Σόφτμπολ

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Σόφτμπολ
SFU's women's softball team sports Olympic logo.jpg
Ύψιστη διοικητική αρχή World Baseball Softball Confederation
Πρώτο παιχνίδι Σικάγο, ΗΠΑ, 1887
Χαρακτηριστικά
Μέλη ομάδας 9-10 κάθε ομάδα
Κατηγοριοποίηση Bat-and-ball
Εξοπλισμός Μπάλα του σόφτμπολ
Ρόπαλο του σόφτμπολ
Γάντι του σόφτμπολ
Βάσεις

Το σόφτμπολ (αγγλικά softball) ή αλλιώς ελαφροσφαίριση, είναι μια παραλλαγή του μπέιζμπολ, το οποίο παίζεται με μεγαλύτερη μπάλα σε μικρότερο γήπεδο. Επινοήθηκε το 1887 στο Σικάγο ως παιχνίδι κλειστού χώρου. Πολλές φορές αποκαλούνταν και μπέιζμπολ κλειστού χώρου. Η ονομασία σόφτμπολ δόθηκε στο παιχνίδι το 1926. Ένα τουρνουά που πραγματοποιήθηκε το 1933 στη Διεθνή Έκθεση του Σικάγου, κέντρισε το ενδιαφέρον του κόσμου για το παιχνίδι. Στην Ελλάδα η Ελληνική Φίλαθλη Ομοσπονδία Σόφτμπολ (ΕΦΟΣ), η οποία ιδρύθηκε το 1997, αποτελεί τον ανώτατο οργανισμό διοίκησης του Σόφτμπολ. Η Παγκόσμια Συνομοσπονδία Μπέιζμπολ Σόφτμπολ (ΠΣΜΣ) ρυθμίζει τους κανόνες του παιχνιδιού σε περισσότερες από 110 χώρες, συμπεριλαμβανομένης και της Ελλάδας. Πριν από την ΠΣΜΣ, η οποία ιδρύθηκε το 2013, η Διεθνής Ομοσπονδία Σόφτμπολ (ΔΟΣ) κατείχε αυτό το ρόλο. Το σόφτμπολ ταχείας-ρίψης (fast-pitch) γυναικών έγινε Θερινό Ολυμπιακό Άθλημα το 1996, αλλά (μαζί με το μπέιζμπολ) αφαιρέθηκε το 2005 από τους αγώνες του 2012.

Υπάρχουν δύο τύποι σόφτμπολ. Στον πιο κοινό τύπο, το σόφτμπολ βραδείας-ρίψης (slow-pitch softball), η μπάλα, η οποία μερικές φορές είναι μεγαλύτερη από την τυπική των 12 ιντσών, θα πρέπει να διαγράφει καμπύλη τροχιά όταν ρίπτεται προς τον ροπαλοφόρο, υπάρχουν δέκα (10) παίκτες σε κάθε ομάδα, και το χτύπημα μπαντ (bunt) καθώς και το κλέψιμο βάσης απαγορεύονται. Στο σόφτμπολ ταχείας-ρίψης (fast-pitch softball), η ρίψη είναι γρήγορη, υπάρχουν εννέα (9) παίκτες στο γήπεδο κάθε φορά, και το χτύπημα μπαντ (bunt) καθώς και το κλέψιμο βάσης επιτρέπονται. Οι κανόνες του σόφτμπολ διαφέρουν κάπως από εκείνους του μπέιζμπολ. Δύο σημαντικές διαφορές είναι ότι η μπάλα πρέπει να ριφθεί από κάτω (underhand) - από τα 14 μέτρα (46 πόδια) για τους άνδρες ή 43 πόδια, και 35 πόδια για κάτω των 10 (U10), κάτω των 8 (U8) και κορίτσια κάτω των 6 (U6), και 12 μέτρα για τις γυναίκες, σε σύγκριση με τα 18,4 μέτρα (60,5 πόδια) του μπέιζμπολ - και ότι επτά (7) περίοδοι (innings) απαρτίζουν ένα κανονικό παιχνίδι, αντί εννέα (9).

Παρά το όνομα, η μπάλα που χρησιμοποιείται στο σόφτμπολ δεν είναι ούτε πολύ μαλακή ούτε πολύ ελαφριά. Έχει περίπου 30,5 cm (12 ίντσες) περιφέρεια (11 ή 12 ίντσες στο βραδείας-ρίψης), η οποία είναι 8 cm (3 ίντσες) μεγαλύτερη από μία μπάλα μπέιζμπολ. Το εσωτερικό γήπεδο (infield) στο σόφτμπολ είναι μικρότερο από ότι ένα "διαμάντι" (diamond) μπέιζμπολ. Οι βάσεις απέχουν 18 μέτρα (60 πόδια) η μία από την άλλη, σε αντίθεση με τα 27 μέτρα (90 πόδια) των βάσεων του μπέιζμπολ.

