρων του φράγματος. Μία πιθανή θραύση του φράγματος ή υπερχείλιση θα προκαλούσε πλημμύρα όλων των περιοχών και οικισμών κατά μήκος της ροής του ποταμού σε διάστημα μικρότερο των 5 ωρών. Υπολογίστηκε ότι στην επικίνδυνη περιοχή κατοικούσαν περίπου 100.000 άνθρωποι, ενώ καταστρώθηκαν σχέδια εκκένωσης της Βαλδίβια, αν και αρκετοί κάτοικοι έφυγαν από μόνοι τους. Για να αποφευχθεί η καταστροφή της πόλης, στρατιωτικές δυνάμεις και πολίτες ξεκίνησαν μία προσπάθεια, η οποία έμεινε γνωστή με τον όρο Ρινιουάσο, για να ελέγξουν τη στάθμη της λίμνης.

Ηφαιστειακή έκρηξη στο Κορδόν Κάουγιε[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στις 24 Μαίου, 38 ώρες μετά το σεισμό, η ηφαιστειακή εστία του Κορδόν Κάουγιε ξεκίνησε να εκρήγνυται. Η εστία βρίσκονταν μεταξύ δύο αραιοκατοικημένων και απομονωμένων κοιλάδων των Άνδεων, και η έκρηξη δεν είχε ιδιαίτερα πολλούς μάρτυρες, ενώ δε δόθηκε ιδιαίτερη δημοσιότητα λόγω των καταστροφικών συνεπειών του σεισμού. Η έκρηξη δημιούργησε μία ρηγματική σχισμή μήκους 5,5 χλμ. με 21 ανεξάρτητες εστίες ροών λάβας και τέφρας. Η έκρηξη ολοκληρώθηκε στις 22 Ιουλίου.

Συνέπειες[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ίδρυση επιτροπής διαχείρισης κρίσεων[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Μετά το σεισμό του 1960 σχηματίστηκε μία εθνική επιτροπή στη Χιλή για την αντιμετώπιση των συνεπειών καταστροφικών σεισμών. Η επιτροπή αυτή μετά την ολοκλήρωση του έργου της δεν διαλύθηκε και μετονομάστηκε το 1974 σε ΟΝΕΜΙ (Oficina Nacional de Emergencia del Ministerio del Interior - Εθνική Επιτροπή Έκτακτων Καταστάσεων του Υπουργείου Εσωτερικών), ενώ με νόμο αποτελεί από τότε ανεξάρτητη κρατική υπηρεσία της χώρας.

Η ΟΝΕΜΙ έχει ως στόχο την οργάνωση και τον συντονισμό της αντιμετώπισης φυσικών καταστροφών, καθώς και την παροχή και διαχείριση της πληροφορίας σχετιά. Παράλληλα, η ΟΝΕΜΙ συνεργάζεται με άλλες κρατικές αρχές και υπηρεσίες αρμόδιες για συναφή θέματα, όπως η CONAF (αρμόδια για το δασικό πλούτο και την άγρια ζωή) και η OVDAS (αρμόδια για την παρακολούθηση της ηφαιστειακής δραστηριότητας).

Επιπτώσεις στη Βαλδίβια[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ως προς τις επιπτώσεις του σεισμού στους αστικούς ιστούς της χώρας, εκτιμάται ότι περίπου το 40% των σπιτιών στη Βαλδίβια καταστράφηκαν με το σεισμό, αφήνοντας έτσι περίπου 20.000 ανθρώπους άστεγους. Οι περισσότερο πληγείσες κατασκευές ήταν οι κατασκευασμένες από σκυρόδεμα, συχνά λόγω της απουσίας αντισεισμικής θωράκισης. Τα παραδοσιακά ξύλινα σπίτια αντέδρασαν καλύτερα και πολλά από αυτά παρέμειναν μεν ακατοίκητα, πλην όμως χωρίς να καταρρεύσουν. Επίσης, οι κατασκευές που βρίσκονταν σε τεκτονικές ανωφέρειες επλήγησαν περισσότερο από αυτές σε χαμηλά ύψη ή βαθύπεδα. Αρκετά τετράγωνα στο κέντρο του αστικού ιστού της Βαλδίβια με κατεστραμμένα κτίρια παρέμειναν άδεια ακόμα και τις δεκαετίες του 1990 και του 2000, ενώ αρκετά χρησιμοποιούνται σήμερα ως υπαίθριοι χώροι στάθμευσης. Τέτοια τετράγωνα είχαν πριν από το σεισμό σύγχρονα για την εποχή τους κτίρια από σκυρόδεμα, τα οποία είχαν κατασκευαστεί μετά τη μεγάλη πυρκαγιά του 1909.

