Χαϊκού

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Ζωγραφιά μανιταριών από τον Τσικούσο (1763-1830) και το χαϊκού "κάτι διασκεδαστικό" του Ρανγκιού (1798-1876)):Μετά την πυρά/σώθηκ' η θράκα/ένα κόκκινο φύλλο

Το χαϊκού (ιαπ.: 俳句, "αστείος στίχος") είναι μια ιαπωνική ποιητική φόρμα. Παραδοσιακά αποτελείται από τρεις ομάδες των 5, 7, 5 συλλαβών, οι οποίες τοποθετούνται σε τρεις στίχους για έμφαση ή σε έναν, χωρισμένο με κενά. Το χαϊκού είναι με συνολικά 17 συλλαβές η πιο σύντομη μορφή ποίησης στον κόσμο. Περιγράφει μια εικόνα της φύσης και δίνει στοιχεία για την εποχή του χρόνου μέσα από εποχιακές λέξεις (Κίγκο). Υπάρχουν επίσης ποιητές χαϊκού οι οποίοι ακολουθούν μια πιο ελεύθερη φόρμα. Ο ιδρυτής του σύγχρονου χαϊκού ως αυτόνομης μορφής ποίησης ήταν ο Μασαόκα Σίκι, ο οποίος επίσης διαμόρφωσε τον όρο χαϊκού (από τους παλιότερους χαϊκάι ή χόκκου).

Ένα χαϊκού διαβάζεται σε μια αναπνοή.

Ιστορία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι προγονικές μορφές του χαϊκού ήταν το τάνκα (με μέτρο 31 συλλαβών σε δύο ομάδες των 5-7-5 και 7-7) και το ρένγκα (μια αλυσίδα από τάνκα). Αρχικά πολλοί ποιητές συνέθεταν τάνκα σε κοινωνικές συνευρέσεις αυτοσχεδιάζοντας από κοινού. Ο πρώτος ποιητής δημιουργούσε το χόκκου (την αρχική στροφή του τάνκα, 5-7-5), ο δεύτερος το ματσούκου (την επόμενη στροφή, 7-7). Αυτή η μορφή της ομαδικής ποίησης ήταν γνωστή και σαν ουάκα (ποίηση ερωταπόκρισης). Αργότερα, σαν ένα είδος κοινωνικού παιχνιδιού, συνέθεταν ολόκληρες αλυσίδες από τάνκα, που οδήγησε στο χακάι-ρένγκα όπου οι στροφές ενώνονταν μεταξύ τους θεματικά.

Από το 13ο αιώνα εμφανίζονται τα πρώτα τεκμηριωμένα χόκκου ως ξεχωριστή λυρική μορφή. Το χόκκου εξελίχθηκε ως περιπαικτικό και αστείο ποίημα, αγαπητό στους αυλικούς και τους σαμουράι. Από το 15ο αιώνα εδραιώνεται το χόκκου δίπλα στο τάνκα ως αυτοτελής στιχουργική μορφή και το ζήτημα συνέχισε να είναι το παιχνίδι με τις λέξεις και τις εικόνες.

Αυτό που σήμερα ονομάζεται κλασικό χαϊκού δημιουργήθηκε το 16ο αιώνα, στην αρχή της περιόδου Έντο. Οι ιδιαιτερότητες της περιόδου αυτής δημιούργησαν την αίσθηση ενός κλειστού, αμετάβλητου κόσμου, καθώς η κοινωνία καθοριζόταν από ένα φεουδαρχικό ταξικό σύστημα και η Ιαπωνία έκοψε σχεδόν ολοκληρωτικά την επαφή με τον έξω κόσμο. Αυτό το ακριβώς ορισμένο σύστημα αξιών και συμβόλων έδωσε σε ποιητές και ακροατές ένα κοινό και σαφώς οριοθετημένο πλαίσιο κατανόησης. Οι μεταβολές συνέβαιναν μόνο σε λεπτομέρειες και έτσι το χαϊκού διαμορφώθηκε από τη αναζήτηση της ακόμη πιο ακριβούς, πιο πετυχημένης έκφρασης και όχι την τάση αμφισβήτησης της παράδοσης ή της δημιουργίας νέων φορμών. Έτσι η φόρμα και το περιεχόμενο παρέμειναν για αιώνες σταθερά. Όπως το έθεσε ο ίδιος ο Μπασό, ήθελε να μεταδώσει την αίσθηση "του αμετάβλητου μέσα στην κίνηση"[1]. Εμφανίστηκαν υποείδη του χαϊκού, όπως το κωμικό κυόκα ("τρελός στίχος") ή άλλα που ήταν σατιρικά ή που εξέφραζαν ακόμη και κοινωνική διαμαρτυρία, αλλά το πιο σοβαρό χαϊκού διαδόθηκε καθώς ήταν απλό και εκφραστικό και μπορούσε να εξασκηθεί από ανώτερα και κατώτερα μέλη της κοινωνίας[2]. Η εξέλιξη του χαϊκού επηρεάστηκε επίσης από τη σκέψη του ταοϊσμού και του βουδισμού Ζεν.

