Η Πολιορκία της Κορίνθου (όπερα)

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Η «Πολιορκία της Κορίνθου» είναι όπερα σε τρεις πράξεις, έργο του Ιταλού συνθέτη Τζοακίνο Ροσσίνι (Gioachino Antonio Rossini, 1792-1868), σε λιμπρέττο των Λουίτζι Μπαλόκι και Αλεξάντρ Σουμέ. Παρουσιάστηκε για πρώτη φορά στην Όπερα των Παρισίων, στις 9 Οκτωβρίου 1826 στη γαλλική γλώσσα (Le siège de Corinthe), ενώ παράλληλα υπάρχει και εκδοχή της στην ιταλική (L'assedio di Corinto).

Το κοινό υποδέχθηκε με ιδιαίτερη θέρμη το έργο και για σαράντα περίπου χρόνια κατείχε σημαντική θέση στο ρεπερτόριο των μεγαλύτερων θεάτρων του κόσμου. Μολαταύτα, μετά το 1860 έπεσε στη λήθη.

Ο συνθέτης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Gioachino Antonio Rossini (1792-1868)

Στη σύγχρονη εποχή, το όνομα του Ροσσίνι συνδέεται σχεδόν αποκλειστικά με το αριστούργημα της όπερα μπούφα, τον «Κουρέα της Σεβίλλης». Ωστόσο η επιτυχία του συνθέτη οφείλεται κυρίως στις όπερε σέριε, όπως ο «Γουλιέλμος Τέλλος», η τελευταία που μας άφησε και η πιο ολοκληρωμένη. Ο Ροσσίνι υπήρξε μια από τις διασημότερες μορφές στην Ευρώπη του 19ου αιώνα. Χαρακτηριστικά ο Σταντάλ (1783-1842) αναφέρει στο έργο του «Βιογραφία του Ροσσίνι»:

«Μετά το θάνατο του Ναπολέοντα, βρέθηκε ένας άλλος άνδρας για τον οποίο ακούει κανείς καθημερινά, στη Μόσχα όπως και στη Νάπολη, στο Λονδίνο όπως και στη Βιέννη, στο Παρίσι όπως και στην Καλκούτα».

Του αποδίδεται η αναβίωση του μπελ κάντο, με έργα όπως η «Αρμίντα» (Νάπολη, 1817), η «Κυρία της Λίμνης» (Νάπολη, 1819) και η «Σεμίραμις» (Βενετία, 1823). Η σύνθεση της «Πολιορκίας της Κορίνθου» ολοκληρώθηκε στο Παρίσι. Αποτελεί την τελική μορφή μιας παλαιότερης όπερας, που γράφτηκε το 1820, προς το τέλος της παραμονής του Ροσσίνι στη Νάπολη, με τίτλο «Μωάμεθ ο Δεύτερος».

Ο Ροσσίνι, ο οποίος είχε αναλάβει τη διεύθυνση του «Θεάτρου των Ιταλών» και κατόπιν είχε λάβει τον τίτλο του Πρώτου Συνθέτη του Βασιλέως και Γενικού Επιθεωρητή Τραγουδιού (Premier Compositeur du Roi et Inspecteur General du Chant en France), ζήτησε από τους καταξιωμένους Λουίτζι Μπαλόκι και Αλεξάντρ Σουμέ να επανεξετάσουν το λιμπρέτο του «Μωάμεθ του Δεύτερου». Η πλοκή μεταφέρεται από την πολιορκία του ενετικού κράτους του Νεγκροπόντε (Εύβοια) από τις οθωμανικές δυνάμεις του Μωάμεθ του Πορθητή, στην πολιορκία της Κορίνθου λίγα χρόνια μετά την πτώση της Κωνσταντινούπολης. Το καινούριο λιμπρέττο κατέχει στοιχεία της επικαιρότητας, καθώς περιλαμβάνει σαφείς αναφορές σε ένα σύγχρονο της παρουσίασής του γεγονός, την επανειλημμένη πολιορκία και την Έξοδο του Μεσολογγίου, κατά τη διάρκεια της Ελληνικής Επαναστάσεως. Την εποχή εκείνη το ελληνικό ζήτημα ήταν μείζον θέμα συζήτησης τόσο στη Γαλλία, όσο και στην Ευρώπη, και μάλιστα ένα ποσό μεγαλύτερο των 30.000 φράγκων συγκεντρώθηκε σε μία και μοναδική συναυλία, με στόχο την παροχή στήριξης στους εξεγερμένους Έλληνες, την οποία διηύθυνε ο Ροσσίνι στις 3 Απριλίου 1826, μόλις έξι μήνες πριν την πρεμιέρα του έργου.

