Λευκάδιος Χερν

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Λευκάδιος Χερν
Πραγματικό όνομα

Πατρίτσιο Λαυκάντιο Τεσίμα Κάρλος Χερν

Λευκάδιος Χερν
Γέννηση 27 Ιουνίου 1850
Τόπος γέννησης Flag of Greece.svgΛευκάδα Επτάνησα Ελλάδα
Θάνατος 26 Σεπτεμβρίου 1904 (54 ετών)
Τόπος θανάτου Flag of Japan.svgΤόκιο Ιαπωνία
Εθνικότητα Ιρλανδός
Υπηκοότητα Ιρλανδική
Είδος Τέχνης συγγραφέας, δημοσιογράφος
Καλλιτεχνικά ρεύματα Ιρλανδική λογοτεχνία

Ο Λευκάδιος Χερν (27 Ιουνίου 1850 - 26 Σεπτεμβρίου 1904) ή Patrick Lafcadio Hearn, γνωστός επίσης με το Γιαπωνέζικο όνομα Κοϊζούμι Γιακούμο (小泉八雲) ήταν διεθνής συγγραφέας, περισσότερο γνωστός για τα βιβλία του για την Ιαπωνία, ιδιαίτερα για τις συλλογές του για τους Ιαπωνικούς θρύλους και ιστορίες φαντασμάτων, όπως το Καϊντάν : Ιστορίες και Μελέτες Παράξενων Πραγμάτων. Στις Ηνωμένες Πολιτείς ο Χερν είναι επίσης γνωστός για τα κείμενά του για την πόλη της Νέας Ορλεάνης, βασισμένα στη δεκαετή διαμονή του στην πόλη.

Ζωή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Πρώτα χρόνια[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Χερν γεννήθηκε στη Λευκάδα, από όπου πήρε και το όνομά του, στις 27 Ιουνίου του 1850. Ήταν γιος του Χειρουργού-Ταγματάρχη Τσαρλς Μπους Χερν (από την Κομητεία Οφαλι της Ιρλανδίας) και της Ρόζας Αντωνίου Κασιμάτη, Ελληνίδας ευγενούς καταγωγής από τα Κύθηρα από τον πατέρα της Αντώνιο Κασιμάτη. Ο πατέρας του υπηρετούσε στη Λευκάδα, κατά τη διάρκεια της Βρετανικής κατοχής των Επτανήσων, όπου ήταν ο πιο υψηλόβαθμος χειρουργός στο σύνταγμά του. Ο Λευκάδιος βαφτίστηκε Πατρίκιος Λευκάδιος Χερν στην Ελληνική Ορθόδοξη Εκκλησία, αλλά φαίνεται ότι στα Αγγλικά ονομαζόταν "Patrick Lefcadio Tessima Charles Hearn" . Οι γονείς του Χερν παντρεύτηκαν με Ελληνικό Ορθόδοξο γάμο στις 25 Νοεμβρίου 1849, μερικούς μήνες αφού η μητέρα του είχε γεννήσει το πρώτο παιδί του ζευγαριού και μεγαλύτερο αδελφό του Χερν, Τζορτζ Ρόμπερτ Χερν, στις 23 Ιουλίου 1849. Ο Τζορτζ Χερν πέθανε στις 17 Αυγούστου 1850, δύο μήνες μετά τη γέννηση του Λευκάδιου. Το σπίτι όπου έζησε ο μικρός Λευκάδιος στα Κύθηρα υπάρχει ακόμα.

Μετανάστευση στην Ιρλανδία, εγκατάλειψη[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Μία πολύπλοκη σειρά διενέξεων και γεγονότων κατέληξαν να μετακομίσει ο Λευκάδιος Χερν από την Ελλάδα στην Ιρλανδία, όπου εγκαταλείφθηκε πρώτα από τη μητέρα του (που τον άφησε στη φροντίδα της θείας του συζύγου της), στη συνέχεια από τον πατέρα του και τελικά από τη θεία του πατέρα του, η οποία είχε οριστεί κηδεμόνας του.

Το 1850 ο πατέρας του Χερν προήχθη σε Υπηρεσιακό Χειρουργό Δεύτερης Τάξης και μετατέθηκε από τη Λευκάδα στης Βρετανικές Δυτικές Ινδίες (στην Καραϊβική). Καθώς η οικογένειά του δεν ενέκρινε το γάμο και ανησυχούσε ότι η σχέση του θα μπορούσε να βλάψει τις προοπτικές για τη σταδιοδρομία του, ο Τσαρλς Χερν δεν ενημέρωσε τους ανωτέρους του για το γιο του ή την έγκυο σύζυγό του και άφησε πίσω του την οικογένειά του. Το 1852 ο Τσαρλς Χερν κανόνισε να στείλει το γιο και τη σύζυγό του να ζήσουν μαζί με την οικογένειά του στο Δουβλίνο της Ιρλανδίας, όπου έτυχαν ψυχρής υποδοχής. Η μητέρα του Τσαρλς Χερν, Ελίζαμπεθ Χολμς Χερν, δυσκολευόταν να αποδεχθεί τον Καθολικισμό της Ρόζας Χερν και την έλλειψή παιδείας της (ήταν αναλφάβητη και δε μιλούσε καθόλου αγγλικά). Και η Ρόζα δυσκολευόταν να υιοθετήσει μια ξένη κουλτούρα και τον Προτεσταντισμό της οικογένειας του συζύγου της και τελικά περιήλθε υπό την προστασία της αδερφής της Ελίζαμπεθ, Σάρας Χολμς Μπρέναν, χήρας που είχε προσηλυτισθεί στον Καθολικισμό.

