Σόφτμπολ

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Το σόφτμπολ (αγγλ.: softball) είναι ένα ομαδικό άθλημα, το οποίο παίζεται από ανδρικές και γυναικείες ομάδες των εννέα παικτών. Έχει πολλές ομοιότητες με το μπέιζμπολ.

Ιστορικές πληροφορίες[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το σόφτμπολ επινοήθηκε σχεδόν τυχαία το 1887 στο Σικάγο των ΗΠΑ στον εκεί κωπηλατικό σύλλογο: Farragut Boating Club, κατά τη διάρκεια πανηγυρισμών για τη νίκη του πανεπιστημίου Γέιλ στο ράγκμπι επί του πανεπιστημίου Χάρβαρντ. Σύντομα έγινε δημοφιλές τόσο στις ΗΠΑ, όσο και σε άλλες χώρες, κυρίως στην Αυστραλία. Στην Ευρώπη διαδόθηκε κατά τη διάρκεια του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου από Αμερικανούς στρατιώτες.

Οι πρώτοι επίσημοι κανονισμοί διατυπώθηκαν το 1923. Το 1952 ιδρύθηκε η Διεθνής Ομοσπονδία Σόφτμπολ (International Softball Federation ή ISF), που είναι η ανώτατη διοικητική αρχή του αθλήματος και έχει 120 χώρες-μέλη.

Μορφές αθλήματος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Υπάρχουν δύο τύποι σόφτμπολ:

  • Σόφτμπολ Ταχείας Ρίψης: η ρίψη της μπάλας είναι σε ευθεία γραμμή και έχει ταχύτητα 90-100 χλμ/ώρα κατά μέσο όρο. Ήταν ολυμπιακό άθλημα από το 1996 ως το 2004.
  • Σόφτμπολ Βραδείας Ρίψης: η ρίψη της μπάλας έχει καμπύλη τροχιά και έχει ταχύτητα μικρότερη.

Το γήπεδο[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το σόφτμπολ παίζεται σε ανοιχτό γήπεδο που έχει σχήμα τεταρτημόριου κύκλου. Το γήπεδο περιλαμβάνει δύο ζώνες:

Η Εσωτερική Ζώνη ή Διαμάντι έχει σχήμα ρόμβου με πλευρές μήκους 18,29 μ. και συνήθως είναι χωμάτινο. Στις τέσσερις κορυφές του ρόμβου υπάρχουν οι τέσσερις Βάσεις. Η πρώτη, προς το εσωτερικό του γηπέδου, λέγεται Κύρια Βάση και την κατέχει ένας παίκτης με ρόπαλο, ο ροπαλοφόρος ή μπάτερ. Στις υπόλοιπες βάσεις: 1η, 2η, και 3η, προωθούνται διαδοχικά οι συμπαίκτες του και ο ίδιος κατά τη διάρκεια του παιχνιδιού, μέχρι να επιστρέψουν στην αρχική βάση.

Στο εσωτερικό του διαμαντιού, και σε απόσταση 12,19 μ. από την αρχική βάση, βρίσκεται ο ρίπτης ή πίτσερ της αντίπαλης ομάδας, ο οποίος ρίχνει την μπάλα προς τον ροπαλοφόρο. Πίσω από τον ροπαλοφόρο υπάρχει ένας συμπαίκτης του ρίπτη, ο λήπτης ή κάτσερ, που φορά ένα μεγάλο γάντι και προσπαθεί να πιάσει την μπάλα, αν δεν χτυπηθεί από τον ροπαλοφόρο.

Η Εξωτερική Ζώνη, που είναι συνήθως σκεπασμένη με γρασίδι, σχηματίζει ένα τόξο με απόσταση τουλάχιστον 60,6 μ. από την κύρια βάση. Στην εξωτερική ζώνη τοποθετούνται οι παίκτες της αμυνόμενης ομάδας.

Οι θέσεις των παικτών[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το σόφτμπολ παίζεται από δυο ομάδες των εννέα παικτών: την επιτιθέμενη και την αμυνόμενη, οι οποίες εναλλάσσουν ρόλους. Εκτός από τους εννιά αγωνιζόμενους παίκτες μπορούν να υπάρχουν και άλλοι, μέχρι 15 ή 17 συνολικά, από τους οποίους σε κάθε γύρο επιλέγονται εννιά.

Οι παίκτες της αμυνόμενης ομάδας, τοποθετούνται ως εξής:

  • ένας ρίπτης (πίτσερ): μέσα στο διαμάντι
  • ένας λήπτης (κάτσερ): πίσω από την αρχική βάση
  • τρεις αμυντικοί: 1ης, 2ης, και 3ης βάσης
  • μεσαίος αμυντικός
  • τρεις αμυντικοί στην εξωτερική ζώνη: αριστερά, κέντρο και δεξιά.

Οι παίκτες της επιτιθέμενης ομάδας αγωνίζονται διαδοχικά στη θέση του ροπαλοφόρου (μπάτερ). Το παιχνίδι δεν έχει χρονική διάρκεια. Μόλις τρεις ροπαλοφόροι της επιτιθέμενης ομάδας αποκλειστούν, οι ομάδες αλλάζουν ρόλους ώστε να ολοκληρωθεί ένας γύρος.