Πορτραίτο του Ματσούο Μπασό από τον Γιοκόι Κινκόκου, γύρω στο 1820. Η καλλιγραφία αναφέρεται σε ένα από τα πιο διάσημα χαϊκού του Μπασό, το χαϊκού του βατράχου.

Σήμερα ο Ματσούο Μπασό (1644–1694) θεωρείται ο πρώτος μεγάλος ποιητής χαϊκού. Το δικό του χαϊκού του βατράχου είναι μάλλον το πιο διάσημο χαϊκού στον κόσμο. Επίσης μεγάλοι ποιητές χαϊκού ήταν ο Γιόσα Μπουσόν (1716–1783) και ο Κομπαγιάσι Ίσσα (1763–1827). Ο Κομπαγιάσι Ίσσα δεν ακολουθούσε πάντα τη συμβατική φόρμα 5-7-5. Στα έργα του, που εναντιώνονται στην αυξανόμενη εκζήτηση των χαϊκού, διακρίνεται μια βαθιά αγάπη για τον άνθρωπο και τη ζωντανά πλάσματα η οποία διανθίζεται συχνά με χιούμορ:

«Το βουνίσιο ρέμα
Άλεσε το ρύζι για μένα
Ενώ έπαιρνα εναν υπνάκο»[1]

Το πότε εμφανίστηκε ο όρος χαϊκού δεν είναι πλήρως εξακριβωμένο. Πιθανόν να προέρχεται από το χάι του χάικαϊ νο ρένγκα και το κου από το χόκκου. Γνώρισε γενικότερη διάδοση από τον ανανεωτή της ποίησης χαϊκού, Μασαόκα Σίκι (1867-1902).

Μετά τον Σίκι διαμορφώθηκαν δύο ρεύματα. Οι δύο σημαντικότεροι μαθητές του, ο Τακαχάμα Κυόσι (1874-1959) και ο Καβαχιγκάσι Χεκιγκοτό (1873-1937) έδωσαν στο χαϊκού διαφοροποιημένες ωθήσεις που διαρκούν έως σήμερα. Ο Χεκιγκοτό συνέχισε τις μεταρρυθμίσεις του Σίκι και πειραματίστηκε με τη φόρμα. Ο Κυόσι διαμόρφωσε το αντίθετο ρεύμα, του "παραδοσιακού χαϊκού". Η σημαντική επίδραση του Κυόσι φαίνεται μέχρι σήμερα στο εύρος της διάδοσης του "παραδοσιακού χαϊκού" στην Ιαπωνία. Από τη σχολή του προέκυψαν πολλοί καταξιωμένοι ποιητές (όπως ο Μιζουχάρα Σουόσι (1892-1981)). Από το ρεύμα του Χεκιγκοτό αναπτύχθηκε η ελεύθερη φόρμα του χαϊκού. Σημαντικοί ποιητές προήλθαν από αυτή τη γραμμή όπως ο Ιππεκίρο Νακατσούκα (1897-1946), ο Ογκιβάρα Σεϊσενσούι (1884-1976), ο Οζάκι Χόσαϊ (1885-1926) και ιδιαίτερα ο Τανέντα Σαντόκα (1882-1940), που ανήκει στους πιο πολυδιαβασμένους ποιητές της Ιαπωνίας,