Παρά τις προσπάθειες της Σάρας Μπρέναν, η Ρόζα υπέφερε από νοσταλγία για την πατρίδα της. Οταν ο σύζυγός της επέστρεψε στην Ιρλανδία με αναρρωτική άδεια το 1853, κατέστη σαφές ότι το ζευγάρι είχε αποξενωθεί. Ο Τσαρλς Χερν μετατέθηκε στην Κριμαία, αφήνοντας πάλι έγκυο γυναίκα και παιδί στην Ιρλανδία. Οταν επέστρεψε το 1856, σοβαρά τραυματισμένος, η Ρόζα είχε επιστρέψει στην πατρίδα της στα Κύθηρα, στην Ελλάδα, όπου γέννησε τον τρίτο γιο τους, Ντάνιελ Τζέιμς Χερν. Ο Λευκάδιος είχε αφεθεί στη φροντίδα της Σάρας Μπρέναν.

Ο Τσαρλς Χερν υπέβαλε αίτηση να ακυρωθεί ο γάμος με τη Ρόζα, στηριζόμενος στην απουσία της υπογραφής της από το γαμήλιο συμβόλαιο, πράγμα που τον καθιστούσε άκυρο, σύμφωνα με τον αγγλικό νόμο. Οταν πληροφορήθηκε την ακύρωση η Ρόζα παντρεύτηκε αμέσως το Τζιοβάνι Καβαλίνι, Ελληνα πολίτη Ιταλικής καταγωγής, που αργότερα διορίστηκε από τους Βρετανούς κυβερνήτης των Αντικυθήρων. Ο Καβαλίνι έθεσε ως προϋπόθεση του γάμου να παραδώσει την επιμέλεια και του Λευκάδιου και του Τζέιμς. Ετσι ο Τζέιμς στάλθηκε στον πατέρα του στο Δουβλίνο και ο Λευκάδιος παρέμεινε υπό τη φροντίδα της Σάρας Μπρέναν (Η Μπρέναν είχε αποκληρώσει τον Τσαρλς λόγω της ακύρωσης του γάμου). Οϋτε ο Λευκάδιος ούτε ο Τζέιμς ξαναείδαν ποτέ τη μητέρα τους, που απέκτησε τέσσερα παιδιά από το δεύτερο σύζυγό της. Η Ρόζα τελικά εισήχθη στο Δημόσιο Ψυχιατρείο-Ασυλο στην Κέρκυρα, όπου πέθανε το 1882.

Ο Τσαρλς Χερν, που είχε αφήσει το Λευκάδιο στη φροντίδα της Σάρας Μπρέναν τα τελευταία 4 χρόνια, την όρισε τώρα μόνιμη κηδεμόνα του. Παντρεύτηκε την παιδική του αγάπη Αλίσια Γκόσλιν, τον Ιούλιο του 1857, και έφυγε με τη νέα του σύζυγο για απόσπαση στο Σεκουντεραμπάντ ης Ινδίας, όπου απέκτησαν τρεις κόρες πριν το θάνατο της Αλίσια το 1861. Ο Λευκάδιος δεν ξαναείδε ποτέ τον πατέρα του : o Tσαρλς Χερν πέθανε από ελονοσία στον Κόλπο του Σουέζ το 1866.

Το 1857, σε ηλικία επτά ετών και παρά το γεγονός ότι και οι δύο γονείς του ζούσαν ακόμη, ο Χερν έγινε μόνιμα κηδεμονευόμενος της γιαγιάς-θείας του Σάρας Μπρέναν που μοίραζε τη διαμονή της μεταξύ του Δουβλίνου τους χειμερινούς μήνες και του κτήματος του συζύγου της στο Τράμορ στις ακτές της Νότιας Ιρλανδίας και μιας κατοικίας στο Μπάνγκορ της Βόρειας Ουαλλίας. Η Μπρέναν απασχολούσε επίσης ένα δάσκαλο κατά τη διάρκεια της σχολικής χρονιάς, για να παρέχει τη βασική εκπαίδευση και τα βασικά στοιχεία του Καθολικού δόγματος. Ο Χερν άρχισε να εξερευνά τη βιβλιοθήκη της Μπρέναν και να διαβάζει πολύ Ελληνική λογοτεχνία, ιδιαίτερα μυθολογία.

