Απολιθωμένο δάσος της Λέσβου
Το Απολιθωμένο δάσος της Λέσβου είναι το μεγαλύτερο από τα δύο σημαντικά απολιθωμένα δάση στον κόσμο (το άλλο είναι το απολιθωμένο δασικό εθνικό πάρκο στην Αριζόνα). Βρίσκεται στη νήσο Λέσβο. Έχει υποδειχθεί ως προστατευμένο φυσικό μνημείο.
Η περιοχή που εσωκλείεται από τα χωριά Ερεσός, Άντισσα και Σίγρι έχει πολλούς απολιθωμένους κορμούς δέντρων. Μεμονωμένα απολιθώματα βρίσκονται και σε πολλά άλλα μέρη του νησιού, συμπεριλαμβανομένων των χωριών Μόλυβος, Πολιχνίτος, Πλωμάρι και Άκρασι.
Ο σχηματισμός του απολιθωμένου δάσους σχετίζεται με την έντονη ηφαιστειακή δραστηριότητα που έλαβε χώρα στη Λέσβο κατά το τέλος του Ολιγοκαίνου μέχρι το μέσο Μειόκαινο. Η δραστηριότητα αυτή δημιούργησε, εκτός από λάβα, πυροκλαστικά υλικά και ηφαιστειακή σποδό (στάχτη), με συνέπεια την κάλυψη της χλωρίδας στην περιοχή, και μάλιστα σε ιδιαίτερα σύντομο χρονικό διάστημα. Η κάλυψη αυτή είχε ως συνέπεια την απομόνωση των οργανικών υλικών της χλωρίδας από την ατμόσφαιρα. Η ηφαιστειακή δραστηριότητα ακολουθήθηκε από τη δημιουργία υδροθερμικών διαλυμάτων, πλούσιων σε διοξείδιο του πυριτίου (SiO2). Τα διαλύματα αυτά εμπότισαν τη σποδό που είχε καλύψει τους κορμούς των δένδρων, σηματοδοτώντας την έναρξη της απολίθωσής τους, καθώς η οργανική ύλη των κορμών σταδιακά αντικαταστάθηκε από το διοξείδιο του πυριτίου. Η διαγένεση, όπως ονομάζεται αυτή η διαδικασία, έγινε υπό σχεδόν ιδανικές συνθήκες. Το υλικό απολίθωσης είναι οπάλιος (μοναδικό απολιθωμένο δάσος από αυτό το υλικό παγκοσμίως) ενώ τα μορφολογικά χαρακτηριστικά των κορμών, όπως οι ετήσιοι δακτύλιοι, οι ανωμαλίες του εξωτερικού φλοιού κτλ. είναι διατηρημένα σε άριστη κατάσταση.
Πίνακας περιεχομένων |
[Επεξεργασία] Γεωλογία
Σήμερα τα 2/3 της έκτασης της Λέσβου καλύπτονται από ηφαιστειακά πετρώματα που δημιουργήθηκαν την περίοδο από 21 έως 16 εκατομμύρια χρόνια πριν. Αυτό οφείλεται στην έντονη ηφαιστειακή δραστηριότητα στο χώρο του Βορείου Αιγαίου. Η ηφαιστειάκή δραστηριότητα είναι αποτέλεσμα της σύγκρουσης της ευρασιατικής λιθοσφαρικής πλάκας στο βορρά με την αφρικανική λιθοσφαρική πλάκα στο νότο, με αποτέλεσμα τη βύθιση της δεύτερης κάτω από τη πρώτη. Η αφρικανική πλάκα λείωνει και στη συνέχεια, το λιωμένο υλικό κινείται προς της επιφάνεια και δημιουργεί ένα τόξο ηφαιστείων πίσω από τη περιοχή σύγκορυσης των δύο πλακών. Τώρα η περιοχή σύγκλισης είναι νότια της Κρήτης και υπάρχουν ενεργά ηφαίστεια στη Σαντορίνη και τη Νίσυρο. Πριν από 21,5 με 16,5 εκατομμύρια χρόνια, στο χώρο του σημερινού Αιγαίου υπήρχε μία ενιαία ξηρά, η Αιγηίδα, η περιοχή σύγκλισης βρισκόταν στο χώρο των Κυκλάδων και τα ηφαίστεια στο Βορειοανατολικό Αιγαίο.