Πολιορκία του Μεσολογγίου (1825-1826)

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Τρίτη πολιορκία του Μεσολογγίου
Ελληνική Επανάσταση του 1821
Siege of Messolonghi 1825-26.png
Χάρτης του φρουρίου του Μεσολογγίου και των τουρκοαιγυπτιακών πολιορκητικών γραμμών κατά τη δεύτερη πολιορκία
Ημερομηνία 15 Απριλίου 1825 - 10 Απριλίου 1826
Τόπος Μεσολόγγι
Εμπλεκόμενες πλευρές
Ηγετικά πρόσωπα
Δυνάμεις
4.000 (στην έναρξη)
30.000
Απώλειες
10.000 συν 3.000 (στην έξοδο)
4.000
Τα «Ελληνικά Χρονικά», που κυκλοφορούσε στο Μεσολόγγι ο Ελβετός φιλέλληνας Μάγερ, αποτελούν μια από τις καλύτερες πηγές πληροφοριών για τα γεγονότα εκείνης της περιόδου.

Η Τρίτη πολιορκία του Μεσολογγίου (συχνά αναφέρεται και ως δεύτερη πολιορκία) ήταν ένα από τα σημαντικότερα πολεμικά γεγονότα της Ελληνικής Επανάστασης του 1821. Ήταν το γεγονός που έδωσε έμπνευση στο Διονύσιο Σολωμό να γράψει τους "Ελεύθερους Πολιορκημένους". Έλαβε χώρα στο διάστημα από 25 Απριλίου του 1825 έως 10 Απριλίου του 1826 οπότε και τερματίστηκε με την ηρωική έξοδο του Μεσολογγίου. Η πολιορκία διακρίνεται σε δύο φάσεις. Η πρώτη από τον Απρίλιου του 1825 μέχρι τον Οκτώβριο του 1825 όταν η πόλη πολιορκήθηκε από τα στρατεύματα του Κιουταχή και η δεύτερη από τον Δεκέμβριο του 1825 έως τον Απρίλιο του 1826 όταν η πόλη πολιορκήθηκε από τα στρατεύματα του Ιμπραήμ και του Κιουταχή από κοινού.

Προοίμιο[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το Μεσολόγγι κήρυξε την επανάσταση στις 20 Μαΐου 1821 με τον οπλαρχηγό Δημήτριο Μακρή. Το 1822, μετά την ήττα των ελλήνων στη μάχη του Πέτα τα τουρκικά στρατεύματα κατευθύνθηκαν προς το Μεσολόγγι και πολιόρκησαν την πόλη. Η Πρώτη πολιορκία του Μεσολογγίου διήρκεσε δύο μήνες και έληξε με αποτυχία των τουρκικών δυνάμεων να κυριεύσουν την πόλη. Στα μέσα του 1823 οι τουρκικές δυνάμεις σχεδίασαν νέα εκστρατεία που περιλάμβανε πολιορκία και κατάληψη του Μεσολογγίου. Μετά από σκληρές μάχες που δόθηκαν στην περιοχή της Ευρυτανίας τα τουρκικά στρατεύματα κατευθύνθηκαν προς το Μεσολόγγι. Οι αρχές και οι κάτοικοι της πόλης προετοιμάστηκαν για πολιορκία όμως τα τουρκικά στρατεύματα προτίμησαν να πολιορκήσουν το Αιτωλικό. Το γεγονός αυτό αναφέρεται συχνά ως Δεύτερη πολιορκία του Μεσολογγίου.

Πρώτη φάση πολιορκίας[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Μετά την προετοιμασία τρισήμισυ μηνών στις 15 Απριλίου 1825 έφτασαν και στρατοπέδευσαν μπροστά στο Μεσολόγγι 30.000 Τούρκοι με αρχηγό τον Ρεσίτ Πασά, ενώ την ίδια στιγμή στο εσωτερικό της πόλης βρίσκονταν περίπου 4.000 άνδρες (από τους οποίους οι χίλιοι βρίσκονταν σε προχωρημένη ηλικία) και 12.000 γυναικόπαιδα. Οι λεπτομέρειες αυτής της δεύτερης πολιορκίας του Μεσολογγίου έγιναν γνωστές από τις ειδήσεις της εφημερίδας του Μάγερ που εκδίδονταν εκείνη την περίοδο.