Καινοτομίες[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Σε ότι αφορά την παρτιτούρα, πρόκειται για την τρίτη εκδοχή του «Μωάμεθ του Δεύτερου», η τελευταία από τα χέρια του Ροσσίνι. Υπάρχουν αποτυπώματα από άλλα έργα του συνθέτη («Μπιάνκα και Φαλιέρο» (1819), «Ερμιόνη» (1819), «Το Ταξίδι στη Ρεμς» (1825)) και ενορχήστρωση εμπλουτισμένη με ξύλινα πνευστά μουσικά όργανα, χάλκινα και ρετσιτατίβι. Αυτές οι καινοτομίες έδωσαν στο έργο μια νέα δραματικότητα και μια αίσθηση μουσικής συνέχειας που κανένα προγενέστερο ναπολιτάνικο έργο δεν είχε πετύχει. Επίσης, ο ρόλος του Νεοκλή (Κάλμπο στο «Μωάμεθ») δεν ερμηνεύεται πλέον από μέτζο σοπράνο αλλά από τενόρο, χαρακτηριστική αλλαγή που πηγάζει από τις απόψεις του παριζιάνικου κοινού της εποχής για την εναλλαγή των φύλων.

Η μουσική έχει υποστεί σημαντικές αλλαγές σε σχέση με τις παλαιότερες εκδοχές, με το γράψιμο να έχει γίνει απλούστερο. Το διάσημο «Terzettone», που διαρκεί για δύο σκηνές στην πρώτη πράξη στην αρχική όπερα, έχει μεταμορφωθεί σε ένα μικρότερο και πιο κατανοητό μουσικό κομμάτι. Η αίσθηση του ρετσιτατίβο είναι προσαρμοσμένη στη γαλλική γλώσσα. Ο συνθέτης ενέταξε ένα Gloria από ένα λειτουργικό έργο του 1820 σαν βάση της περίφημης εισαγωγής, καθώς και του μεγάλου φινάλε της Δεύτερης Πράξης.

Πρεμιέρα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η παράσταση της 9ης Οκτωβρίου 1826 περιλαμβάνει τη Λωρ Σιντί-Νταμορώ (Laure Cinti-Damoreau, 1801-1863) στο ρόλο της Παμίρας (Άννα στο «Μωάμεθ»), τον Λουί Νουρί (Louis Nourrit) στο ρόλο του Κλεομένη (Πάολο), το γιο του Αντόλφ Νουρί (Adolphe Nourrit, 1802-1839), επίσης τενόρο, στο ρόλο του Νεοκλή (Κάλμπο) και τον Ανρί-Ετιέν Ντεριβί (Henri-Étienne Dérivis) σε εκείνον του Μωάμεθ Β'.

Ιδού πως τα έντυπα Le Pilote και La Quodidienne σχολιάζουν την περίσταση: «Επιτυχία ή καλύτερα θρίαμβος χωρίς προηγούμενο. Η μουσική των δύο πρώτων πράξεων είναι πράγματι του Ροσσίνι αλλά εκείνη της τρίτης δεν του ανήκει πια. Αυτή ανήκει στο «Θεό της Αρμονίας»... Το κάθε νούμερο συνοδεύτηκε από ατέρμονο χειροκρότημα. Τίποτα δεν έλειψε από το θρίαμβο του συνθέτη. Το κοινό τον αναζήτησε μετά την πρώτη πράξη και ακούραστα για περίπου μισή ώρα μετά το τέλος της όπερας, και δεν αποφάσισε να εγκαταλείψει την αίθουσα παρά μόνον όταν ένας υπάλληλος ανακοίνωσε πως ο Μαέστρος είχε πια αναχωρήσει από το θέατρο». Μόνον ο Γάλλος συνθέτης Εκτόρ Μπερλιόζ φαίνεται να μην μοιράζεται τη γενική ευθυμία. Στα απομνημονεύματά του σημειώνει: «Ήταν αυτός ο Ροσσίνι, στην «Πολιορκία της Κορίνθου», που πρώτος εισήγαγε μια σαματατζίδικη ορχήστρα σε παρισινό θέατρο. Είναι παράξενο που η γαλλική κριτική ποτέ δεν του απέδωσε δικαιοσύνη γι' αυτό το ζήτημα...»