[1] Αυτή η ηφαιστειακή δραστηριότητα δημιούργησε ένα αριθμό καλδέρων στη βόρεια και δυτική Λέσβο. Τέτοια ηφαίστεια έχουν βρεθεί και αναγνωριστεί με τη χρήση των δορυφόρων όπως οι Landasat και SPOT ως της Βατούσας, του Λεπέτυμνου (Στύψη), της Άγρας, της Ανεμώτιας, του Σκαλοχωρίου, του Σιγρίου και του Μεσοτόπου. Αρκετές από αυτές βρέθηκαν ότι έχουν διάμετρο μεγαλύτερη από 10 χιλιόμετρα.[2]
Οι ηφαιστειακές εκρήξεις προκάλεσαν την έξοδο τεράστιων ποσοτήτων λάβας, στάχτης και άλλων ηφαιστειακών υλικών που σκέπασαν μεγάλες εκτάσεις. Πυρροκλαστικές ροές κινήθηκαν από τα ανατολικά προς τα δυτικά και σκέπασαν το μεγάλο, πυκνό και πλούσιο δάσος που υπήρχε την εποχή εκείνη. Πολλά από τα δέντρα του δάσους έσπασαν και έπεσαν, αφήνωντας πίσω κορμούς ύψους ενός με δύο μέτρα. Κάτι παρόμοιο συνέβη το 1980 με την έκρηξη του ηφαιστείου της Αγίας Ελένης στις ΗΠΑ. Σε πολλές περιπτώσεις η ηφαιστειακή στάχτη παρασύρθηκε από τις έντονες βροχοπτώσεις που ακολούθησαν τις ηφαιστειακές εκρήξεις και έτσι δημιουργήθηκαν μεγάλες λασποροές πυροκλαστικών υλικών. Αυτά τα ηφαιστειακά υλικά κάλυψαν τους κορμούς και τα κλαδιά απομονώνοντάς τους από το υπόλοιπο περιβάλλον. Σε αυτές τις συνθήκες έγινε εφικτή η μόριο προς μόριο αντικατάσταση του βιολογικού υλικού πέτρωμα με απτέλεσμα μορφολογικά γνωρίσματα των δένδρων, όπως η εξωτερική επιφάνεια του κορμού, οι αυξητικοί δακτύλιοι καθώς και η εσωτερική δομή του ξύλου να διατηρηθούν πολύ καλά.[3]
Ύστερα από πολλά εκατομμύρια χρόνια οι κάτοικοι του νησιού αξιοποίησαν αυτό το ιστορικό μνημείο κατασκευάζοντας ένα μουσείο φυσικής ιστορίας για το κοινό. Η περιοχή στην οποία δημιουργήθηκε το Πάρκο το 1987, αναφέρεται ως «Κύρια Απολιθωμένη», ήδη από τον 18ο αιώνα. Αποτελεί το πρώτο πάρκο επίσκεψης του Απολιθωμένου Δάσους, και καταλαμβάνει συνολική έκταση 30 περίπου στρεμμάτων. Στην περιοχή, έχουν πραγματοποιηθεί ολοκληρωμένες παρεμβάσεις για την συντήρηση, ανάδειξη και προστασία των απολιθωμένων κορμών. Ο επισκέπτης του Πάρκου μπορεί να περιηγηθεί σε μια ολόκληρη βουνοπλαγιά, από ειδικά διαμορφωμένα μονοπάτια και να θαυμάσει τις μοναδικές εμφανίσεις Πρωτοπευκίδων, που σχηματίζουν μικρές συστάδες και αποτελούν τους προγόνους του σύγχρονου Πεύκου. Οι περισσότεροι απολιθωμένοι κορμοί ανήκουν στην οικογένεια των Ταξοδιειδών (Taxodiaceae) που αποτελούν προγονικές μορφές του σύγχρονου είδους Σεκόια η Αειθαλής που φύεται στις δυτικές ακτές των Ηνωμένων Πολιτειών. Στην οικογένεια αυτή ανήκει και ο μεγαλύτερος απολιθωμένος κορμός κωνοφόρου δένδρου (με μήκος μεγαλύτερο των 20 μέτρων) καθώς και οι μεγάλοι ιστάμενοι κορμοί Σεκόιας.