Σκοπός του παιχνιδιού[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το παιχνίδι διεξάγεται σε επτά γύρους. Κάθε γύρος ολοκληρώνεται μόλις τρεις μπάτερ από κάθε ομάδα αποκλειστούν από το παιχνίδι. Νικήτρια αναδεικνύεται η ομάδα που θα κερδίσει τους περισσότερους πόντους (διαδρομές στις τέσσερις βάσεις: innings). Δεν υπάρχει ισοπαλία αλλά διεξάγεται ένας επιπλέον γύρος ή και περισσότεροι, μέχρι κάποια ομάδα να προηγηθεί στο σκορ. Αν ένα ισόπαλο παιχνίδι φτάσει στον ένατο γύρο και δεν έχει αναδειχθεί νικητής γίνεται το τάι-μπρέικ (tie breaker), στο οποίο η επιτιθέμενη ομάδα ξεκινά με έναν παίκτη στη δεύτερη βάση.

Στο ξεκίνημα του παιχνιδιού ο ρίπτης ρίχνει την μπάλα προς τον μπάτερ, στην προβλεπόμενη ζώνη (strike zone), και εκείνος πρέπει να την αποκρούσει με το μπαστούνι. Η προβλεπόμενη ζώνη είναι προς τα πάνω ανάμεσα στη ζώνη και στους ώμους του μπάτερ και χαμηλά μέχρι το ύψος του γόνατου. Αν η μπαλιά δεν είναι στη σωστή ζώνη, ο ρίπτης έχει δικαίωμα να προσπαθήσει μέχρι τέσσερις φορές. Αν δεν τα καταφέρει ακυρώνεται και η αντίπαλη ομάδα κερδίζει πόντο, ενώ στη συνέχεια αντικαθίσταται από άλλο συμπαίκτη του.

Μόλις ο μπάτερ αποκρούσει τη μπάλα και αυτή βρει στο έδαφος, αφήνει το μπαστούνι αρχίζει και τρέχει προς την α΄ βάση, πριν κάποιος από τους παίκτες της αμυνόμενης ομάδας στείλει τη μπάλα στο συμπαίκτη του της α΄ βάσης. Αν προλάβει να κάνει το γύρω και των τεσσάρων βάσεων, η ομάδα του κερδίζει έναν πόντο. Γι’ αυτό προσπαθεί να στείλει την μπάλα όσο μακρύτερα γίνεται, αν είναι δυνατόν έξω από τον αγωνιστικό χώρο. Αλλιώς περιμένει στη βάση που έφτασε, μέχρι να αγωνιστεί ο επόμενος μπάτερ. Έτσι συνεχίζεται το παιχνίδι, μέχρι και οι εννιά παίκτες να περάσουν από τη θέση του μπάτερ ή μέχρι να ακυρωθούν τρεις μπάτερ, οπότε οι ομάδες αλλάζουν θέσεις.

Ένας μπάτερ ακυρώνεται αν δεν καταφέρει να αποκρούσει τρεις έγκυρες μπαλιές του ρίπτη και τις πιάσει ο κάτσερ, αν η μπαλιά του καταλήξει σε αντίπαλο παίκτη πριν πέσει στο έδαφος ή αν παίκτης της αμυνόμενης ομάδας που έχει πιάσει με τη μπάλα προλάβει να ακουμπήσει μία βάση πριν από παίκτη της επιτιθέμενης ομάδας που κινείται προς αυτή.

Διοργανώσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η Διεθνής Ομοσπονδία διοργανώνει το Παγκόσμιο Πρωτάθλημα Σόφτμπολ Ανδρών από το 1965 και το Παγκόσμιο Πρωτάθλημα Σόφτμπολ Γυναικών από το 1966. Στην Ευρώπη διεξάγονται το Ευρωπαϊκό Πρωτάθλημα Σόφτμπολ Ανδρών και το Ευρωπαϊκό Πρωτάθλημα Σόφτμπολ Γυναικών από το 1993.

Γενικά το γυναικείο σόφτμπολ είναι πιο διαδεδομένο από το ανδρικό και θεωρείται το γυναικείο αντίστοιχο του μπέιζμπολ. Από το 1996 στην Ατλάντα ως το 2004 στην Αθήνα το σόφτμπολ γυναικών ταχείας ρίψης ήταν ολυμπιακό άθλημα. Όμως, αποφασίστηκε να αφαιρεθεί από τους αγώνες το 2012, όπως και το συγγενικό μπέιζμπολ.

Στην Ελλάδα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στην Ελλάδα το άθλημα εποπτεύεται από την Ελληνική Φίλαθλη Ομοσπονδία Σόφτμπολ ή (ΕΦΟΣ), που ιδρύθηκε το 1997. Έχει μόνο γυναικεία σωματεία και από το 2000 διοργανώνει το Πανελλήνιο Πρωτάθλημα Σόφτμπολ Γυναικών.

Εξωτερικές συνδέσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Πηγή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • "Τα Ολυμπιακά Αθλήματα", έκδ. ΥΠΕΠΘ, Αθήνα 2001, σελ. 100-102.