Λίγο πριν ξεκινήσει τον βομβαρδισμό της πόλης ο Κιουταχής πρότεινε με διαπραγματεύσεις την παράδοσή της. Αφού όμως οι τουρκικές προτάσεις απορρίφθηκαν, το Μεσολόγγι αποκλείστηκε δια θαλάσσης από τον στόλο του Μεχμέτ Χιουρέφ πασά και του Γιουσούφ πασά που κατόρθωσε να προσπελάσει και τη λιμνοθάλασσα. Οι πολιορκητές άρχισαν τις εφόδους, αλλά οι πολιουρκούμενοι αμύνονταν με επιτυχία επιδιορθώνοντας τους προμαχώνες και διενεργώντας αλεπάλληλες εξόδους. Στις 3 Ιουλίου η δύναμη του στόλου αυξήθηκε με την άφιξη 40 ελληνικών πλοίων, τα οποία τελούσαν υπό την αρχηγία των Μιαούλη και Σαχτούρη. Για ένα μικρό χρονικό διάστημα, κατά το οποίο διακόπηκε ο ναυτικός αποκλεισμός (ελληνικός στόλος ασχολήθηκε με την καταδίωξη του τουρκικού μέχρι τη Μάνη), η πόλη ανεφοδιάστηκε με τρόφιμα και στρατιωτικό υλικό, ενώ το ηθικό των πολιορκημένων ανέκαμψε. Στο μεταξύ εισήλθαν στην πόλη (7 Αυγούστου) ενισχύσεις Σουλιωτών και του Κίτσου Τζαβέλα, πλαισιώνοντας την αποδεκατισμένη φρουρά. Στο τουρκικό στρατόπεδο, μολονότι και εκεί οι απώλειες ήταν σημαντικές, ο Κιουταχής αποφάσισε τη συνέχιση της πολιορκίας.

Δεύτερη φάση πολιορκίας[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η κατάσταση μεταβλήθηκε, όταν στα τέλη του 1825 κατέφθασε στο εχθρικό στρατόπεδο ο Ιμπραήμ με αξιόλογες στρατιωτικές δυνάμεις πάνω από 15.000 Αιγυπτίους. Ο Μεχμέτ Χιουρέφ επανέλαβε τον αποκλεισμό, αλλά ο Μιαούλης κατάφερε να ανεφοδιάσει το Μεσολόγγι με όπλα και τρόφιμα. Η πίεση έγινε αφόρητη, μετά την αποχώρηση του ελληνικού στόλου και τον συστηματικό κανονιοβολισμό του Μεσολογγίου από το πυροβολικό του Ιμπραήμ (2.000 βόμβες το εικοσιτετράωρο). Στις 15 Φεβρουαρίου (1826) οι πολιορκητές διενήργησαν δύο εφόδους, οι οποίες, αν και κατέληξαν σε αποτυχία, προκάλεσαν σοβαρές απώλειες και στις δύο πλευρές. Οι Τούρκοι κυρίευσαν το Βασιλάδι, οι κάτοικοι του οποίου κατέφυγαν στο Μεσολόγγι, επιτείνοντας με τη μετακίνησή τους το επισιτιστικό πρόβλημα της πόλης. Έπειτα από μερικές ανεπιτυχείς επιχειρήσεις των Οθωμανών εναντίον της Κλείσοβας, ο Ιμπραήμ επεδίωξε να εξαντλήσει τους πολιορκημένους με αποκοπή όλων των οδών επικοινωνίας και εφοδιασμού.

Τελική φάση πολιορκίας[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

«Άκρα του τάφου σιωπή στον κάμπο βασιλεύει·

Λαλεί πουλί, παίρνει σπυρί, κι’ η μάνα το ζηλεύει. Tα μάτια η πείνα εμαύρισε· στα μάτια η μάνα μνέει· Στέκει ο Σουλιώτης ο καλός παράμερα και κλαίει: «Έρμο τουφέκι σκοτεινό, τί σ’ έχω γω στο χέρι; Oπού συ μούγινες βαρύ κι’ ο Aγαρηνός το ξέρει.»
Διονύσιος Σολωμός, Σχεδίασμα Β΄- Ελεύθεροι Πολιορκημένοι[1]