Καθολική εκπαίδευση, εγκατάλειψη[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το 1861 η θεία του Χερν, γνωρίζοντας ότι ο Χερν απομακρυνόταν από τον Καθολικισμό και με την παρότρυνση του Χένρι Χερν Μολινέ, συγγενούς του τελευταίου συζύγου της και μακρινού ξάδερφου του Χερν, τον ενέγραψε στο Εκκλησιαστικό Ινστιτούτο, Καθολική εκκλησιαστική σχολή στο Υβετό της Γαλλίας. Οι εμπειρίες του Χερν στη σχολή επιβεβαίωσαν την ισόβια πεποίθησή του ότι η Χριστιανική εκπαίδευση αποτελείτο από " συμβατική βαρεμάρα και ασχήμια και βρώμικη αυστηρότητα και μούτρα και Ιησουητισμό και φοβερή στρέβλωση των παιδικών εγκεφάλων". Ο Χερν έμαθε άπταιστα γαλλικά και θα μετέφραζε αργότερα στα αγγλικά τα έργα του Γκυ ντε Μωπασσάν, που συμπτωματικά φοίτησε στη σχολή αμέσως μετά την αποχώρηση του Χερν.

Το 1863, πάλι με υπόδειξη του Μολινέ, ο Χερν ενεγράφη στο Σεντ Κάθμπερτς Κόλετζ στο Ασοου, Καθολική θεολογική σχολή, το σημερινό Πανεπιστήμιο του Ντάραμ. Στο περιβάλλον αυτό ο χερν υιοθέτησε το παρατσούκλι "Πάντι", για να προσαρμοσθεί καλύτερα, και ήταν ο πρώτος μαθητής στην Αγγλική έκθεση επί τρία χρόνια. Σε ηλικία 16 ετών, στο Ασοου, ο Χερν τραυμάτισε το αριστερό του μάτι από ατύχημα στην αυλή του σχολείου. Το μάτι μολύνθηκε και, παρά τις επισκέψεις σε ειδικούς στο Δουβλίνο και στο Λονδίνο και ένα χρόνο αναρρωτικής απουσίας από το σχολείο, τυφλώθηκε. Ο Χερν είχε επίσης αυξημένη μυωπία, έτσι ο τραυματισμός του τον άφησε με μόνιμα μειωμένη όραση, αναγκάζοντάς τον να μεταφέρει ένα μεγεθυντικό φακό για κοντινή εργασία και ένα τηλεσκόπιο τσέπης για να βλέπεο οτιδήποτε σε μη κοντινή απόσταση (Ο Χερν απέφευγε τα γιαλιά, πιστεύοντας ότι σταδιακά θα αδυνάτιζαν περισσότερο την όρασή του). Η ίριδα ήταν μόνιμα ξεθωριασμένη και έκανε το χερν νευρικό για την εμφάνισή του για το υπόλοιπο της ζωής του, κάνοντάς τον να καλύπτει το αριστερό του μάτι όταν συνομιλούσε και να ποζάρει για φωτογραφίες προφίλ, ώστε να μη φαίνεται το αριστερό του μάτι.

Το 1867 ο Χένρι Μολινέ, που είχε γίνει οικονομικός διαχειριστής της Σάρας Μπρέναν, χρεοκόπησε μαζί της. Δεν υπήρχαν χρήματα για δίδακτρα και ο Χερν εστάλη στο Ηστ Εντ του Λονδίνου να ζήσει με την πρώημ υπηρέτρια της Μπρέναν. Αυτή και ο σύζυγός της δεν είχαν χρόνο ή χρήματα για το Χερν, που περιφερόταν στους δρόμους, περνούσε την ώρα του σε πτωχοκομεία και γενικά ζούσε ξεριζωμένος άσκοπα. Κυριότερες πνευματικές του δραστηριότητες αποτελούσαν επισκέψεις σε βιβλιοθήκες και στο Βρετανικό Μουσείο.

Μετανάστευση στο Σινσινάτι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το 1869 ο Χένρι Μολινέ είχε ανακτήσει κάποια οικονομική σταθερότητα και η Μπρέναν, στα 75 της, ήταν ανάπηρη. Αποφασίζοντας να σταματήσει να ξοδεύει για το 19χρονο Χερν, αγόρασε ένα μονής κατεύθυνσης εισιτήριο για τη Νέα Υόρκη και έδωσε οδηγίες στο χερν να πάει στο Σινσινάτι, να βρει την αδελφή του Μολινέ και το σύζυγό της, Τόμας Κάλιναν, και να έχει τη βοήθειά τους για να ζήσει. Οταν συναντήθηκε με το Χερν στο Σινσινάτι, η οικογένεια δεν είχε πολλά να του δώσει. Ο Κάλιναν του έδωσε 5 δολλάρια και του ευχήθηκε καλή τύχη. Οπως θα έγραφε αργότερα ο Χερν "Πετάχτηκα για να αρχίσω τη ζωή μου άφραγκος στο πεζοδρόμιο μιας Αμερικανικής πόλης".