Η ευρύτερη αστική ανάπτυξη της πόλης ανακόπηκε από την καταστροφή της μικρής αλλά σημαντικής γέφυρας Κάου-Κάου, η οποία δεν ανακατασκευάστηκε, ενώ οι υπόλοιπες γέφυρες είχαν μικρές ζημιές. Οι κατολισθήσεις στον κόλπο των Κοραλλιών ευνόησαν τη ναυσιπλοΐα, καθώς η ιζηματογενής σύσταση των ακτών πριν τον σεισμό τροφοδοτούσε συνεχώς τον πυθμένα με υλικά που μείωναν το βάθος του κόλπου.

Ο σεισμός και η υποβάθμιση της πόλης σε ένα επαρχιακό κέντρο από πρότερη μητρόπολη της νότιας χώρας παρουσιάζονται στο βάθος της ιστορίας της περιοχής ως η ολοκλήρωση της παρακμής μίας μακρόχρονης παράλληλα οικονομικής κρίσης που ξεκίνησε από τις αλλαγές στις θαλάσσιες εμπορικές διαδρομές λόγω της επέκτασης των σιδηροδρόμων στη νότια χώρα και τη διάνοιξης της διώρυγας του Παναμά το 1911. Η βιομηχανική δραστηριότητα στη Βαλδίβια, η οποία κυριαρχούνταν από τους Γερμανούς, υποβαθμίστηκε περισσότερο με τη διαφυγή κεφαλαίων και μετανάστευση ανθρώπινου δυναμικού μετά τον σεισμό. Οι εγκαταστάσεις πολλών βιομηχανικών μονάδων καταστράφηκαν και δεν επαναλειτούργησαν ποτέ.

Συνολικά οι υλικές ζημιές άγγιξαν τα 500.000.000 δολάρια, περίπου το ήμισυ του κρατικού προϋπολογισμού του 1960. Το 1974 η έδρα της επαρχιακής πρωτεύουσας μεταφέρθηκε από τη Βαλδίβια στο Πουέρτο Μοντ κατά την αναδιοργάνωση της διοικητικής δομής όλης της χώρας από τη νεοσύστατη στρατιωτική κυβέρνηση του Αουγούστο Πινοσέτ. Μέχρι τότε η Βαλδίβια είχε πρωταρχικό διοικητικό ρόλο ως επαρχιακό κέντρο από το 16ο αιώνα. Το 2007 όμως, με τη δημιουργία της περιφέρειας Λος Λάγος, η πόλη επανέκτησε τον τίτλο της επαρχιακής πρωτεύουσας και έδρας των τοπικών διοικητικών υπηρεσιών.

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. U.S. Geological Survey (7 March 2006). Historic Earthquakes - Chile - 1960 May 22 19:11:14 GMT- Magnitude 9.6: The Largest Earthquake in the World. Retrieved on 2007-01-09
  2. 2,0 2,1 «The Largest Earthquake in the World - Articles». U.S. Geological Survey. http://neic.usgs.gov/neis/eq_depot/world/1960_05_22_articles.html. Ανακτήθηκε στις 2007-01-11. 
  3. «Emergency & Disasters Data Base». Centre for Research on the Epidemiology of Disasters (CRED). http://www.em-dat.net. Ανακτήθηκε στις 2007-01-09. 
  4. La Tercera[νεκρός σύνδεσμος] Retrieved on 2008-01-14
  5. Hiroo Kanamori and Jogn J. Cipar. Focal process of the great Chilean earthquake May 22, 1960 Physics of the Earth and Planetary Interiors. 1974.