Μεταγενέστερη πορεία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η Βαρκελώνη, οι Βρυξέλλες, η Βουδαπέστη φιλοξένησαν το έργο το 1827, ένα χρόνο μετά τη δημιουργία του, η Πάρμα το 1828, ακολούθως η Αγία Πετρούπολη το 1830, η Βιέννη το 1831 και η Πράγα το 1834. Στη Νέα Υόρκη, έκανε πρεμιέρα στις 6 Φεβρουαρίου 1835 στο Italian Opera House. Στην Ιταλία η «Πολιορκία της Κορίνθου» δεν γνώρισε ποτέ επιτυχία ανάλογη με τη γαλλική εκδοχή. Παρουσιάστηκε για πρώτη φορά στις 27 Δεκεμβρίου 1827 στη Φιλαρμονική Ακαδημία της Ρώμης. Στο δεύτερο μισό του 19ου αιώνα η όπερα αυτή σχεδόν εξαφανίστηκε από το ρεπερτόριο των σημαντικών σκηνών για εκατό περίπου χρόνια. Ωστόσο η εισαγωγή της όπερας παρέμεινε δημοφιλής κομμάτι για ορχήστρες μέχρι τις μέρες μας.

Το 1949 η όπερα αναβίωσε στη Φλωρεντία με πρωταγωνίστρια τη Ρενάτα Τεμπάλντι. Η παραγωγή επαναλήφθηκε δύο χρόνια μετά στη Ρώμη. Το 1969 παρουσιάστηκε στη Σκάλα του Μιλάνου, για την επέτειο των 100 χρόνων από το θάνατο του Ροσσίνι, με πρωταγωνίστρια την Μπέβερλι Σιλς, στο ευρωπαϊκό της ντεμπούτο. Το 1975 η Μητροπολιτική Όπερα της Νέας Υόρκης αναβίωσε την εκδοχή της Σκάλας και πάλι με τη Σιλς στο ρόλο της Παμίρα. Το 1982 η όπερα παρουσιάστηκε στα ιταλικά στη Φλωρεντία και στα γαλλικά το 1992 στη Γένοβα. Η τελευταία παρουσίαση της όπερας στην Αμερική έλαβε χώρα τον Οκτώβριο του 2006 στα γαλλικά στην Όπερα της Βαλτιμόρης.

Πλοκή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Πράξη Α΄[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Σκηνή Πρώτη[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι υπερασπιστές της Κορίνθου, που βρίσκεται υπό πολιορκία από τους Τούρκους του Μωάμεθ Β΄, έχουν συγκεντρωθεί γύρω από τον Κλεομένη που πρέπει να τους καθοδηγήσει. Μα εκείνος μοιάζει να μην τους προσέχει, απορροφημένος από κάποιο προσωπικό πόνο. Ο Κλεομένης, ανήσυχος για το μέλλον, ζητά τη γνώμη των άλλον. Ο Νεοκλής («Guerrieri, a noi s’ affida») τους παρακινεί να πολεμήσουν μέχρι τελευταίας ρανίδας αίματος. Την ίδια γνώμη ασπάζονται ο Ιέρων και ο ίδιος ο Κλεομένης. Όλοι ορκίζονται να νικήσουν ή να πεθάνουν.

