Φάλαινα

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Φάλαινα
Μία μεγάπτερη φάλαινα
Συστηματική ταξινόμηση
Βασίλειο: Ζώα (Animalia)
Συνομοταξία: Χορδωτά (Chordata)
Ομοταξία: Θηλαστικά (Mammalia)
Τάξη: Κητώδη (Cetacea)

Οι φάλαινες είναι Κητώδη θηλαστικά που ζουν στη θάλασσα. Η κοινή ονομασία φάλαινα περιλαμβάνει τα θηλαστικά που ανήκουν στις οικογένειες Φαλαινίδες, Φαλαινοπτερίδες και Φυσητηρίδες. Τα πιο χαρακτηριστικά είδη ανήκουν στην οικογένεια Φαλαινίδες. Παρά το γεγονός ότι έχουν την ανατομία και τα γνωρίσματα των θηλαστικών, η μορφή τους είναι αυτή του ψαριού. Ο αριθμός των φαλαινών έχει μειωθεί και πολλά είδη απειλούνται με εξαφάνιση, εξαιτίας της εντατικής θήρευσης, για το λίπος , το κρέας, τα οστά και τις μπαλένες τους.

Προέλευση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Όλα τα κητώδη, μεταξύ των οποίων οι φάλαινες και τα δελφίνια είναι απόγονοι χερσαίων θηλαστικών, που ανήκαν στα Αρτιοδάκτυλα. Σήμερα τα κητώδη και τα αρτιοδάκτυλα μαζί υπάγονται στην υποτάξη Κηταρτιοδάκτυλα , η οποία συμπεριλαμβάνει τις φάλαινες και τους ιπποπόταμους. Στην πραγματικότητα, οι φάλαινες αποτελούν τους κοντινότερους συγγενείς των ιπποποτάμων. Προήλθαν από έναν κοινό πρόγονο, περίπου πριν από 54 εκατομμύρια χρόνια.[1][2] Άρχισαν να κολυμπούν πριν από σχεδόν 50 εκατομμύρια χρόνια.[3]

Τα κητώδη υποδιαιρούνται σε δύο υφομοταξίες :

  • Οι φάλαινες- μπαλένες, των οποίων χαρακτηριστικό είναι οι μπαλένες. Πρόκειται για ελάσματα από κερατίνη, που αντικαθιστούν τα δόντια σε όσα είδη δεν έχουν. Οι μπαλένες στηρίζονται στον ουρανίσκο και σχηματίζουν ένα είδος φίλτρου, που επιτρέπει στο νερό της θάλασσας να εξέρχεται από το στόμα, συγκρατώντας τους μικρούς οργανισμούς (πλαγκτόν) με τους οποίους τρέφεται το κήτος.
  • Οι φάλαινες με δόντια, οι οποίες τρέφονται με ψάρια και καλαμάρια. Αυτές έχουν την ικανότητα να αντιλαμβάνονται το γύρω τους περιβάλλον μέσω ηχοεντοπισμού[4][5].

Περιγραφή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Είναι θηλαστικό και ανήκει στην ίδια οικογένια με το δελφίνι, στα κητώδη. Όπως όλα τα θηλαστικά, οι φάλαινες αναπνέουν με πνεύμονες (γι’ αυτό και υποχρεώνονται να ανεβούν στην επιφάνεια του νερού, για να αναπνεύσουν), είναι ζώα θερμόαιμα, θηλάζουν τα μικρά τους και έχουν (αν και πολύ λίγο) τρίχωμα. Το κεφάλι του ζώου δεν ξεχωρίζει από το υπόλοιπο σώμα και είναι μεγάλο. Στο τεράστιο στόμα της δεν έχει δόντια. Στο πάνω μέρος του κεφαλιού έχει ρουθούνια. Όταν αναδύονται στην επιφάνεια, οι φάλαινες εκκενώνουν τον αέρα που είχαν στους πνεύμονες με πίεση. Για το λόγο αυτό σχηματίζουν πίδακα. Το νερό εκτοξεύεται από μια οπή στο πάνω μέρος του κεφαλιού τους (από δύο οπές στις φάλαινες με μπαλένες). Τα μπροστινά τους άκρα έχουν μετατραπεί σε πτερύγια του θώρακα, ενώ τα πίσω άκρα επέχουν θέση πτερυγίων για την ουρά. Το δέρμα τους είναι ιδιαίτερα λεπτό και προστατεύεται από ένα στρώμα λίπους, το οποίο εκτός των άλλων λειτουργεί και ως αποθήκη ενέργειας. Το γάλα του ζώου περιέχει επίσης λίπος(με περιεκτικότητα περίπου 50%). Η καρδιά τους είναι τετράχωρη.