Για κάποιο διάστημα ήταν εξαθλιωμένος, ζούσε σε στάβλους ή αποθήκες σε αντάλλαγμα για χαμαλοδουλειές.Τελικά έγινε φίλος με τον Αγγλο τυπογράφο και κοινοτιστή Χένρι Γουότκιν, που τον απασχόλησε στο τυπογραφείο του, το βοήθησε να βρει διάφορες δουλειές του ποδαριού, του δάνειζε βιβλία από τη βιβλιοθήκη του, περιλαμβανομένων των ουτοπιστών Φουριέ, Ντίξον και Νόις, και του έδωσε ένα παρατσούκλι, που του κόλησε για το υπόλοιπο της ζωής του, Το Κοράκι από το ποίημα του Πόε. Ο Χερν σύχναζε επίσης στη Δημόσια Βιβλιοθήκη του Σινσινάτι, που εκείνη την εποχή είχε περίπου 50.000 τόμους. Την άνοιξη του 1871 μια επιστολή από το Χένρι Μολινέ τον πληροφόρησε για το θάνατο της Σάρας Μπρέναν και τον ορισμό του Μολινέ ως μοναδικού εκτελεστή της διαθήκης. Αν και η Μπρέναν τον είχε ορίσει ως δικαιούχο μιας ετήσιας προσόδου όταν έγινε κηδεμόνας του, ο Χερν δεν πήρε τίποτα από την περιουσία και δεν ξαναείχε ποτέ νέα από το Μολινέ.

Δημοσιογραφικό και λογοτεχνικό έργο[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Με τη δύναμη του ταλέντου του ως συγγραφέα, ο Χερν έπιασε δουλειά ως δημοσιογράφος στο The Cincinnati Enquirer, εργαζόμενος για την εφημερίδα από το 1872 ως το 1875. Γράφοντας με δημιουργική ελευθερία σε μια από τις μεγαλύτερες εφημερίδες που κυκλοφορούσαν στο Σινσινάτι, έγινε γνωστός για τις μακάβριες περιγραφές τοπικών φόνων, καλλιεργώντας τη φήμη του κορυφαίου συγκλονιστικού δημοσιογράφου της εφημερίδας, καθώς και του συγγραφέα των ευαίσθητων περιγραφών μερικών από τα μειονεκτούντα άτομα του Σινσινάτι. Η Βιβλιοθήκη της Αμερικής (μη κερδοσκοπικός εκδότης Αμερικάνικης λογοτεχνίας) επέλεξε μία από αυτές τις περιγραφές φόνων, το Gibbeted, για να τη συμπεριλάβει στην ανασκόπηση δύο αιώνων Αμερικανικού Αληθινού Εγκλήματος, το 2009. Αφότου μία από τις ιστορίες του φόνων είχε διαρκέσει, ο Φόνος του Τάνιαρντ, είχε διαρκέσει επί μήνες το 1874, ο Χερν εδραίωσε τη φήμη του ως του τολμηρότερου δημοσιογράφου του Σινσινάτι και το Enquirer αύξησε το μισθό του από 10 σε 25 δολάρια τη βδομάδα.

Εξώφυλλο της πρώτης έκδοσης του "Ye Giglampz", σατιρικού περιοδικού που εκδόθηκε το 1874 από το Λευκάδιο Χερν και τον Χένρι Φάρνι

Το 1874 ο Χένρυ και ο νεαρός Χένρι Φάρνι (1847-1916, γεννημένος στη Γαλλία ζωγράφος και εικονογράφος), αργότερα διάσημος ζωγράφος της Αμερικάνικης Δύσης, έγρεψαν, εικονογράφησαν και εξέδοσαν ένα 8σέλιδο εβδομαδιαίο περιοδικό τέχνης, λογοτεχνίας και σάτιρας με τον τίτλο Ye Giglampz. Η Δημόσια Βιβλιοθήκη του Σινσινάτι ανατύπωσε ένα αντίγραφο των εννέα συνολικά τευχών το 1983. Το έργο θεωρήθηκε από ένα κριτικό του εικοστού αιώνα ως "Ισως το συναρπαστικότερο έργο διαρκείας που αναλήφθηκε από εκδότη".

Γάμος, απόλυση από το Enquirer[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στις 14 Ιουνίου 1874 ο Χερν, 24 ετών, παντρεύτηκε την Αλίθια ("Μάτι") Φόλεϊ, μια 20χρονη Αφροαμερικανίδα, πράξη που παραβίαζε το νόμο του Οχάιο κατά της επιμειξίας, την εποχή εκείνη. Τον Αύγουστο του 1875, ανταποκρινόμενο σε παράπονα του τοπικού κληρου για τις αντιθρησκευτικές του απόψεις και σε πίεση πολιτικών του τόπου, προσβεβλημένων από μερικά σατιρικά του κείμενα στο Ye Giglampz, το Enquirer τον απέλυσε, επικαλούμενο ως αιτία τον παράνομο γάμο του. Επιασε δουλειά στην αντίπαλη εφημερίδα The Cincinnati Commercial. Το Enquirer προσφέρθηκε να τον ξαναπροσλάβει όταν οι ιστορίες του άρχισαν να εμφανίζονται στο Commercial και η κυκλοφορία του άρχισε να αυξάνεται, αλλά ο Χερν, εξοργισμένος από τη συμπεριφορά της εφημερίδας, αρνήθηκε. Ο Χερν και η Φόλεϊ χώρισαν, αλλά προσπάθησαν αρκετές φορές να τα ξαναβρούν πριν πάρουν διαζύγιο το 1877. Η Φόλεϊ ξαναπαντρεύτηκε το 1880.