Αλλά και το σύγχρονο (γκένταϊ) ιαπωνικό χαϊκού έχει τις ρίζες του εδώ. Δημιουργήθηκε μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο ως φιλελεύθερο κίνημα χαϊκού, από τις εμπειρίες του ιαπωνικού υπερεθνικισμού. Οι ποιητές της σινκό χαϊκού ουντό, της νέας κίνησης χαϊκού, οι οποίοι δεν ακολουθούσαν τις επιταγές του "παραδοσιακού χαϊκού" κατά τον Τακαχάμα Κυόσι, διώκονταν, συλλαμβάνονταν και βασανίζονταν και τα περιοδικά τους απαγορεύονταν. Ο ίδιος ο Τακαχάμα Κυόσι θεωρήθηκε μετά τον πόλεμο κύριος υπαίτιος. Ήταν πρόεδρος του τμήματος χαϊκού της «Πατριωτικής Εταιρείας για την Ιαπωνική Λογοτεχνία» (Νιχόν μπουνγκάκου χόκοκου κάι), ενός κρατικού οργανισμού προπαγάνδας με στόχο τον έλεγχο των πολιτισμικών δραστηριοτήτων που υπαγόταν στις μυστικές υπηρεσίες.

Στο σημερινό κίνημα χαϊκού γκεντάι απαντά κανείς διάφορες ποιητικές θέσεις οι οποίες συνυπάρχουν παρ' όλες τις αντιθέσεις τους. Κάποιοι ποιητές είναι πιστοί στη φόρμα 5-7-5, άλλοι μόνο στην εποχιακή λέξη, ενώ άλλοι απορρίπτουν και τα δύο.

Χαρακτηριστικά[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Περιεχόμενο[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στο χαϊκού γίνεται η προσπάθεια συλληφθεί η στιγμή και να διατηρηθεί στην αιωνιότητα. Καθώς οι λέξεις δεν είναι αρκετές για να περιγάψουν την ολότητα μιας στιγμιαίας εμπειρίας, ο ποιητής περιγράφει αχνά μια ιδέα και αφήνει τον αναγνώστη να συμπληρώσει.

Κίγκο[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Τα χαϊκού έχουν μια εποχιακή λέξη ή κίγκο (季語) η οποία καταδεικνύοντας μια εποχή του χρόνου δίνει στον αναγνώστη ένα πλαίσιο αναφοράς. Η εποχή δε χρειάζεται να αναφερθεί ρητά αλλά μπορεί να υπονοηθεί μέσω άλλων λέξεων. Μερικές από τις πιο γνωστές είναι οι ανθισμένες κερασιές, τα αηδόνια και οι ιτιές για την άνοιξη, μια απογευματινή αύρα, οι λιβελλούλες ή τα κρίνα για το καλοκαίρι, η πανσέληνος, τα κόκκινα φύλλα και τα σκιάχτρα για το φθινόπωρο και οι πάπιες, ο παγετός και το χαλάζι για το χειμώνα[1]. Στο χαϊκού του βατράχου, ο βάτραχος ειναι το κίγκο για την άνοιξη.

Δομή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ένα χαϊκού σε παραδοσιακή φόρμα αποτελείται από έναν στίχο με τρεις ομάδες λέξεων με πέντε, επτά και πέντε ιαπωνικά φωνητικά σύμβολα. Ωστόσο, ακόμη και κλασικοί ποιητές όπως ο Ματσούο Μπασό και ο Κομπαγιάσι Ίσσα αρκέτα συχνά παραβίαζαν αυτό τον κανόνα[1] και δεν πρέπει να εκλαμβάνεται ως δόγμα.

Συλλαβές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η καταμέτρηση των συλλαβών είναι ένα άλλο ζήτημα. Η ιαπωνική ποίηση δεν καταμετρά συλλαβές αλλά φωνητικά σύμβολα (Χιόον μότζι (表音文字)), τα οποία διαφέρουν ελαφρώς, καθώς μια συλλαβή μπορεί να αποτελείται από δύο φωνητικά σύμβολα[3].

Για παράδειγμα, Νίππον βα είναι η πρώτη γραμμή ενός χαϊκού και αποτελείται από πέντε φωνητικά σύμβολα, ενώ στην ελληνική μεταγραφή μετράμε 3 συλλαβές:

Νι + π + πο + ν + βα

Κιρέτζι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Τα κιρέτζι είναι ειδικές λέξεις που δίνουν δομή και στήριξη στον στίχο[4]. Στο τέλος του στίχου δίνουν μια αίσθηση ολοκλήρωσης, ενώ στο μέσο του δρα σαν σημείο σύντομης παύσης της ροής της σκέψης, δίνοντας την αίσθηση δύο ανεξάρτητων σκέψεων[5]. Σε άλλες γλώσσες τα κιρέτζι αντικαθίστανται με σημεία στίξης[6].