Σκαρίφημα του Μιχαήλ Κοκκίνη σε μεταγενέστερη εκτύπωση με σχετική επεξήγηση

Ο Μιαούλης πλέον δεν κατάφερε να λύσει και αυτή τη φορά τον αποκλεισμό και η φρουρά εξαναγκάστηκε να σιτίζεται με σκυλιά, γάτες και ποντίκια, προκειμένου να αποφύγει τον θάνατο από την πείνα.[2]Οι δυσβάστακτες πλέον συνθήκες διαβίωσης των κατοίκων (λιμός, αρρώστιες κλπ.) καθώς και η νέα αποτυχία του Μιαούλη να προσεγγίσει το Μεσολόγγι προκάλεσαν απελπιστική κατάσταση μεταξύ των πολιορκημένων, οι οποίοι δεν έβλεπαν πια άλλη λύση από τη Έξοδο. Έτσι τη νύχτα της 10ηςΑπριλίου 1826 οργάνωσαν τις δυνάμεις τους σε τρία σώματα, υπό την αρχηγία του Νότη Μπότσαρη, Δημήτριο Μακρή και Κίτσο Τζαβέλα· στο μέσο του τριγώνου που θα σχημάτιζαν αυτές οι δυνάμεις, τοποθετήθηκαν τα γυναικόπαιδα. Ο Γεώργιος Καραϊσκάκης, αν και ανέλαβε να επιτεθεί από τις πλαγιές του Ζυγού, ελπίζοντας να δημιουργήσει αντιπερισπασμό στους πολιορκητές, τελικά δεν κατόρθωσε να υλοποιήσει την υπόσχεσή του, αφού ο Ιμπραήμ πληροφορήθηκε τα σχέδια των πολιορκημένων. Επομένως, όταν η ογκώδης μάζα των Ελλήνων ξεκίνησε στις δύο τα μεσάνυχτα την Έξοδο, με αρχηγό τον Αθανάσιο Ραζή- Κότσικα οι άνδρες του Ιμπραήμ και του Κιουταχή ήταν προετοιμασμένοι και οι ντάπιες ( προμαχώνες) που είχαν οριστεί ως περάσματα των Μεσολογγιτών είχαν αποκλειστεί. Ο αιφνιδιασμός του Ιμπραήμ προκάλεσε μεγάλη σύγχυση στην ελληνική πλευρά και ο άνισος αγώνας που επακολούθησε απέβη συντριπτικός για τους Έλληνες. Η πρωτοπορία ωστόσο του σώματος της Εξόδου προχώρησε, διασχίζοντας τις τουρκικές τάξεις κι φθάνοντας αποδεκατισμένη στις πλαγιές του Ζυγού και από εκεί στην Άμφισσα. Όσοι είχαν μείνει πίσω αναγκάστηκαν να αγωνιστούν σε φονικές οδομαχίες. Μεταξύ εκείνων που ξέφυγαν (1.300 μαχητές και περίπου εκατό γυναικόπαιδα) ήταν οι Νότης Μπότσαρης, Δημήτριος Μακρής, Κίτσoς Τζαβέλας, Χρήστος Φωτομάρας κ.α. Ανάμεσα στο πλήθος που επέστρεψε και σφιαγιάστηκε μέσα στην πόλη βρίσκονταν ο επίσκοπος Ρωγών Ιωσήφ (ο εκκλησιαστικός ηγέτης των πολιορκημένων), ο Γιάκομ Μάγερ, ο Μιχαήλ Κοκκίνης (τειχοποιός-αρχιτέκτων)[3] και όσοι ανατινάχθηκαν μαζί με τον Χρήστο Καψάλη στις πυριτιδαποθήκες. Υπολογίζεται ότι εκείνη την ημέρα- Κυριακή των Βαϊων- πυρπολήθηκαν 2.000, άλλοι 3.000 σκοτώθηκαν από τους Τούρκους και άλλοι χίλιοι αιχμαλωτίσθηκαν.

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Ελληνικά Χρονικά
  • Δημήτρης Φωτιάδης, Το Μεσολόγγι το Έπος της Μεγάλης Πολιορκίας, εκδόσεις Κυψέλη, 1965
  • Μεσσολόγγι (1821-1829) Τύχη της οικογένειας Μάγερ και κατάλογος αιχμαλώτων, εκδ. ΑΛΦΑ Ε.Π.Ε. 2001