Ενώ εργαζόταν για το Commercial ο Χερν δέχθηκε να μεταφερθεί στην κορυφή του ψηλότερου κτιρίου του Σινσινάτι, στην πλάτη ενός επισκευαστή καμπαναριών, του Τζόζεφ Ροντρίγκεζ Γουέστον, και έγραψε μια μισοτρομακτική, μισοκωμική περιγραφή της εμπειρίας του. Την ίδια επίσης εποχή ο Χερν έγραψε μια σειρά περιγραφές των συνοικιών Μπακτάουν και Λίβι του Σινσινάτι ...μια από τις λίγες εικόνες που έχουμε της ζωής των μαύρων σε μια μεθοριακή πόλη την περίοδο μετά τον Εμφύλιο Πόλεμο. Εγραψε επίσης για στίχους τραγουδιών των εκεί μαύρων της εποχής.

Νέα Ορλεάνη[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Portrait of Lafcadio Hearn.jpg

Το φθινόπωρο του 1877, πρόσφατα διαζευγμένος από τη Μάτι Φόλεϊ και ανήσυχος, ο Χερν είχε αρχίσει να παραμελεί τη δουλειά του στην εφημερίδα για να μεταφράζει στα αγγλικά έργα του Γάλλου συγγραφέα Γκωτιέ. Απογοητευόταν επίσης όλο και περισσότερο από το Σινσινάτι, γράφοντας στο Χένρι Γουότκιν, Είναι ώρα να φεύγεις από το Σινσινάτι, όταν αρχίζουν να το αποκαλούν Παρίσι της Αμερικής. Με την υποστήριξη του Γουότκιν και του εκδότη του Cincinnati Commercial Μίρατ Χάλστεντ ο Χερν έφυγε από το Σινσινάτι για τη Νέα Ορλεάνη, όπου αρχικά έγραψε επιστολές στο Commercial για το "Gateway to the Tropics" .

Ο Χερν έζησε στη Νέα Ορλεάνη για μια σχεδόν δεκαετία, γράφοντας πρώτα για την εφημερίδα Daily City Item, αρχίζοντας τον Ιούνιο 1878 και αργότερα για τον Times Democrat. Καθώς το Item ήταν μια 4σέλιδη έκδοση, το συντακτικό έργο του Χερν άλλαξε θεαματικά το χαρακτήρα της εφημερίδας. Ξεκίνησε στο Item ως συντάκτης ειδήσεων και στη συνέχεια επεκτάθηκε σε κριτικές βιβλίων του Μπρετ Χαρτ και του Εμίλ Ζολά, περιλήψεις κομματιών σε εθνικά περιοδικά όπως το Harper’s και δημοσιογραφικά άρθρα εισαγωγικά Βουδιστικών και Σανσκριτικών κειμένων. Ως συντάκτης ο Χερν δημιούργησε και δημοσίευσε σχεδόν διακόσια χαρακτικά από την καθημερινή ζωή και τους ανθρώπους της Νέας Ορλεάνης, καθιστώντας το Item την πρώτη εφημερίδα του Νότου που εισήγαγε σκίτσα και της έδωσε άμεση κυκλοφοριακή ώθηση. Ο Χερν σταμάτησε να σκαλιζει τα χαρακτικά μετά από έξι μήνες, όταν διαπίστωσε ότι η καταπόνηση ήταν πολύ μεγάλη για το μάτι του.

Στα τέλη του 1881 ο Χερν πήρε μια θέση συντάκτη στον Times Democrat της Νέας Ορλεάνης και εργαζόταν μεταφράζοντας άρθρα από Γαλλικές και Ισπανικές εφημερίδες, καθώς και γράφοντας άρθρα και κριτικές για θέματα της επιλογής του. Συνέχισε επίσης το μεταφραστικό έργο του Γάλλων συγγραφέων στα Αγγλικά : του Ζεράρ ντε Νερβάλ, του Ανατόλ Φρανς και ιδιαίτερα του Πιέρ Λοτί, συγγραφέα που επηρέασε το συγγραφικό ύφος του ίδιου του Χερν.