Ιστορία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η πρώτη φωτογραφία ομάδας σόφτμπολ που τραβήχτηκε ποτέ, Σικάγο, 1897
Παίκτης μπέιζμπολ κλειστού χώρου, 1907

Το παλαιότερο γνωστό παιχνίδι σόφτμπολ παίχτηκε στο Σικάγο, Ιλινόις την Ημέρα των Ευχαριστιών, το 1887. Έλαβε χώρα στο Farragut Boat Club σε μια συγκέντρωση για την ανακοίνωση του αποτελέσματος του αγώνα αμερικάνικου ποδοσφαίρου μεταξύ Γέιλ και Χάρβαρντ. Όταν το σκορ ανακοινώθηκε και τα στοιχήματα διευθετήθηκαν, ένας απόφοιτος του Γέιλ έριξε ένα γάντι πυγμαχίας σε έναν υποστηρικτή του Χάρβαρντ. Ο υποστηρικτής του Χάρβαρντ άρπαξε ένα ραβδί και το χτύπησε. Ο Τζορτζ Χάνκοκ (αγγλικά George Hancock) φώναξε "Παίξτε μπάλα!" ("Play ball!") και το παιχνίδι ξεκίνησε, με το γάντι πυγμαχίας σφιγμένο να μοιάζει με μπάλα και ένα σκουπόξυλο το οποίο χρησίμευε ως ρόπαλο. Ο πρώτος αυτός αγώνας έληξε με σκορ 41-40. Η μπάλα, όντας μαλακή, πιανόταν με γυμνό χέρι. Ο Τζορτζ Χανκοκ θεωρείται ο εφευρέτης του παιχνιδιού για την ανάπτυξη της μπάλας και ενός μικρού μεγέθους ρόπαλο την επόμενη εβδομάδα. Η Λέσχη Farragut σύντομα θεσπίζει κανόνες για το παιχνίδι, η οποίοι επεκτάθηκε γρήγορα σε τρίτους. Οραματισμένο ως ένας τρόπος να διατηρούν τις ικανότητές τους οι παίκτες του μπέιζμπολ κατά τη διάρκεια του χειμώνα, το άθλημα ονομάζεται "Μπέιζμπολ Κλειστού Χώρου" (Indoor Baseball). Υπό την ονομασία "Ανοικτό-Κλειστό"(Indoor-Outdoor), το παιχνίδι μεταφέρεται σε εξωτερικό χώρο την επόμενη χρονιά, και οι πρώτοι κανόνες δημοσιεύονται το 1889.

Το 1895 ο Λούις Ρόμπερ (αγγλικά Lewis Rober), πρεσβύτερος της Μινεάπολης, οργάνωσε υπαίθριους αγώνες για άσκηση για τους πυροσβέστες. Η έκδοση του παιχνιδιού του Ρόμπερ χρησιμοποιούσε μια μπάλα περιφέρειας 30,5 cm (12 ίντσες), αντί για την 40,6 cm (16 ίντσες) μπάλα που χρησιμοποιούνταν από τη λέσχη Farragut, και τελικά η μπάλα της Μινεάπολης επικράτησε, παρόλο που οι διαστάσεις του "διαμαντιού" της Μινεάπολης παραβλέφθηκαν για χάρη των διαστάσεων του "διαμαντιού" του Σικάγου. Ο Ρόμπερ μπορεί να μην ήταν γνώστης των κανόνων της Λέσχης Farragut. Το πρώτο πρωτάθλημα σόφτμπολ εκτός των Ηνωμένων Πολιτειών διοργανώθηκε στο Τορόντο το 1897.