Τρόποι ανάγνωσης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Τα ιαπωνικά χαϊκού γράφονται συνήθως με χιραγκάνα, δηλαδή σε μια καθαρή φωνογραφία χωρίς τη χρήση ειδικών συμβόλων για λέξεις. Ένα διάσημο χαϊκού είναι για παράδειγμα[7]

Ιαπωνικά Μεταγραφή

ひるからは
ちとかげもあリ
くものみね

hi ru ka ra ha
chi to ka ge mo a ri
ku mo no mi ne

Εκτός αυτού τα χαϊκού στην ιαπωνική γλώσσα γράφοντα κατά κανόνα σε μια γραμμή και έτσι το προηγούμενο χαϊκού γράφεται απλά:

ひるからはちとかげもあリくものみね

Λόγω του μεγάλου αριθμού ομώνυμων στην ιαπωνική, αυτό το ποίημα μπορεί να διαβαστεί με δύο τελείως διαφορετικούς τρόπους, οι οποίοι θα μπορούσαν να καθοριστούν με γραφή κάντζι, αλλά συνήθως αυτό αφήνεται εσκεμμένα ανοικτό.

Τρόπος Ιαπωνικά Μεταγραφή Μετάφραση
1. Τρόπος

昼からは
ちと影も在り
雲の峰

hiru kara ha
chito kage mo ari
kumo no mine

Από το μεσημέρι
είναι λίγο πιο σκιερά
ένα συννεφιασμένος ουρανός

2. Τρόπος

ヒル蚊ら蜂
とかげも蟻
蜘蛛蚤ね

hiru ka-ra hachi
tokage mo ari
kumo nomi ne

Βδέλλες, κουνούπια, μέλισσες,
Σαύρες αλλά και μυρμήγκια,
Αράχνες και ψύλλοι, έτσι δεν είναι;

Η γοητεία τέτοιων πολλαπλών νοημάτων φυσικά δε μπορεί να αποδοθεί ικανοποιητικά σε άλλες γλώσσες.

Δυτικοί τρόποι ανάγνωσης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Ρολάν Μπαρτ διακρίνει τις διάφορες δυνατές εναλλακτικές αναγνώσεις των χαϊκού. Τη δυτική ανάγνωση, η οποία το ερμηνεύει συμβολικά και ρέπει προς ένα μεταφυσικό νόημα την απορρίπτει ως ευρωκεντρική. Μια τέτοια ανάγνωση είναι αντίθετη στην πρόθεση του χαϊκού [8]. Ο Μπαρτ συγκρίνει το χαϊκού με το σατόρι του βουδισμού Ζεν και βλέπει μια ουσιαστική αναλογία στην αναλαμπή της αλήθειας[9]

Ενάντια στις απόπειρες ερμηνείας δυτικού τύπου, η "αποκωδικοποίηση, τυποποίηση ή ταυτολογία … που από εμάς προορίζονται να διαρρήξουν το νόημα, δηλαδή να εισέλθουν σε αυτό", μπορούν "να αστοχήσουν στο χαϊκού, καθώς η ανάγνωσή του συνίσταται στην αιώρηση της γλώσσας και όχι στη πρόκλησή της". Αντί γι' αυτό, το ζήτημα είναι πολύ περισσότερο "να ταρακουνηθεί το νόημα και να πέσει όπως το δόντι αυτού που δαγκώνει το παράλογο, ο οποίος πρέπει να είναι ο μαθητής Ζεν"[10].

Τα χαϊκού εκτός της Ιαπωνίας[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Μόνο στα μέσα του 20ού αιώνα άρχισαν τα χαϊκού να διαδίδονται στο δυτικό κόσμο. Αρχικά από τη Βόρεια Αμερική, διαδόθηκαν σε όλο τον αγγλόφωνο κόσμο. Ένας σημαντικός βοηθός σε αυτό ήταν ο Άγγλος Ρέτζιναλντ Χόρας Μπλάιθ, ο οποίος εργάστηκε κατά διαστήματα ως δάσκαλος στην ιαπωνική αυλή και εξέδωσε από το 1949 ως το 1952 την τετράτομη ανθολογία με τίτλο "χαϊκού". Σήμερα γράφονται χαϊκού σχεδόν σε όλες τις γλώσσες.

Ελληνικά χαϊκού[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Μια από τις πρώτες αναγνωρισμένες προσπάθειες σύνθεσης χαϊκού στην Ελλάδα καταγράφεται το 1925, όταν ο Γ. Σταυρόπουλος δημοσιεύει στο περιοδικό Λυκαβηττός έξι μικρά ποιήματα με το γενικό τίτλο «Τρίστιχα» συνοδευόμενα από σύντομο σημείωμα γνωριμίας με το ποιητικό είδος[6].