Η ηλικία τους μπορεί να ξεπεράσει και τα 100 χρόνια.[6] Επιπλέον, έχει βρεθεί φάλαινα , η ηλικία της οποίας υπολογίστηκε στα 211 χρόνια και θεωρείται το γηραιότερο θηλαστικό.[7][8]

Φαλαινοθηρία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Παγκόσμιος χάρτης με τις χώρες που είναι και αυτές που δεν αποτελούν μέλη της Διεθνούς Φαλαινοθηρικής Επιτροπής (IWC) (με γαλάζιο τα κράτη-μέλη).

Το κυνήγι της φάλαινας με στόχο την αλίευσή της, που γίνεται εδώ και αιώνες, οδήγησε στη δραματική μείωση του πληθυσμού της και έτσι πολλά είδη απειλούνται σήμερα με εξαφάνιση. Για το σκοπό αυτό, ορίστηκαν αυστηροί κανόνες για τη θήρευση αναφορικά με τον επιτρεπτό αριθμό αλλά και τα μέσα που χρησιμοποιούνται.

Επίσης, η Διεθνής Φαλαινοθηρική Επιτροπή εισήγαγε ένα μορατόριουμ 6 ετών στην εμπορική φαλαινοθηρία το 1986, το οποίο έχει επεκταθεί ως τις μέρες μας. Για διάφορους λόγους σε κάποιες χώρες δεν ισχύει το μορατόριουμ αυτό. Σήμερα, οι χώρες που κυνηγούν φάλαινες είναι οι Νορβηγία, Ισλανδία, Ιαπωνία και οι ιθαγενείς κοινότητες στη Σιβηρία, την Αλάσκα και το βόρειο Καναδά.

Είδη[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Φαλαινίδες[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η οικογένεια αυτή περιλαμβάνει αρκετά είδη. Τα κυριότερα είναι:

  • Η φάλαινα μυστακοκήτος (Balaena mysticetus), με μήκος που φτάνει τα 20 μέτρα. Απαντάται στον Καναδά και στη Γροιλανδία, όπως επίσης και στη Βερίγγειο Θάλασσα. Ζυγίζει ως 100 τόνους και έχει λευκές τρίχες στο εμπρόσθιο άκρο της άνω και κάτω σιαγόνας της, χαρακτηριστικό στο οποίο οφείλει και την ονομασία της. Το θηλυκό κυοφορεί 9-11 μήνες και γεννά ένα μικρό, το οποίο γεννιέται με την ουρά. Μέσα σε σχισμές κοντά στην έδρα η φάλαινα αυτή φέρει θηλές, από όπου εκκρίνεται γάλα, με το οποίο θηλάζει τα μικρά της.
  • Νεοφάλαινα η κρασπεδωτή, που είναι γνωστή και με την ονομασία φάλαινα- νάνος. Το μήκος της δεν ξεπερνά τα 6 μέτρα[εκκρεμεί παραπομπή]. Ζει στις κρύες περιοχές των νότιων ωκεανών.
  • Η φάλαινα των πάγων, που έχει μήκος ως 18 μέτρα. Συναντάται σε όλες τις θάλασσες. Και είναι γενικότερα η μικρή φάλαινα που υπάρχει στον κόσμο[εκκρεμεί παραπομπή].

Φαλαινοπτερίδες[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Εδώ ανήκει η γαλάζια φάλαινα (Balenoptera musculus), που αποτελεί και το μεγαλύτερο είδος όπως επίσης και το μεγαλύτερο θηλαστικό του κόσμου. Το είδος αυτό έχει μπαλένες και ραχιαίο πτερύγιο. Με μήκος 33 μέτρων και βάρος 150 τόνων, απαντάται στην Αρκτική και στο βόρειο Ατλαντικό. Το δέρμα της μπορεί να τεντώνεται και να μεγαλώνει το στόμα, με τη βοήθεια πτυχών. Η αναπαραγωγή του γίνεται σε πιο θερμές θάλασσες, επειδή το νεογέννητο, που στερείται στρώματος λίπους, δεν μπορεί να αντιμετωπίσει το κρύο.