Μετά την αναχώρηση των πολεμιστών, ο Νεοκλής υπενθυμίζει στον Κλεωμένη την υπόσχεση να του χαρίσει το χέρι της Παμίρας. Στη συνέχεια, ο Κλεομένης ανακοινώνει στην κοπέλα πως επέλεξε για σύζυγό της το Νεοκλή. Η Παμίρα αποκρίνεται πως έχει ήδη υποσχεθεί τον εαυτό της σε κάποιον άλλο, του οποίου αποκαλύπτει μόνο το όνομα: Αλμαντζόρ. Αν και για διαφορετικό λόγο, και οι τρεις πονούν εξίσου («Destin terribile!»).

Η εχθρική επίθεση πλησιάζει: η Παμίρα υπόσχεται στον πατέρα της, πως αν τα πράγματα κυλήσουν δυσμενώς για τους Έλληνες, θα αυτοκτονήσει για να μην πέσει λεία κάποιου μουσουλμάνου. Όλοι κατευθύνονται στη μάχη.

Σκηνή Δεύτερη – Αγορά της Κορίνθου[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Με την πόλη να έχει πέσει, οι Τούρκοι απειλούν με σκληρά αντίποινα τους ηττημένους («Dal ferro del forte»). Υπό τις επευφημίες των δικών του, ο Μωάμεθ Β΄ διατάζει να δείξουν σεβασμό στα αριστουργήματα που κοσμούν την πόλη, προστατεύοντας την υστεροφημία του. Κατόπιν παροτρύνει όλους να γιορτάσουν το θρίαμβό τους («Duce di tanti eroi»). Ο Ομάρ αναφέρει στο Μωάμεθ πως ολόκληρη η πόλη βρίσκεται στα χέρια τους εκτός από το φρούριο που εξακολουθεί να αντιστέκεται. Ένας από τους αρχηγούς των Ελλήνων έχει συλληφθεί αιχμάλωτος και ο Μωάμεθ διατάζει να μην τον θανατώσουν, αλλά να τον οδηγήσουν μπροστά του. Επιθυμεί να του μιλήσει: με το όνομα Αλμαντζόρ, κάποια μέρα πήγε στην πόλη των Αθηνών, όπου γνώρισε ένα κορίτσι το οποίο ποτέ δεν μπόρεσε να λησμονήσει. Αυτός είναι και ο λόγος της της ευσπλαχνίας του, η οποία είναι και ακατανόητη για τον Ομάρ.

Μπαίνει ο Κλεομένης δέσμιος. Μάταια ο Μωάμεθ τον προτρέπει να διατάξει τους δικούς του να παραδώσουν τα όπλα. Ο μονάρχης λοιπόν απειλεί να αφανίσει όλους τους υπερασπιστές της Κορίνθου, ωστόσο πέφτει ικέτιδα στα πόδια του η Παμίρα, έχοντας αναγνωρίσει στο πρόσωπό του τον Αλμαντζόρ. Ακολούθως, ο Μωάμεθ, ο Ομάρ, η Παμίρα, η Ισμήνη και ο Κλεομένης εκφράζουν αντικρουόμενα συναισθήματα: η Παμίρα διχάζεται ανάμεσα στον έρωτα και το καθήκον. Ο Κλεομένης καταριέται την κόρη του. Ο Μωάμεθ μαθαίνοντας πως η Παμίρα προορίζεται για το Νεοκλή απειλεί με εκδίκηση.

Πράξη Β΄[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Σκηνή του Μωάμεθ[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η Παμίρα μπερδεμένη και ανήσυχη, επικαλείται τη νεκρή μητέρα της («Dal soggiorno degli estinti»). Τολμά να πλησιάσει το Μωάμεθ. Η Παμίρα και οι έμπιστές της προσεύχονται να ξαναβρεί η πατρίδα τους την ειρήνη («Ma se alfin, placato il nembo»). Ο Μωάμεθ προτείνει στην Παμίρα να γίνει γυναίκα του, ωστόσο η ίδια δεν τολμά να επισύρει το μίσος του πατέρα της («Che vedo? Ohimè!»). Στον πόνο του Μωάμεθ, η Παμίρα απαντά επικαλούμενη το θάνατο. Η Ισμήνη και οι άλλες γυναίκες προτρέπουν την Παμίρα να υποχωρήσει και εύχονται να μετριαστεί η οργή του Κλεομένη («Imen le dona»).