Ο τεράστιος αριθμός των κειμένων του για τη Νέα Ορλεάνη και τα περίχωρά της, πολλά από τα οποία δεν έχουν συγκεντρωθεί, αφορούν τον Κρεολικό πληθυσμό της πόλης και την ιδιαίτερη κουζίνα του, τη Γαλλική Οπερα και το Βουντού της Λουϊζιάνα. Ο Χερν έγραφε ενθουσιωδώς για τη Νέα Ορλεάνη, αλλά έγραφε επίσης για την παρακμή της πόλης, μια νεκρή νύφη στεφανωμένη με άνθη πορτοκαλιάς.

Τα κείμενα του χερν για εθνικές εκδόσεις, όπως τα Harper's Weekly και Scribner's Magazine, βοήθησαν στη δημιουργία της φήμης της Νέας Ορλεάνης, ως μιας πόλης με ξεχωριστή κουλτούρα, που έμοιαζε περισσότερο με εκείνη της Ευρώπης και της Καραϊβικής παρά με εκείνη της Βόρειας Αμερικής. Τα γνωστότερα έργα του Χερν στη Λουϊζιάνα είναι :

  • Gombo zhèbes: Μικρό λεξικό Κροελικών παροιμιών(1885)
  • Η Κροελική κουζίνα(1885), συλλογή συνταγών μαγειρικής από κορυφαίους σεφ και διάσημες Κρεολές νοικοκυρές, που συνέβαλαν να γίνει η νέα Ορλεάνη διάσημη για την κουζίνα της.
  • Τσίτα : Μια Ανάμνηση του Χαμένου Νησιού(1889), μια νουβέλα βασισμένη στον τυφώνα του 1856, που πρωτοδημοσιεύθηκε στο Harper's Monthly το 1888.

Ο Χερν δημοσίευσε επίσης στο Harper's Weekly το πρώτο γνωστο άρθρο (1883) για τους Φιλιππινέζους στις Ηνωμένες Πολιτείες, τους Μανίλαμεν ή Τάγκαλαγκς, ένα από τα χωριά των οποίων είχε επισκεφθεί στο Σαιν Μαλό της Λουϊζιάνα.

Το πρώην σπίτι του Χερν στη Λεωφόρο Κλήβελαντ στη Νέα Ορλεάνη διατηρείται ως καταγεγραμμένο ιστορικό αξιοθέατο.

Την εποχή που ζούσε εκεί ο Χερν ήταν ελάχιστα γνωστός, όπως ακόμη και σήμερα για τα γραπτά του για τη Νέα Ορλεάνη, εκτός από τους ντόπιους θιασώτες του πολιτισμού. Εντούτοις, από όσους έχουν ζήσει στη Νέα Ορλεάνη, μόνο για το Λούις Άρμστρονγκ έχουν γραφτεί περισσότερα βιβλία από όσα για το Χερν.

Τα κείμενα του Χερν για τις εφημερίδες της Νέας Ορλεάνης περιελάμβαναν ιμπρεσσιονιστικές περιγραφές τόπων και χαρακτήρων και πολλά άρθρα που κατήγγελλαν την πολιτική διαφθορά, την εγκληματικότητα στους δρόμους, τη βία, τη μισαλλοδοξία και τις αποτυχίες των υπεύθυνων της δημόσιας παιδείας και υγείας. Παρά το γεγονός ότι πιστώνεται με την "εφεύρεση" της Νέας Ορλεάνης ως τόπου εξωτικού και μυστηριώδους, οι νεκρολογίες του των ηγετών του βουντού Μαρί Λεβό και Δρ. Τζον Μοντενέ ήταν πραγματιστικές και απομυθοποιητικές. Συλλογές έργων του Χερν για τη Νέα Ορλεάνη έχουν συγκεντρωθεί και δημοσιευθεί σε πολλά έργα, αρχίζοντας με τα Κρεολικά Σκίτσα το 1924 και πιο πρόσφατα (2001) στο Εφευρίσκοντας τη Νέα Ορλεάνη : Κείμενα του Λευκάδιου Χερν.

Δύο χρόνια στις Γαλλικές Δυτικές Ινδίες[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το Harper's έστειλε το Χερν στις Δυτικές Ινδίες ως ανταποκριτή το 1887. Πέρασε δύο χρόνια στη Μαρτινίκα και, εκτός από τα κείμενά του για το περιοδικό, έγραψε δύο βιβλία : Δυο Χρόνια στις Γαλλικές Δυτικές Ινδίες και Γιούμα, η Ιστορία μιας Σκλάβας των Δυτικών Ινδιών, που δημοσιεύθηκαν το 1890.

Μεταγενέστερη ζωή στην Ιαπωνία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Λευκάδιος Χερν με την Κοϊζούμι Σέτσου. Προσέξτε πώς στέκεται - προτιμούσε πάντα να φωτογραφίζεται έτσι ώστε να μη φαίνεται το αριστερό του μάτι.