Φυσητηρίδες[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στην οικογένεια αυτή ανήκουν οι φάλαινες που δεν έχουν μπαλένες αλλά δόντια. Ζουν σε αγέλες, σε θερμές , τροπικές και υποτροπικές θάλασσες. Το γνωστότερο είδος είναι ο φυσητήρας (Physeter catodon), του οποίου το μήκος φτάνει τα 20 μέτρα. Έχει κυλινδρικό ρύγχος, τεράστιο κεφάλι και κολυμπά γρήγορα. Όταν αναδύεται στην επιφάνεια φυσά με μεγάλη δύναμη τον αέρα και τους υδρατμούς από το μοναδικό ρουθούνι που φέρει επάνω στο ρύγχος του, σχηματίζοντας πίδακα. Η τροφή του περιλαμβάνει καλαμάρια και ψάρια. Στα εντόσθιά του υπάρχει μια αρωματική ουσία (άμβρα). Στο ρύγχος του περιέχει λάδι (λίπος), για το οποίο το κυνηγούν. Το λάδι του χρησιμοποιήθηκε ως φωτιστικό μέσο.

Θεωρούμε ότι οι φυσητήρες ανήκουν στην οικογένεια των φαλαινών, κυρίως λόγω του σχήματος και του μεγάλου μεγέθους τους - φτάνουν στα δεκαοχτώ μέτρα. Όμως, σε τι διαφέρουν οι φυσητήρες από τις φάλαινες; Οι τελευταίες έχουν μπαλένες, τις μεγάλες κεράτινες πλάκες μέσω των οποίων φιλτράρεται το νερό που καταπίνουν, μαζί με τα ψάρια και το πλαγκτόν. Οι μπαλένες τούς επιτρέπουν να συγκρατούν την τροφή αποβάλλοντας το νερό. Ο φυσητήρας, αντίθετα, έχει δόντια, γεγονός που τον κάνει συγγενικό των δελφινιών, χωρίς βέβαια να είναι δελφίνι.

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Northeastern Ohio Universities Colleges of Medicine and Pharmacy (21 Δεκεμβρίου 2007). «Whales Descended From Tiny Deer-like Ancestors». ScienceDaily. http://www.sciencedaily.com/releases/2007/12/071220220241.htm. Ανακτήθηκε στις 21-12-2007. 
  2. Dawkins, Richard (2004). The Ancestor's Tale, A Pilgrimage to the Dawn of Life. Boston: Houghton Mifflin Company. ISBN 0-618-00583-8. 
  3. «How whales learned to swim». BBC News. 08-05-2002. http://news.bbc.co.uk/1/hi/sci/tech/1974869.stm. Ανακτήθηκε στις 20-08-2006. 
  4. «Anatomy of a Whale's Ears». http://instruct1.cit.cornell.edu/courses/bionb424/students2004/kls36/neuroanatomy.htm. Ανακτήθηκε στις 14-09-2006. 
  5. «How is that whale listening?». http://www.eurekalert.org/pub_releases/2008-02/iop-hit020108.php. Ανακτήθηκε στις 04-02-2008. 
  6. «Hunting lance from 1800s found in whale». Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 2007-12-27. http://web.archive.org/web/20071227160704/http://www.news.com.au/dailytelegraph/story/0,22049,21897911-5001028,00.html. Ανακτήθηκε στις 14-06-2007. 
  7. «Bowhead Whales May Be the World's Oldest Mammals». 15-02-2008. http://www.gi.alaska.edu/ScienceForum/ASF15/1529.html. Ανακτήθηκε στις 25-03-2008. 
  8. George, J.C. et al. (1999). «Age and growth estimates of bowhead whales (Balaena mysticetus) via aspartic acid racemization». Can. J. Zool. 77 (4): 571–580. doi:10.1139/cjz-77-4-571. 

Βιβλιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Νέα Εγκυκλοπαιδεία, εκδ. Μαλλιάρης-Παιδεία, 2006, τ. 26, σελ. 176-77.

Εξωτερικές συνδέσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στο λήμμα αυτό έχει ενσωματωθεί κείμενο από το λήμμα Whale της Αγγλικής Βικιπαίδειας, η οποία διανέμεται υπό την GNU FDL και την CC-BY-SA 3.0. (ιστορικό/συντάκτες).