Ίσως ο πιο επιφανής Έλληνας που έγραψε χαϊκού είναι ο Γιώργος Σεφέρης ("Δεκαέξι χαϊκού", Τετράδιο Γυμνασμάτων (1928-1937)) και θεωρείται ο εισηγητής των χαϊκού στην Ελλάδα, είτε λόγω του κύρους του είτε λόγω του ότι θεωρείται πως ήταν πιο επιτυχής στην προσπάθειά του[6], όχι όμως χωρίς κριτική[11].

Το χαϊκού έχει γνωρίσει μεγάλη διάδοση στην Ελλάδα, όπως φαίνεται και από την εισαγωγή του στα ελληνικά σχολεία. Στο μάθημα Μουσικής της Β΄ Γυμνασίου, αφού παρουσιάζεται τη μορφή χαϊκού στους μαθητές, τους ζητείται να μελοποιήσουν το χαϊκού του βατράχου του Μπασό[12]. Όπως αναφέρει ο Γιάννης Μανιάτης,

«Η διάδοσή του στη χώρα μας, αν κρίνουμε από τις συλλογές που εκδόθηκαν και άλλες μορφές έκφρασης που εμφανίστηκε κατά καιρούς, μόνο εντυπωσιακή μπορεί να χαρακτηριστεί. Διαγωνισμοί χαϊκού, δημιουργική γραφή με ποιήματα χαϊκού (Γαλλικό Ινστιτούτο Θεσσαλονίκης, 1ο Ενιαίο Λύκειο Δράμας κ.ά.), εκθέσεις ζωγραφικής με πίνακες εμπνευσμένους από χαϊκού, τραγούδια εμπνευσμένα από χαϊκού (CD «Δεκαέξι χαϊκού και άλλες ιστορίες», Sigmatropic) είναι μερικά παραδείγματα. Ένα επίσης αξιοσημείωτο παράδειγμα είναι η χρήση του χαϊκού σε μαθητές αρχαίων ελληνικών, ώστε να μάθουν να χρησιμοποιούν την λέξη που κυριολεκτικά αντανακλά αυτό που θα ήθελαν να εκφράσουν, σε μια εποχή που συνήθως χρησιμοποιούνται οι συγγενείς λέξεις με αποτέλεσμα την εκφραστική αδυναμία»[6].

Σημαντικοί ποιητές χαϊκού[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Βιβλιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ελληνικά χαϊκού (ενδεικτικά)[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Ζαφειριάδης, Τάσος, και Χριστόφορος Νικολάου. Χακί χαϊκού· στρατευμένη ποίηση. Εκδόσεις Φαρφουλάς, 2010.
  • Λαμπαδάρη, Στίβυ. Άρρητον κάλλος· Χαϊκού. Εκδόσεις Εριφύλη (2007).
  • Παυλόπουλος, Γιώργης. Τριαντατρία χαϊκού. Εκδόσεις Στιγμή.
  • Πρίμπας, Γιώργος. 5+7+5 ακριβώς ή περίπου χαϊκού. Εκδόσεις Ενδυμίων (2007).
  • Σαβίνα, Ζωή. La Casa, χαϊκού. ΄Ισπανικά. Επιμέλεια, μετάφραση, σημειώσεις Carlos A. Castrillón, κοσμήματα Αλέξανδρος Mουστάκας, εξώφυλλο ο γλύπτης Βαγγέλης Μουστάκας. Εκδόσεις: Cuadernos Negros- Κολομβία (2009).
  • Σαβίνα, Ζωή. Μάγισσες, χαϊκού-τάνκα. 3η Έκδοση, σε έξι γλώσσες. Επιμέλεια Ζ. Σαβίνα, κοσμήματα Αλέξανδρος Μουστάκας. Εκδόσεις 5+6 (1994).
  • Σαβίνα, Ζωή. Μάγισσες, χαϊκού-τάνκα. Δίγλωσσο. Επιμέλεια και κολάζ Ζωή Σαβίνα. Εκδοσεις Grafic Olimpia di Milano (1985)
  • Σαβίνα, Ζωή. Παγκόσμια ανθολογία χαϊκού. Τα φύλλα στο δέντρο ξανά. Πολύγλωσσο (186 ποιητές, 500 σελίδες). Επιμέλεια κοσμήματα Αλέξανδρος Μουστάκας. Εκδόσεις 5+6 (2002).
  • Σαβίνα, Ζωή. Το Σπίτι, χαϊκού. Δίγλωσσο. Επιμέλεια Ζωή Σαβίνα, Κοσμήματα Αλέξανδρος Μουστάκας. Εκδόσεις 5+6 (2008).
  • Σιδέρης, Νίκος. Η τέχνη του κόκκου. Εκδόσεις Μεταίχμιο, 2011.
  • Τουμανίδης, Χρήστος (επιμέλεια). Ανθολογία ελληνικού χαϊκού. Εκδόσεις Δελφοί, 1995.
  • Τουμανίδης Χρήστος, Κεριά θυέλλης, Γαβριηλίδης, 2005
  • Τουμανίδης Χρήστος, Η γέφυρα των στίχων,(δίγλωσση συλλογή χαϊκού, με τον Αλβανό ποιητή Milianov Kallupi), Ελληνικός Κύκλος Χαϊκού, 2009
  • Τσούκης, Γιώργος. Τα χαϊκού του Θερμαϊκού. Εκδόσεις Γιώργος Τσούκης, 2010.
  • Τσουτάκος, Παναγιώτης. Ερωτικά χαϊκού. Εκδόσεις Ίδμων (2001).