Το όνομα "σόφτμπολ" χρονολογείται από το 1926. Το όνομα επινοήθηκε από τον Γουόλτερ Χάκανσον (αγγλικά Walter Hakanson) της Χριστιανικής Αδελφότητας Νέων (YMCA) σε μια συνεδρίαση του Εθνικού Κογκρέσου Αναψυχής (National Recreation Congress). Μέχρι το 1930, το όνομα σόφτμπολ είχε εξαπλωθεί σε όλες τις Ηνωμένες Πολιτείες. Μέχρι το 1930, παρόμοια αθλήματα με διαφορετικούς κανόνες και ονόματα παίζονταν σε όλες τις Ηνωμένες Πολιτείες και τον Καναδά. Ο σχηματισμός της Μεικτής Επιτροπής Κανόνων Σόφτμπολ (Joint Rules Committee on Softball) το 1934 τυποποιεί τους κανόνες και την ονομασία σε όλες τις Ηνωμένες Πολιτείες.

Το Δεκάξι-ιντσών σόφτμπολ (Sixteen-inch softball), είναι ο άμεσος απόγονος του αρχικού παιχνιδιού του Χάνκοκ. Οι αμυντικοί παίκτες δεν επιτρέπεται να φορούν γάντια άμυνας. Το Δεκάξι-ιντσών σόφτμπολ παίζεται ευρέως στο Σικάγο, όπου οι θιασώτες όπως ο αείμνηστος Μάικ Ρόικο (αγγλικά Mike Royko) το θεωρούν το "πραγματικό" παιχνίδι, και τη Νέα Ορλεάνη.

Μέχρι το 1940, το σόφτμπολ ταχείας ρίψης άρχισε να κυριαρχεί. Αν και το σόφτμπολ βραδείας ρίψης παρουσιάστηκε στην Παγκόσμια Έκθεση (World's Fair) του 1933, η κύρια πορεία των ενεργειών ήταν να επιμηκυνθεί η απόσταση ρίψης. Το βραδείας ρίψης κατάφερε να αναγνωριστεί επίσημα το 1953 όταν προστέθηκε στο πρόγραμμα του Ερασιτεχνικού Συνδέσμου Σόφτμπολ (Amateur Softball Association), και μέσα σε μια δεκαετία ξεπέρασε το ταχείας ρίψης σε δημοτικότητα.

Το πρώτο Βρετανικό πρωτάθλημα σόφτμπολ γυναικών ιδρύθηκε το 1952.

Το 1991, το σόφτμπολ ταχείας ρίψης γυναικών επιλέχθηκε για να κάνει το ντεμπούτο του στους Θερινούς Ολυμπιακούς Αγώνες του 1996. Οι Ολυμπιακοί Αγώνες του 1996 σηματοδότησαν επίσης μια εποχή κλειδί στην εισαγωγή της τεχνολογίας στο σόφτμπολ. Η Διεθνής Ολυμπιακή Επιτροπή χρηματοδότησε μια βίο-μηχανική μελέτη ορόσημο για τη ρίψη κατά τη διάρκεια των αγώνων.

Το 2002, το δεκαέξι-ιντσών σόφτμπολ βραδείας ρίψης αφαιρέθηκε από τους επίσημους κανόνες της ΔΟΣ, αν και εξακολουθεί να παίζεται εκτενώς στις Ηνωμένες Πολιτείες υπό τους κανόνες του Ερασιτεχνικού Συνδέσμου Σόφτμπολ (Amateur Softball Association ή ASA).

Στην 117η σύνοδο της Διεθνούς Ολυμπιακής Επιτροπής, που πραγματοποιήθηκε στη Σιγκαπούρη τον Ιούλιο του 2005, αποφασίστηκε η αφαίρεση του σόφτμπολ και του μπέιζμπολ από τα Ολυμπιακά αθλήματα από τους Θερινούς Ολυμπιακούς Αγώνες του 2012.

Μορφές αθλήματος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Υπάρχουν δύο τύποι σόφτμπολ:

  • Σόφτμπολ Ταχείας Ρίψης: η ρίψη της μπάλας είναι σε ευθεία γραμμή και έχει ταχύτητα 90-100 χλμ/ώρα κατά μέσο όρο. Ήταν ολυμπιακό άθλημα από το 1996 ως το 2004.
  • Σόφτμπολ Βραδείας Ρίψης: η ρίψη της μπάλας έχει καμπύλη τροχιά και έχει ταχύτητα μικρότερη.

Το γήπεδο[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το σόφτμπολ παίζεται σε ανοιχτό γήπεδο που έχει σχήμα τεταρτημόριου κύκλου. Το γήπεδο περιλαμβάνει δύο ζώνες:

Η Εσωτερική Ζώνη ή Διαμάντι έχει σχήμα ρόμβου με πλευρές μήκους 18,29 μ. και συνήθως είναι χωμάτινο. Στις τέσσερις κορυφές του ρόμβου υπάρχουν οι τέσσερις Βάσεις. Η πρώτη, προς το εσωτερικό του γηπέδου, λέγεται Κύρια Βάση και την κατέχει ένας παίκτης με ρόπαλο, ο ροπαλοφόρος ή μπάτερ. Στις υπόλοιπες βάσεις: 1η, 2η, και 3η, προωθούνται διαδοχικά οι συμπαίκτες του και ο ίδιος κατά τη διάρκεια του παιχνιδιού, μέχρι να επιστρέψουν στην αρχική βάση.