Η γαμήλια τελετή πρόκειται να ξεκινήσει με τραγούδια και προσευχές, όταν ξεκινά αναβρασμός, που οφείλεται σε ξέσπασμα της υπερηφάνειας του Νεοκλή. Η Παμίρα καταφέρνει να κατευνάσει το θυμό του Μωάμεθ παρουσιάζοντας το νέο ως αδερφό της. Ο Μωάμεθ διατάζει να τον λύσουν, με τη διαταγή να αποτελέσει το μάρτυρα του γάμου, τον οποίο και προτίθεται να επισπεύσει. Ο Νεοκλής αρνείται και η Παμίρα διστάζει όλο και περισσότερο δίγνωμη. Τότε ο Ομάρ ανακοινώνει πως η Κόρινθος στασίασε και πάλι, με το οχυρό να έχει γεμίσει ένοπλους πολεμιστές. Υψώνεται η φωνή του Κλεομένη που καλεί την κόρη του. Η Παμίρα δεν μπορεί να αντισταθεί στο κάλεσμα και απομακρύνεται με το Νεοκλή και τους Έλληνες, αποφασισμένη να πεθάνει με τιμή, ενώ ο Μωάμεθ, αφού την παρακαλά για τελευταία φορά να συναινέσει στο γάμο, ενώνεται με την απειλητική μάζα των ανδρών του.

Πράξη Γ΄[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Νεκροταφείο της Κορίνθου[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Νεοκλής, αποφασισμένος να μην αφήσει τους Έλληνες να παραδοθούν, συναντά τον Άδραστο, που του ανακοινώνει πως η μάχη χάθηκε. Ανάμεσα σε αυτούς τους τάφους βρίσκεται το τελευταίο προπύργιο των επαναστατημένων Ελλήνων. Υψώνονται οι φωνές της Παμίρας και των γυναικών που ζητούν θεϊκή εκδίκηση ενάντια στους άπιστους. Ανάλογη προσευχή εκστομίζει πλέον και ο Νεοκλής («E fia ver, mio Signor»).

Πλησιάζει τότε ο Κλεομένης αναζητώντας ακόμη την επίορκη κόρη του. Ωστόσο η Παμίρα πέφτει στα πόδια του. Ο Νεοκλής μαρτυρά την πίστη του στην πατρίδα, για εκείνον η Παμίρα απαρνιέται την αγάπη της για το Μωάμεθ. Ο Κλεομένης τους αγκαλιάζει και τους δύο. Μαζί, ανακηρύσσουν το τέλος των κακοτυχιών της Κορίνθου, εκφράζοντας την εμπιστοσύνη τους πως θα ξαναβρεθούν στον ουρανό («Celeste provvidenza»).

Ο Ιέρων ανακοινώνει πως ο εχθρός έχει περικυκλώσει το νεκροταφείο και όλοι ορκίζονται να αντισταθούν μέχρι το θάνατο. Ο Ιέρων ξυπνά και πάλι την εθνική υπερηφάνεια των Ελλήνων, θυμίζοντάς τους τους ήρωες του Μαραθώνα και των Θερμοπυλών («Nube di sangue intriso») και προφητεύει τη μελλοντική επανάσταση των Ελλήνων. Μόνη με τις γυναίκες, η Παμίρα επικαλείται το έλεος των ουρανών («Giusto ciel! in tal periglio»).

Με τις τελευταίες άμυνες των Ελλήνων να έχουν διαλυθεί, ο Μωάμεθ ξεχύνεται μπροστά από τους δικούς του, αποφασισμένος να κάνει επιτέλους την Παμίρα δική του. Μα εκείνη, πιστή στον όρκο της, προτιμά να πάρει την ίδια της τη ζωή.

Η Κόρινθος εξαφανίζεται στα σπλάχνα μιας τεράστιας πυρκαγιάς.

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Εξωτερικοί σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]