Ιαπωνικά χαϊκού στα ελληνικά[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Ματσούο Μπασό (2002). Μόνο τα όνειρά μου συνεχίζουν: 59 χαϊκού. Μετάφραση Γιώργος Μπλάνας. Ερατώ. ISBN 9602291338. .
  • Ματσούο Μπασό; και Κομπαγιάσι Ίσσα (2008). Ο κόσμος της πάχνης: σαραντατρία χαϊκού. Μετάφραση Διονύσης Καψάλης. Άγρα. ISBN 9603255246. .
  • Συλλογικό (2008). Χαϊκού και Σένριου: γιαπωνέζικα τρίστιχα. μετάφραση Σωκράτης Σκαρτσής. Εκδόσεις Καστανιώτη. ISBN 9600346569. .

Κύρια βιβλιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Αναφορές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. 1,0 1,1 1,2 1,3 Jonathan Clemens, 2000
  2. John Whitney Hall, 2003
  3. * http://www.worldhaiku.net/archive/onji.pdf
  4. Brief Notes on "Kire-ji", Association of Japanese Classical Haiku, στις 2008-07-10
  5. Nobuyuki Yuasa. Translating 'the sound of water' , in The Translator's Art, Penguin, 1987, ISBN 0-14-009226-9 p.234
  6. 6,0 6,1 6,2 6,3 Μανιάτης 2006
  7. Το παράδειγμα προέρχεται από το Marion Grein, Einführung in die Entwicklungsgeschichte der japanischen Schrift, Mainz 1994, ISBN 3-88308-063-2, S. 69 f.; Η Grein παραμπέμπει με τη σειρά της στο Haruhiko Kindaichi, The Japanese Language, Rutland u. a. 21985, S. 112.
  8. Bettina Krüger (1997): Sehnsucht nach dem ganz anderen. Roland Barthes’ L’Empire des signes – eine Japan-Reise? Στο: parapluie no. 2 (sommer 1997).[1] ISSN 1439-1163
  9. Ο Ρολάν Μπαρτ παραπέμπει σχετικά στο τέλος του L'Effraction du sens στο χαϊκού του Ματσούο Μπασό: Πόσο θαυμαστό είναι, / Όποιος δε σκέφτεται: „Η ζωή παρέρχεται“ / Όταν βλέπει μια αστραπή.
  10. Roland Barthes: Der Einbruch des Sinns. Στο: Roland Barthes: Das Reich der Zeichen. Frankfurt a.M., 1981, σελίδα 98
  11. Γιώργος Κοροπούλης, 49. Σατόρι, ένθετο "Βιβλιοθήκη", Ελευθεροτυπία, 15 Δεκεμβρίου 2006 [2]
  12. Τετράδιο Εργασιών Μουσικής Β΄ Γυμνασίου, σελ. 18 (αρχείο PDF, 1.8 MB)[3]


Στο λήμμα αυτό έχει ενσωματωθεί κείμενο από το λήμμα Haiku της Γερμανικής Βικιπαίδειας, η οποία διανέμεται υπό την GNU FDL και την CC-BY-SA 3.0. (ιστορικό/συντάκτες).