Στο εσωτερικό του διαμαντιού, και σε απόσταση 12,19 μ. από την αρχική βάση, βρίσκεται ο ρίπτης ή πίτσερ της αντίπαλης ομάδας, ο οποίος ρίχνει την μπάλα προς τον ροπαλοφόρο. Πίσω από τον ροπαλοφόρο υπάρχει ένας συμπαίκτης του ρίπτη, ο λήπτης ή κάτσερ, που φορά ένα μεγάλο γάντι και προσπαθεί να πιάσει την μπάλα, αν δεν χτυπηθεί από τον ροπαλοφόρο.

Η Εξωτερική Ζώνη, που είναι συνήθως σκεπασμένη με γρασίδι, σχηματίζει ένα τόξο με απόσταση τουλάχιστον 60,6 μ. από την κύρια βάση. Στην εξωτερική ζώνη τοποθετούνται οι παίκτες της αμυνόμενης ομάδας.

Οι θέσεις των παικτών[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το σόφτμπολ παίζεται από δυο ομάδες των εννέα παικτών: την επιτιθέμενη και την αμυνόμενη, οι οποίες εναλλάσσουν ρόλους. Εκτός από τους εννιά αγωνιζόμενους παίκτες μπορούν να υπάρχουν και άλλοι, μέχρι 15 ή 17 συνολικά, από τους οποίους σε κάθε γύρο επιλέγονται εννιά.

Οι παίκτες της αμυνόμενης ομάδας, τοποθετούνται ως εξής:

  • ένας ρίπτης (πίτσερ): μέσα στο διαμάντι
  • ένας λήπτης (κάτσερ): πίσω από την αρχική βάση
  • τρεις αμυντικοί: 1ης, 2ης, και 3ης βάσης
  • μεσαίος αμυντικός
  • τρεις αμυντικοί στην εξωτερική ζώνη: αριστερά, κέντρο και δεξιά.

Οι παίκτες της επιτιθέμενης ομάδας αγωνίζονται διαδοχικά στη θέση του ροπαλοφόρου (μπάτερ). Το παιχνίδι δεν έχει χρονική διάρκεια. Μόλις τρεις ροπαλοφόροι της επιτιθέμενης ομάδας αποκλειστούν, οι ομάδες αλλάζουν ρόλους ώστε να ολοκληρωθεί ένας γύρος.

Σκοπός του παιχνιδιού[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το παιχνίδι διεξάγεται σε επτά γύρους. Κάθε γύρος ολοκληρώνεται μόλις τρεις μπάτερ από κάθε ομάδα αποκλειστούν από το παιχνίδι. Νικήτρια αναδεικνύεται η ομάδα που θα κερδίσει τους περισσότερους πόντους (διαδρομές στις τέσσερις βάσεις: innings). Δεν υπάρχει ισοπαλία αλλά διεξάγεται ένας επιπλέον γύρος ή και περισσότεροι, μέχρι κάποια ομάδα να προηγηθεί στο σκορ. Αν ένα ισόπαλο παιχνίδι φτάσει στον ένατο γύρο και δεν έχει αναδειχθεί νικητής γίνεται το τάι-μπρέικ (tie breaker), στο οποίο η επιτιθέμενη ομάδα ξεκινά με έναν παίκτη στη δεύτερη βάση.

Στο ξεκίνημα του παιχνιδιού ο ρίπτης ρίχνει την μπάλα προς τον μπάτερ, στην προβλεπόμενη ζώνη (strike zone), και εκείνος πρέπει να την αποκρούσει με το μπαστούνι. Η προβλεπόμενη ζώνη είναι προς τα πάνω ανάμεσα στη ζώνη και στους ώμους του μπάτερ και χαμηλά μέχρι το ύψος του γόνατου. Αν η μπαλιά δεν είναι στη σωστή ζώνη, ο ρίπτης έχει δικαίωμα να προσπαθήσει μέχρι τέσσερις φορές. Αν δεν τα καταφέρει ακυρώνεται και η αντίπαλη ομάδα κερδίζει πόντο, ενώ στη συνέχεια αντικαθίσταται από άλλο συμπαίκτη του.

