Λαϊκή δημοκρατία

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Λαϊκές δημοκρατίες:
  Σήμερα
  Στο παρελθόν

Λαϊκή δημοκρατία είναι ο επίσημος όρος που χρησιμοποιήθηκε ιστορικά (και χρησιμοποιείται ακόμα σε Κούβα, Κίνα κλπ) ως ονομασία του πολιτειακού καθεστώτος των κρατών του υπαρκτού σοσιαλισμού, ωστόσο χρησιμοποιείται και από μερικές χώρες που το πολιτικό τους σύστημα δεν έχει καμία σχέση με τον κομμουνισμό, όπως το Μπανγκλαντές. Τα κράτη αυτά αποκαλούνταν στη Δύση ως «κομμουνιστικά», από το όνομα της εκεί επικρατούσας πολιτικής αντίληψης, ενώ θεωρούνται από τον αστικό πολιτικό κόσμο ως ολοκληρωτικά καθεστώτα. Ο όρος «κομμουνιστικό κράτος» δεν είναι δόκιμος, αφού η κομμουνιστική κοινωνία είναι εξ ορισμού μία κοινωνία στην οποία οι κοινωνικές τάξεις και το κράτος δε θα υφίστανται, αλλά χρησιμοποιείται κατά κόρον από συντηρητικούς ή φιλελεύθερους συγγραφείς και πολιτικούς επιστήμονες αναφορικά με τα σοσιαλιστικά αυτά κράτη. Οι περισσότεροι σοσιαλιστές συγγραφείς τα αποκαλούσαν με άλλους όρους, αναλόγως με τις πολιτικές τους συμπάθειες (π.χ. «σοσιαλιστικό κράτος», «δικτατορία του προλεταριάτου», «εργατικό κράτος», «παραμορφωμένο εργατικό κράτος» και πολλά άλλα).

Η λαϊκή δημοκρατία (κατ' ορισμένους εφαρμογή της μαρξιστικής δικτατορίας του προλεταριάτου) ήταν το πολίτευμα των κρατών που είχαν μεταβατικά χαρακτηριστικά από τον καπιταλισμό προς το σοσιαλισμό. Μπορεί να ήταν τυπικά πολυκομματική, ουσιαστικά όμως υπήρξε παντού μονοκομματισμός, με το κομμουνιστικό κόμμα να έχει τον ουσιαστικό έλεγχο της λήψης των αποφάσεων σε κυβερνητικό επίπεδο, πάντα στο όνομα της εργατικής τάξης. Για παράδειγμα, οι εκλογές σε αυτές τις χώρες σε όλα τα επίπεδα (χώροι παραγωγής, τοπικό επίπεδο, πανεθνικό επίπεδο) γίνονταν με ενιαία λίστα όπου συνήθως το μόνο κόμμα που κατέβαζε υποψήφιους ήταν το κομμουνιστικό[1], όμως, επιτρέπονταν υποψήφιοι που δεν ανήκαν σε κάποια πολιτική ομάδα. Οι λαϊκές δημοκρατίες στηρίζονταν, όπως ήδη ειπώθηκε, στη λεγόμενη Δικτατορία του Προλεταριάτου η οποία προϋποθέτει ένα μεταβατικό στάδιο κράτους στην υπηρεσία της εργατικής τάξης, το οποίο μέσα από την καθοδήγηση του κόμματος της τελευταίας θα προχωρούσε σε μία ταχεία επίλυση της πάλης των τάξεων. Κοινό στοιχείο των οικονομιών των χωρών αυτών υπήρξε ο κεντρικός σχεδιασμός, ένας γενικευμένος κρατικός τομέας που αφορούσε λιγότερο ή περισσότερο το σύνολο της βαριάς και της ελαφράς βιομηχανίας, του χονδρικού εμπορίου, ενώ στον αγροτικό τομέα υπήρξαν διαφορετικά μοντέλα: Αρκετές χώρες (Ουγγαρία, Γιουγκοσλαβία, Πολωνία) επέτρεπαν την ατομική ιδιοκτησία στη γη εν αντιθέσει με άλλες χώρες όπως η Αλβανία που την απαγόρευαν. Σε κράτη όπως η Κίνα ή το Βιετνάμ το σύστημα αυτό συνυπάρχει πλέον με ηγεμονικά στοιχεία καπιταλισμού και ελεύθερης αγοράς.

Για διάφορες ομάδες κομμουνιστών, όπως οι αναρχικοί και οι τροτσκιστές, αλλά και άλλων, στις χώρες αυτές δεν οικοδομήθηκε τελικά σοσιαλισμός, αλλά ένα ταξικό/εκμεταλλευτικό σύστημα με κυρίαρχη τάξη την κομματική/κρατική γραφειοκρατία. Η δε εξέλιξη της Κίνας και του Βιετνάμ όπου με κομμουνιστικό κόμμα στην εξουσία εδώ και δεκαετίες οικοδομούν τον καπιταλισμό, αποτελεί ένα πρόσθετο επιχείρημα για την ταξική φύση των χωρών του λεγόμενου "υπαρκτού σοσιαλισμού".[2]

Λαϊκές δημοκρατίες ονομάζονταν (αυτοαποκαλούνταν) τα κράτη σε όλη την ανατολική Ευρώπη, μετά τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο: Ανατολική Γερμανία, Ουγγαρία, Πολωνία, Βουλγαρία, Αλβανία, Ρουμανία, Γιουγκοσλαβία και Τσεχοσλοβακία. Η ονομασία τους ως τέτοιες αφαιρέθηκε μετά τη διάλυση του ανατολικού μπλοκ. Σήμερα λαϊκές δημοκρατίες ονομάζονται η Βόρεια Κορέα, η Κούβα, η Κίνα, το Βιετνάμ, η Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό καθώς και το Νεπάλ μετά τη συνταγματική μεταρρύθμιση που έλαβε χώρα το 2008.

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]