[Επεξεργασία] Χλωρίδα του Απολιθωμένου Δάσους στην Λέσβο
Εκτός από αυτά, δημιουργήθηκαν και απολιθώματα από την χλωρίδα της περιοχής. Τα απολιθωμένα φυτά περιλαμβάνουν κωνοφόρα, αγγειόσπερμα – ανθοφόρα φυτά, και λίγα πτεριδόφυτα. Τα κωνοφόρα περιλαμβάνουν προγονικές μορφές της σεκόιας, του πεύκου, του κυπαρισσιού, του τάξου και άλλων σπάνιων ειδών των οποίων δεν υπάρχουν σύγχρονοι απόγονοι. Πολλοί απολιθωμένοι κορμοί ανήκουν σε προγονικές μορφές του σύγχρονου είδους Σεκόια η αειθαλής που φύεται στις δυτικές ακτές των Ηνωμένων Πολιτειών. Έχουν προσδιορισθεί επίσης πρωτοπευκίδες, που αποτελούν προγονική μορφή του σύγχρονου πεύκου, κυπαρισσίδες και το σπάνιο κωνοφόρο Κουνιχάμια η μειοκαινική. Σημαντικό μέρος στη σύνθεση του δάσους παίζει και το είδος πεύκη η παράδοξη (pinoxylon paradoxum), που προσδιορίστηκε σε αυτό το πάρκο. Αυτό το είδος έχει το χαρακτηριστικό ότι συνδυάζει τόσο χαρακτηριστικά ελάτου, όσο και πεύκου. Τα αγγειόσπερμα – ανθοφόρα φυτά περιλαμβάνουν αντιπρόσωπους των ειδών Λεύκα, Δάφνη, Κανελλόδενδρο, Πλάτανος, Δρυς, Οξιά, Σκλήθρο, Βάτος, Σφένδαμος και Καρυδιά. Επίσης, έχουν προσδιοριστεί πολλά είδη φοινικίδων, όπως Phoenix και Palmoxylon.
Από τις ερευνητικές εργασίες του Μουσείου Φυσικής Ιστορίας Απολιθωμένου δάσους Λέσβου τα τελευταία δέκα χρόνια στη περιοχή του Απολιθωμένου Δάσους Λέσβου έχουν αποκαλυφθεί διαφορετικές ζώνες βλάστησης, συνθέτοντας έτσι την εικόνα της βλάστησης που επικρατούσε στην περιοχή πριν από 20 εκατομμύρια χρόνια. Η σύνθεση της απολιθωμένης χλωρίδας δείχνει ότι το απολιθωμένο δάσος της Λέσβου αναπτύχθηκε σε υποτροπικό κλίμα το οποίο μεταβαλλόταν απότομα σε ηπειρωτικό θερμό, με χαρακτήρα χλωρίδας υποτροπικής ζώνης της Νοτιοανατολικής Ασίας ή της Αμερικής. Βρίσκεται στη ζώνη όπου υπάρχουν ανάμεικτα κωνοφορά και πλατύφυλλα φυτά, ενώ σε χαμηλότερο υψόμετρα φύτρωναν φοινικόδεδρα.[4]
Πλέον η βλάστηση του Δάσους στο Πάρκο εμφανίζεται πιο πλούσια και με μεγαλύτερη ποικιλία. Αυτό συμβαίνει διότι η περιοχή διαθέτει περίφραξη με αποτέλεσμα τα φυτά να είναι προστατευμένα από την βόσκηση και τις πυρκαγιές. Μερικά από τα είδη που συναντώνται είναι ρίγανη, σπαράγγια, αγριαχλάδια, φυτιλάκια, αστοιβές, ροδοδάφνες και γεώφυτα. Στο χώρο του Πάρκου έχουν φυτευτεί και άλλα είδη φυτών αλλά και πεύκα για να μπορεί ο επισκέπτης να συγκρίνει την αλλαγή των δέντρων πριν 20.000.000 χρόνια μέχρι και σήμερα.