Το 1890 ο Χερν πήγε στην Ιαπωνία σε μια αποστολή ως ανταποκριτής εφημερίδας, που γρήγορα τερματίστηκε. Στην Ιαπωνία βρήκε όμως μια εστία και τη μεγαλύτερή του έμπνευση. Με τη βοήθεια του Μπάζιλ Χολ Τσάμπερλεν (Αγγλου καθηγητή στο Πανεπιστήμιο του Τόκιο) ο Χερν απέκτησε μια θέση καθηγητή το καλοκαίρι του 1890 στη Νομαρχιακή Σχολή του Σιμάνε στο Ματσούε, πόλη της δυτικής Ιαπωνίας, στις ακτές της Ιαπωνικής Θάλασσας. Το Μουσείο Μνήμης Λευκάδιου Χερν και η παλιά του κατοικία είναι ακόμη δύο από τα δημοφιλέστερα τουριστικά αξιοθέατα του Ματσούε. Κατά τη δεκαπεντάμηνη διαμονή του στο Ματσούε ο Χερν παντρεύτηκε την Κοϊζούμι Σέτσου, κόρη μιας τοπικής οικογένειας σαμουράι, με την οποία απέκτησε τέσσερα παιδιά. Πολιτογραφήθηκε Γιαπωνέζος, παίρνοντας το όνομα Κοϊζούμι Γιακούμο, το 1896, αφού αποδέχθηκε θέση καθηγητή στο Τόκιο.

Στα τέλη του 1891 ο Χερν εξασφάλισε κι άλλη θέση καθηγητή στο Κουμαμότο του Κιούσου, στην Πέμπτη Ανώτερη Σχολή, όπου πέρασε τα επόμενα τρία χρόνια και ολοκλήρωσε το βιβλίο του Ματιές στην Αγνωστη Ιαπωνία(1894). Τον Οκτώβριο του 1894 εξασφάλισε θέση δημοσιογράφου στην αγγλόφωνη εφημερίδα Kobe Chronicle και το 1896, με κάποια βοήθει από τον Τσάμπερλεν, άρχισε να διδάσκει Αγγλική λογοτεχνία στο Αυτοκρατορικό Πανεπιστήμιο του Τόκιο, εργασία που είχε μέχρι το 1903. Το 1904 ήταν καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Ουασέντα, στην ευρύτερη περιοχή του Τόκιο. Στις 26 Σεπτεμβρίου 1904 πέθανε από καρδιακή ανακοπή σδε ηλικία 54 ετών. Ο τάφος του είναι στο Νεκροταφείο Ζοσιγκάγια, στο Τοσίμα του Τόκιο.

Μία μικρή νεκρική πομπή μετέφερε τη σορό του στον παλιό ναό Κομπουπέρα. Μπρόστα υπήρχαν τα βουδιστικά λάβαρα, πίσω δυο μικρά παιδιά που κουβαλούσαν ζωντανά πουλιά σε μικρά κλουβιά που θα τα άφηναν ελέυθερα συμβολίζοντας τη φυγή της ψυχής από τα δεσμά της. Ακολουθούσαν τα άτομα που κουβαλούσαν το φέρετρό του, πιο πίσω οι ιερείς με τα κουδουνάκια τους και το φαγητό για το νεκρό, ενώ την πομπή έκλειναν η οικογένεια και οι φίλοι του νεκρού. Στην πλάκα που έστησαν οι φοιτητές του υπήρχε το εξής κείμενο: Στον Λευκάδιο Χερν, του οποίου η πένα υπήρξε πιο ισχυρή ακόμα και από τη ρομφαία του ένδοξου έθνους που αγάπησε, έθνους που πιο μεγάλη τιμή του υπήρξε ότι τον δέχτηκε στις αγκάλες του ως πολίτη και του πρόσφερε, αλίμονο, τον τάφο.

Κληρονομιά[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Τάφος του Λευκάδιου, στο Νεκροταφείο Ζοσιγκάγια.

Στα τέλη του 19ου αιώνα η Ιαπωνία ήταν ακόμη σε μεγάλο βαθμό άγνωστη και εξωτική για τους Δυτικούς. Εντούτοις, με την εισαγωγή της Ιαπωνικής αισθητικής, ιδιαίτερα με την Παγκόσμια Εκθεση στο Παρίσι το 1900, το Ιαπωνικό στυλ έγινε μόδα στις Δυτικές χώρες. Ετσι ο Χερν έγινε γνωστός παγκόσμια από τα κείμενά του που αφορούσαν την Ιαπωνία. Τα επόμενα χρόνια μερικοί κριτικοί θα κατηγορούσαν το Χερν για εξωτικοποίηση της Ιαπωνίας, αλλά το έργο του έχει ιστορική αξία, γιατί προσέφερε στη Δύση μερικές από τις πρώτες προβιομηχανικές περιγραφές της Ιαπωνίας της Περιόδου Μεϊγί (1868-1912).

Ο Γιαπωνέζος σκηνοθέτης Μασάκι Κομπαγιάσι διασκεύασε τέσσερις ιστορίες του Χερν στην ταινία του (1965) Καϊντάν (Ιστορίες Φαντασμάτων).