Μόλις ο μπάτερ αποκρούσει τη μπάλα και αυτή βρει στο έδαφος, αφήνει το μπαστούνι αρχίζει και τρέχει προς την α΄ βάση, πριν κάποιος από τους παίκτες της αμυνόμενης ομάδας στείλει τη μπάλα στο συμπαίκτη του της α΄ βάσης. Αν προλάβει να κάνει το γύρω και των τεσσάρων βάσεων, η ομάδα του κερδίζει έναν πόντο. Γι’ αυτό προσπαθεί να στείλει την μπάλα όσο μακρύτερα γίνεται, αν είναι δυνατόν έξω από τον αγωνιστικό χώρο. Αλλιώς περιμένει στη βάση που έφτασε, μέχρι να αγωνιστεί ο επόμενος μπάτερ. Έτσι συνεχίζεται το παιχνίδι, μέχρι και οι εννιά παίκτες να περάσουν από τη θέση του μπάτερ ή μέχρι να ακυρωθούν τρεις μπάτερ, οπότε οι ομάδες αλλάζουν θέσεις.

Ένας μπάτερ ακυρώνεται αν δεν καταφέρει να αποκρούσει τρεις έγκυρες μπαλιές του ρίπτη και τις πιάσει ο κάτσερ, αν η μπαλιά του καταλήξει σε αντίπαλο παίκτη πριν πέσει στο έδαφος ή αν παίκτης της αμυνόμενης ομάδας που έχει πιάσει με τη μπάλα προλάβει να ακουμπήσει μία βάση πριν από παίκτη της επιτιθέμενης ομάδας που κινείται προς αυτή.

Διοργανώσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η Διεθνής Ομοσπονδία διοργανώνει το Παγκόσμιο Πρωτάθλημα Σόφτμπολ Ανδρών από το 1965 και το Παγκόσμιο Πρωτάθλημα Σόφτμπολ Γυναικών από το 1966. Στην Ευρώπη διεξάγονται το Ευρωπαϊκό Πρωτάθλημα Σόφτμπολ Ανδρών και το Ευρωπαϊκό Πρωτάθλημα Σόφτμπολ Γυναικών από το 1993.

Γενικά το γυναικείο σόφτμπολ είναι πιο διαδεδομένο από το ανδρικό και θεωρείται το γυναικείο αντίστοιχο του μπέιζμπολ. Από το 1996 στην Ατλάντα ως το 2004 στην Αθήνα το σόφτμπολ γυναικών ταχείας ρίψης ήταν ολυμπιακό άθλημα. Όμως, αποφασίστηκε να αφαιρεθεί από τους αγώνες το 2012, όπως και το συγγενικό μπέιζμπολ.

Στην Ευρώπη[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το σόφτμπολ παίζεται σχεδόν σε κάθε χώρα στην Ευρώπη, κυρίως το ταχείας-ρίψης. Κάθε δύο χρόνια διοργανώνεται το Ευρωπαϊκό Πρωτάθλημα Ταχείας-Ρίψης Γυναικών με πάνω από είκοσι εθνικές ομάδες. Η Ιταλία και η Ολλανδία είναι οι καλύτερες ομάδες, και οι δύο έχουν ένα σχεδόν επαγγελματικό πρωτάθλημα όπου αθλήτριες από τις ΗΠΑ, την Αυστραλία και την Κίνα παίζουν. Στην κατηγορία των ανδρών οκτώ έως δέκα εθνικές ομάδες συναγωνίζονται για το Ευρωπαϊκό Πρωτάθλημα, με την Τσεχική Δημοκρατία, την Ολλανδία και τη Δανία να κατέχουν τα ηνία.

Στην Ελλάδα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στην Ελλάδα το άθλημα εποπτεύεται από την Ελληνική Φίλαθλη Ομοσπονδία Σόφτμπολ ή (ΕΦΟΣ), που ιδρύθηκε το 1997. Από το 2000 διοργανώνει το Πανελλήνιο Πρωτάθλημα Σόφτμπολ Γυναικών και από το 2014 διοργανώνει και το Πανελλήνιο Πρωτάθλημα Σόφτμπολ Ανδρών.

Πηγή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Τα Ολυμπιακά Αθλήματα, έκδ. ΥΠΕΠΘ, Αθήνα 2001, σελ. 100-102.

Εξωτερικές συνδέσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]