[Επεξεργασία] Η πανίδα
Αν και η χλωρίδα του απολιθωμένου δάσους έχει μελετηθεί εκτενώς, λίγα είναι γνωστά για τη πανίδα του. Οι ερευνητικές εργασίες, που πραγματοποιήθηκαν από το Μουσείο Φυσικής Ιστορίας Απολιθωμένου Δάσους Λέσβου το 1999 στην περιοχή του Γαβαθά Άντισσας, έφεραν στο φως τα οστά του πρώτου ζώου που βρέθηκε μέχρι σήμερα στην περιοχή του Απολιθωμένου Δάσους. Τα ευρήματα ανήκουν σε μεγάλο προβοσκιδωτό τις οικογένειας των δεινοθηρίων, προγονική μορφή των σημερινών ελεφάντων. Τα ευρύματα χρονολογήθηκαν με αρκετές μεθόδους και καθορίστηκε η κατώτατη ηλικία των 18,4 εκατομμυρίων ετών. Πρόκειται για το αρχαιότερο δείγμα δεινοθηρίου στην Ελλάδα, και δεδομένης της θέσης της Λέσβου, πιθανότατα και το αρχαιότερο στην Ευρώπη.[5]
Η μελέτη του παλαιο-περιβάλλοντος της περιοχής πιστοποίησε ότι, το ζώο αυτό ζούσε στις παρυφές του Απολιθωμένου Δάσους κοντά σε μια μεγάλη λίμνη που υπήρχε εκεί πριν 20 περίπου εκατομμύρια χρόνια και τρεφόταν από την πλούσια βλάστηση του υποτροπικού δάσους. Όταν πέθανε, ο σκελετός του μεταφέρθηκε μέσα στη λίμνη και απολιθώθηκε εξαιτίας της κάλυψής του από τα ιζήματα της λίμνης. Τα κόκκαλα βρίσκονταν μέσα σε σκληρό πέτρωμα και απαιτήθηκε η χρήση κομπρεσσέρ και μηχανικού κόφτη για να εκταφούν. Τα σπάνια αυτά ευρήματα μεταφέρθηκαν στα εργαστήρια του Μουσείου, όπου ακολούθησε ο προσεκτικός καθαρισμός τους από τα σκληρά πυριτιωμένα υλικά που τα περιέβαλαν, ο οποίος διήρκησε σχεδόν δύο μήνες.[5] Μετά την ολοκλήρωση της εργασίας καθαρισμού αποκαλύφθηκε η κάτω γνάθος του ζώου μαζί με την οδοντοστοιχία του καθώς και τμήματα που την ένωναν με το κρανίο του ζώου. Η οδοντοστοιχία, έχει διατηρηθεί ακέραιη με 5 δόντια σε κάθε πλευρά της γνάθου. Έπειτα, ακολούθησε μελέτη των ευρημάτων με σκοπό τον ακριβή προσδιορισμό του γένους και του είδους του ζώου. Οι έρευνες έδειξαν ότι αυτό ανήκει στο είδος Prodinothirium bavaricum. Το είδος ανήκει στην υπόταξη Deinotherioidea που αποτελεί πλευρικό κλάδο των Προβοσκιδωτών με χαρακτηριστική αυτονομία. Στα ζώα αυτά χαυλιόδοντες υπήρχαν μόνο στην κάτω γνάθο. Τα οστά της κάτω γνάθου προεκτείνονταν, κάμπτονταν προς τα κάτω και από αυτά εξείχαν οι χαυλιόδοντες που ήταν κυρτωμένοι προς τα πίσω. Οι χαυλιόδοντες του ζώου χρησίμευαν για να τραβάει και να ξεριζώνει