Ιωάννης Ιουστινιάνη

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Ο Ιωάννης Λόγγος Ιουστινιάνης (Giovanni Giustiniani Longo, 1418 - 1 Ιουνίου 1453) ήταν Γενουάτης στρατιωτικός, μέλος μίας από τις σημαντικότερες οικογένειες της Γένοβας[1], και πρωτοστράτωρ της Βυζαντινής αυτοκρατορίας. Ήταν ένας από τους υπερασπιστές της Κωνσταντινούπολης κατά την Άλωση από τους Οθωμανούς το 1453, ως επικεφαλής ενόπλου τμήματος 700 Γενουατών.

Με προσωπική του πρωτοβουλία χρηματοδότησε και οργάνωσε στρατιωτική αποστολή επίκεφαλής 700 ένοπλων συμπατριωτών του, προς ενίσχυση της άμυνας της Κωνσταντινούπολης. Όταν έφτασε στην βασιλεύουσα ο Βυζαντινός Αυτοκράτορας Κωνσταντίνος Παλαιολόγος του ανέθεσε την άμυνα της πόλης. Ο Ιουστινιάνη με την προσωπικότητά του έπαιξε αποφασιστικό ρόλο στις διαμάχες μεταξύ των στρατιωτών, ιδιαίτερα μεταξύ Βενετών και Γενουατών. Οργάνωσε κατά αποφασιστικό τρόπο την άμυνα, με αποτέλεσμα να αποκρουστούν οι συνδυασμένες επελάσεις των Οθωμανών, παρ' όλη την συντριπτική αριθμητική υπεροχή τους.

Στις 29 Μαΐου 1453, και ενώ ο Οθωμανός σουλτάνος Μωάμεθ Β' εξαπέλυσε την τελική επίθεση, ο Ιουστινιάνη τραυματίστηκε σοβαρά από βλήμα οθωμανικού πυροβολικού. Κατά άλλους αναφέρεται ότι το τραύμα προήλθε από βέλος. Ποιο ακριβώς σημείο του σώματός του χτυπήθηκε δεν είναι σίγουρο και οι πηγές παρουσιάζουν διαφορετικές εκδοχές. Μετά τον τραυματισμό του αναγκάστηκε να αποχωρήσει από τις συγκρούσεις, κάτι που έριξε κατακόρυφα την ψυχολογία και αποφασιστικότητα των πολιορκημένων.

Στην επικείμενη επίθεση, ο Μωάμεθ Β΄ διέταξε πλήρη έφοδο, βλέποντας την αποχώρηση του Ιουστινιάνη ως μεγάλη ευκαιρία που έπρεπε να εκμεταλλευτεί.

Ο ίδιος ο Ιουστινιάνη, μαζί με τους άντρες του, κατάφεραν να διαφύγουν με πλοία προς την Χίο, όμως βαριά τραυματισμένος πέθανε την 1η Ιουνίου του 1453. Ο τάφος του διασώζεται ακόμη στην Χίο, όμως το λατινικό επίγραμμά του, που ήταν άλλοτε στην εκκλησία του Αγίου Δομινίκου, έχει κατά τα φαινόμενα εξαφανιστεί[2]:

«Ένθαδε κείται Ιωάννης Ιουστινιάνης, ανήρ περικλεής και πατρίκιος Γενουήσιος εκ των Μαονέων της Χίου, όστις, κατά την εκστρατείαν του βασιλέως των Τούρκων Μωάμεθ εναντίον της Κωνσταντινουπόλεως, μεγαλοψύχως ηγεμονεύων παρά το γαληνοτάτω Κωνσταντίνω, τελευταίω των ανατολικών Χριστιανών αυτοκρατόρει, θανασίμως πληγωθείς απέθανε.»

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Ιστορία της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας. Α. Α. Βασίλιεφ. Τόμος Β', σελ 357-372. Μετάφραση Δημοσθένη Σαβράμη. Εκδοτικός Οργανισμός Πάπυρος. Αθήνα 1971
  • G.Schumberger, " Κωνσταντίνος Παλαιολόγος, Πολιορκία και ΄Αλωσις της Κωνσταντινουπόλεως ", Παρίσι 1914, μτφρ στην Καθαρεύουσα: Σπυρ. Π. Λάμπρου, Αθήνα 1914, Απόδοση στη Νέα Ελληνική: Ιωάννης Α. Μελισσείδης & Πουλχερία (Ρίτα) Ζαβολέα-Μελισσείδου, Αθήνα 1997/2002, έκδ. 2η, Εκδόσεις Βεργίνα, Αθήνα 2002. ( Ελληνική Εθνική Βιβλιογραφία 1999, Βιβλιονετ κ.λ.π. ) ISBN 960717190X
  • Νικολάου Β. Τωμαδάκη, " Περί Αλώσεως της Κωνσταντινουπόλεως (1453) ", έκδ. 3η, Εκδόσεις Πουρνάρα, Θεσσαλονίκη 1993. ( Ελληνική Εθνική Βιβλιογραφία 1993, Βιβλιονετ κ.λ.π. ), ISBN 9602420723

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Steven Runciman, The Fall of Constantinople 1453
  2. F. W. Hasluck 'The Latin Monuments of Chios'. Annual of the British School of Athens, XVI, 1909-1910, σελ. 155.