Η ζωή και το έργο του Χερν παρουσιάστηκαν στο Ονειρο Καλοκαιρινής Μέρας, θεατρικό έργο που περιόδευσε στην Ιρλανδία τον Απρίλιο και το Μάιο του 2005, που ανέβηκε από την Θεατρική Εταιρεία Αφηγητών Παραμυθιών και σκηνοθετήθηκε από το Λίαμ Χάλιγκαν. Είναι λεπτομερειακή δραματοποίηση της ζωής του χερν, περιλαμβανομένων τεσσάρων του ιστοριών φαντασμάτων.

Ο Γιόνε Νογκούτσι (1875-1947, Γιαπωνέζος συγγραφέας) φέρεται να έχει δηλώσει για το Χερν, Το Ελληνικό του ταμπεραμέντο και η Γαλλική του κουλτούρα πάγωσαν όπως ένα λουλούδι στο Βορρά.

Υπάρχει επίσης ένα πολιτιστικό κέντρο με το όνομα του Χερν στο Πανεπιστήμιο του Ντάραμ.

Ο Χερν ήταν ο κύριος μεταφραστής των διγημάτων του Γκυ ντε Μωπασσάν.

Στο μυθιστόρημα του Ίαν Φλέμινγκ του 1964 Ζεις Μονάχα Δυό Φορές ο Τζέιμς Μποντ αντιτάσσει στο περί νέμεσης σχόλιο του Μπλόφελντ "Εχεις ποτέ ακούσει τη Γιαπωνέζικη έκφραση κιρισούτε γκομέν;" λέγοντας "Ασε το Λευκάδιο Χερν, Μπλόφελντ".

Το πρώτο μουσείο στον Ευρωπαϊκό χώρο για το Λευκάδιο Χερν εγκαινιάσθηκε ως Ιστορικό Κέντρο Λευκάδιου Χερν στο Πνευματικό Κέντρο του Δήμου Λευκάδας, στις 4 Ιουλίου 2014. Το Μουσείο περιλαμβάνει πρώτες εκδόσεις, σπάνια βιβλία και ιαπωνικά συλλεκτικά αντικείμενα. Στεγάζεται σε ανακαινισμένη αίθουσα στο ισόγειο του κτιρίου του Πνευματικού Κέντρου του Δήμου Λευκάδας. Ο επισκέπτης με τη βοήθεια φωτογραφιών, κειμένων, εκθεμάτων μπορεί να περιηγηθεί στις σημαντικές στιγμές της εντυπωσιακής ζωής του Λευκάδιου Χερν αλλά και στους πολιτισμούς της Ευρώπης, της Αμερικής και της Ιαπωνίας του τέλους του 18ου και των αρχών του 19ου αιώνα μέσα από το ανοιχτό μυαλό των διαλέξεων, των κειμένων και των ιστοριών του Χέρν. Για τη δημιουργία του Ιστορικού Κέντρου Λευκάδιου Χερν συνέβαλαν οι Δήμοι Kumamoto, Matsue, Shinjuku, Yaizu, το Πανεπιστήμιο Toyama, η οικογένεια Koizumi και άλλοι από Ελλάδα και Ιαπωνία.

Στην τελετή παραβρεθήκαν ο Πρέσβης της Ιαπωνίας, ο μορφωτικός ακόλουθος της Ιρλανδικής πρεσβείας, ο δισέγγονος του Λευκάδιου χερν, Μπόν Κοϊζούμι και η σύζυγος του Σόκο, ο διευθυντής του Αμερικάνικου Κολλεγίου και ο διεθνούς φήμης γλύπτης Masaaki Noda, το γλυπτό του οποίου κοσμεί το χώρο του Πνευματικού κέντρου.

Συγγραφικό Έργο[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Τα πιο γνωστά του έργα είναι:

  • Glimpses of Unfamiliar Japan (Ματιές στην άγνωστη Ιαπωνία)
  • A Japanese Miscellany (Ιαπωνικά ανάλεκτα)
  • Kokoro: Hints and Echoes of Japanese Inner Life (Κοκορό : Παρατηρήσεις και αντηχήσεις της ενδότερης ιαπωνικής ζωής)
  • Japan and the Japanese (Η Ιαπωνία και οι Ιάπωνες)
  • In Ghostly Japan (Στην Ιαπωνία των φαντασμάτων)
  • Japan: An Attempt at Interpretation (Ιαπωνία : Μια προσπάθεια ερμηνείας)

Αποσπάσματα των πιο πάνω έργων με τον συγκεντρωτικό τίτλο Η χώρα των χρυσανθέμων εκδόθηκε σε μετάφραση Γιώργου Καλαμαντή από τις εκδόσεις "Κέδρος" (1998)

  • Εντός του κύκλου των ψυχών
  • Ιαπωνικοί Θρύλοι
  • Ηλέκτρα
  • Καϊνταν
  • Κείμενα από την Ιαπωνία
  • Όλεθρος και άλλα διηγήματα
  • Το αγόρι που ζωγράφιζε γάτες και άλλες ιστορίες

Εξωτερικοί σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Commons logo
Τα Wikimedia Commons έχουν πολυμέσα σχετικά με το θέμα