χόρτα και ρίζες από τους βάλτους μέσα στους οποίους ζούσε, καθώς επίσης και για να στηρίζεται στα δέντρα έτσι ώστε να διευκολύνεται στο κόψιμο των κλαδιών και των φύλλων. Τα απολιθώματα του αποτελούν σπανιότατο εύρημα, αφού μέχρι σήμερα έχουν εντοπισθεί ελάχιστα δείγματα μεγάλων σπονδυλόζωων ηλικίας Κατωτέρου Μειόκαινου όχι μόνο στον ελληνικό, αλλά και στον ευρωπαϊκό χώρο.
Αντίθετα, η πανίδα σήμερα συμπεριλαμβάνει πολλά σποροφάγα, εντομοφάγα και αρπακτικά πτηνά, λαγούς, ποντικούς και βραχοποντικούς, χελώνες, σαύρες και φίδια. Ανάμεσα στα πουλιά ξεχωρίζουν τα απειλούμενα είδη σμυρνοχελίδονο και ο σκουρόβλαχος, που είναι από τα λίγα πτηνά που είναι ενδημικά της Μεσογείου. Απο τις σαύρες ξεχωρίζουν το κροκοδειλάκι και ο οφίσωψ που απαντώνται από την Ευρώπη μόνο στην Ελλάδα.
[Επεξεργασία] Μουσείο Φυσικής Ιστορίας
Το Μουσείο Φυσικής Ιστορίας Απολιθωμένου Δάσους Λέσβου ιδρύθηκε το 1994 και βρίσκεται στο Σίγρι, στο δυτικό άκρο της Λέσβου. Η δημιουργία του Μουσείου συγχρηματοδοτήθηκε από την Ελληνική πολιτεία και την Ευρωπαϊκή Ένωση. Έχει έκταση 1.597 τετραγωνικά μέτρα. Το Μουσείο λειτουργεί με τις προδιαγραφές ενός σύγχρονου Μουσείου του 21ου αιώνα. Διαθέτει την πιο πλήρη συλλογή απολιθωμένων φυτών στην Ελλάδα, με επίκεντρο τα σημαντικότερα απολιθώματα του Απολιθωμένου Δάσους Λέσβου, και παρουσιάζει για πρώτη φορά ολοκληρωμένα μοναδικά απολιθώματα που φέρουν στο φως οι συνεχής ανασκαφές. Πρόκειται για μονώροφο αρχιτεκτονικό οικοδόμημα που χαρακτηριστικό της εξωτερικής του όψης είναι η λιθοδομή από γκρίζα λάβα, υλικό που κυριαρχεί στην περιοχή. Η κεντρική είσοδος του κτηρίου οδηγεί τον επισκέπτη του Μουσείου σε ένα ευρύχωρο προθάλαμο. Στη νότια πλευρά του κτηρίου βρίσκονται οι μόνιμοι εκθεσιακοί χώροι, ενώ στη βόρεια πλευρά ο επισκέπτης συναντά την αίθουσα οπτικοαουστικών μέσων, τους χώρους διοίκησης, την αίθουσα περιοδικών εκθέσεων, τη βιβλιοθήκη και τα εργαστήρια έρευνας και συντήρησης των απολιθωμάτων. Παράλληλα διαθέτει οργανωμένα ερευνητικά εργαστήρια για την υλοποίηση ερευνητικών δράσεων. Επίσης, διαθέτει υπαίθριο αμφιθέατρο 400 θέσεων, όπου πραγματοποιούνται ποικίλες πολιτιστικές εκδηλώσεις και θεατρικές παραστάσεις. Η αίθουσα οπτικοαουστικών μέσων , δυναμικότητας 100 θέσεων, διαθέτει σύγχρονο εξοπλισμό