Μίδας

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Πίνακας του Walter Crane του 1893 που απεικονίζει την μεταμόρφωση της κόρης του σε χρυσό, όταν ο Μίδας την άγγιξε.

Στην ελληνική μυθολογία, ο Μίδας ήταν βασιλιάς της Φρυγίας. Ήταν γνωστός για την ικανότητά του να μετατρέπει σε χρυσάφι ο,τιδήποτε άγγιζε. Ο Ηρόδοτος γράφει ότι είχε αφιερώσει έναν θρόνο στους Δελφούς πριν από τον Γύγη, δηλαδή λίγο πριν ή λίγο μετά το 700 π.Χ. Ήταν γιος του Γόρδιου, ενός φτωχού αγρότη, απογόνου του μακεδονικού βασιλικού γένους των Βριγών που μετανάστευσε στη Μικρά Ασία και έγινε βασιλιάς του Γορδίου ή Γορδίειου, παλιάς πρωτεύουσας της Φρυγίας στον άνω ρου στον ποταμού Σαγγάριου. Ανέβηκε στο θρόνο επειδή επιβεβαίωσε το χρησμό του Μαντείου, που έλεγε ότι ο μελλοντικός βασιλιάς θα ερχόταν πάνω σε ένα κάρο. Στο ζυγό του κάρου αυτού υπήρχε ένα σχοινί δεμένο σε κόμπο το οποίο έκοψε ο Μέγας Αλέξανδρος, όταν πήγε στο Γόρδιο.
Γυναίκα του Μίδα ήταν η Ερμοδίκη ή Δημοδίκη, κόρη του Αγαμέμνονα, βασιλιά της αιολικής Κύμης.
Ο Μίδας φημιζόταν για τη σοφία, την ευσέβεια και τα πλούτη του. Ήταν μεταξύ εκείνων που θέσπισαν τη λατρεία της θεάς Κυβέλης. Στα μέσα του 7ου αιώνα π.Χ. οι Κιμμέριοι εισέβαλαν στη Φρυγία και κατέλυσαν το βασίλειο του Μίδα, ο οποίος από τη λύπη του αυτοκτόνησε. Όταν οι Φρύγες εξεδίωξαν τους Κιμμέριους, έφτιαξαν τον τάφο του Μίδα ανάμεσα στον Πρυμνησό και το Μίδαιο. Πάνω στον τάφο υπάρχει μια επιγραφή σε γλώσσα συγγενή με την ελληνική όπου αναφέρεται το όνομα του Μίδα. Επίσης τον λάτρευαν ως γιό της θεάς Κυβέλης.

Το άγγιγμα του Μίδα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Ηρόδοτος γράφει για τον Μίδα ότι είχε έναν κήπο στην κοιλάδα κάτω από το όρος Βέρμιο με εξηντάφυλλα τριαντάφυλλα εξαιρετικής ευωδίας και με μια πηγή με δροσερό νερό, το οποίο ο Μίδας ανακάτεψε με κρασί και το πρόσφερε στον Σιληνό, θεότητα του κρασιού και συγγενή του Διονύσου, τον οποίο φιλοξενούσε επί δέκα μέρες. Ήθελε να τον μεθύσει για να μάθει τα μυστικά της σοφίας του. Οι Φρύγες έχουν έναν παρόμοιο μύθο όπου η πηγή τοποθετείται στο Θύμβριο της Φρυγίας, αναφέρουν δε ότι όταν ο Σιληνός αποκάλυψε τα μυστικά του στον Μίδα, εκείνος την ενδέκατη μέρα τον οδήγησε κοντά στο Διόνυσο.
Ευχαριστημένος ο θεός του είπε ότι μπορούσε να ζητήσει οποιαδήποτε ανταμοιβή. Ο Μίδας ζήτησε να μετατρέπεται σε χρυσάφι ο,τιδήποτε άγγιζε. Αρχικά ο Μίδας απέκτησε μεγάλη δύναμη από την ικανότητά του αυτή, αργότερα όμως κατανόησε τη λανθασμένη επιλογή του, όταν, ακόμα και το φαγητό που έτρωγε, γινότανε χρυσάφι, και παρακάλεσε το Διόνυσο να τον απαλλάξει από αυτό. Ακολουθώντας τη συμβουλή του θεού, ο Μίδας πήγε στον ποταμό Πακτωλό και με το που άγγιξε τα νερά, η δύναμή του πέρασε στον ποταμό και από τότε ο ποταμός Πακτωλός ανέβλυζε χρυσάφι.

Τα γαϊδουρινά αυτιά[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Κάποτε, ο Πάνας είχε το θράσος να συγκρίνει τον εαυτό του σε μουσική ικανότητα με τον Απόλλωνα κι έτσι αποφάσισαν να αναμετρηθούν. Κριτής μπήκε ο Τμώλος και στην αναμέτρηση έτυχε να είναι παρών και ο Μίδας. Ο Πάνας έπαιξε μουσική με τον αυλό του και ο Απόλλων με τη λύρα του. Ο Τμώλος μεμιάς έδωσε τη νίκη στον Απόλλωνα, αλλά ο Μίδας δε συμφώνησε κι έτσι ο Απόλλων του «χάρισε» ένα καινούριο ζευγάρι από αυτιά γαϊδάρου για να ακούει καλύτερα την επόμενη φορά.

Ο βασιλιάς Μίδας ντρεπόταν πολύ για τα αυτιά του και προσπάθησε να τα κρύψει με ένα σκούφο. Το μυστικό του φυσικά γνώριζε μόνο ο κουρέας του, ο οποίος όμως επειδή δεν άντεξε, πήγε σ' ένα χωράφι, έσκαψε ένα λάκκο και ψιθύρισε την ιστορία. Μετά σκέπασε το λάκκο με χώμα, κι έφυγε. Στο χώμα όμως φύτρωσαν καλάμια, τα οποία άρχισαν να διαδίδουν την ιστορία με το φύσημα του ανέμου, ότι δηλαδή ο βασιλιάς Μίδας είχε γαϊδουρινά αυτιά, κι έτσι όλοι μάθανε για το πάθημά του.
Την ιστορία αυτή την αναφέρει ο Απολλώνιος ως απόδειξη ότι ο Μίδας κρατούσε από το γένος των Σατύρων.