και σύστημα ταυτόχρονης μετάφρασης δύο γλωσσών με στόχο την εξυπηρέτηση επιστημονικών συναντήσεων και μικρών συνεδρίων. Η αίθουσα περιοδικών εκθέσεων και εκπαιδευτικών προγραμμάτων φιλοξενεί ,συχνά , περιοδικές θεματικές εκθέσεις κατά την καλοκαιρινή περίοδο, ενώ το υπόλοιπο διάστημα χρησιμοποιείται για την πραγματοποίηση εκπαιδευτικών προγραμμάτων. Η βιβλιοθήκη στεγάζεται δίπλα στην αίθουσα περιοδικών εκθέσεων και φιλοξενεί σημαντικό αριθμό βιβλίων, επιστημονικών εκδόσεων χαρτών.
[Επεξεργασία] Παραπομπές
- ↑ S. Borsi, G. Ferrara, F. Innocenti και R. Mazzuoli. "Geochronology and petrology of recent volcanics in the eastern Aegean Sea (West Anatolia and Lesvos Island)". Bulletin of Volcanology 36: 473-496. doi:. http://www.springerlink.com/content/516748386531124w/. Ανακτήθηκε την 5 Σεπτεμβρίου 2011.
- ↑ M. Kouli, K.S. Seymour (2006). Contribution of remote sensing techniques to the identification and characterization of Miocene calderas, Lesvos Island, Aegean Sea, Hellas. 77. pp. 1-16. http://www.sciencedirect.com/science/article/pii/S0169555X05003806.
- ↑ Ζούρος, The Plaka petrified forest park in western Lesvos Δελτίον της Ελληνικής Γεωλογικής Εταιρίας, Τόμ. 40, Αρ. 4 (2007)
- ↑ N.C. Zouros (2010). Natural Heritage from East to West: Case Studies from 6 EU-Countries. σελ. 15-26. http://www.google.gr/books?hl=el&lr=&id=wDcd41aCRLQC&oi=fnd&pg=PA15#v=onepage&q&f=false.
- ↑ 5,0 5,1 G.D. Koufos, N. Zouros, O. Mouzouridou (Μάιος 2003). "Prodeinotherium bavaricum (Proboscidea, Mammalia) from Lesvos island, Greece; the appearance of deinotheres in the eastern Mediterranean". Geobios 36 (3): 305 - 315. http://www.sciencedirect.com/science/article/pii/S0016699503000317.
[Επεξεργασία] Εξωτερικοί σύνδεσμοι
- Απολιθωμένο δάσος της Λέσβου, Παγκόσμιο και Ευρωπαϊκό Γεωπάρκο
- Υπουργείο πολιτισμού, πληροφορίες του μουσείου φυσικής ιστορίας του απολιθωμένου δάσους της Λέσβου
- Μουσείο Φυσικής Ιστορίας του απολιθωμένου δάσους της Λέσβου
- Το απολιθωμένο δάσος της Λέσβου
- Φωτογραφίες από το απολιθωμένο δάσος της Λέσβου
Μουσείο Φυσικής Ιστορίας (Αρχείο ντοκιμαντέρ της Ε.Ρ.Τ.)- Από Μουσείο Φυσίκης Ιστορίας Απολιθωμένου Δέσους Λέσβου (Οδηγός Εκθεσεων)
- Από φυλλάδια του Μουσείου Φυσικής Ιστορίας Απολιθωμένου Δάσους Λέσβου