Απολιθωμένο δάσος της Λέσβου

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Συντεταγμένες: 39°12′13″N 25°52′28″E / 39.20361°N 25.87444°E / 39.20361; 25.87444

Versteend hout.jpg

Το Απολιθωμένο δάσος της Λέσβου είναι ένα από τα δύο μεγαλύτερα απολιθωμένα δάση στον κόσμο (το άλλο είναι το Εθνικό Πάρκο Απολιθωμένου Δάσους στην Αριζόνα). Απολιθωμένοι κορμοί βρίσκονται διάσπαρτοι σε μία έκταση 150 τετραγωνικών χιλιομέτρων που περικλείεται από τους οικισμούς Σίγρι, Ερεσός και Άντισσα στη δυτική Λέσβο. Μεμονωμένα απολιθώματα βρίσκονται και σε πολλά άλλα μέρη του νησιού, συμπεριλαμβανομένων των χωριών Μόλυβος, Πολιχνίτος, Πλωμάρι και Άκρασι.

Ο σχηματισμός του απολιθωμένου δάσους σχετίζεται με την έντονη ηφαιστειακή δραστηριότητα που έλαβε χώρα στη Λέσβο κατά το τέλος του Ολιγοκαίνου μέχρι το μέσο Μειόκαινο, περίπου πριν 20 εκατομμύρια χρόνια. Η δραστηριότητα αυτή δημιούργησε, εκτός από λάβα, πυροκλαστικά υλικά και ηφαιστειακή σποδό (στάχτη), με συνέπεια την κάλυψη της χλωρίδας στην περιοχή, και μάλιστα σε ιδιαίτερα σύντομο χρονικό διάστημα. Η κάλυψη αυτή είχε ως συνέπεια την απομόνωση των οργανικών υλικών της χλωρίδας από την ατμόσφαιρα. Η ηφαιστειακή δραστηριότητα ακολουθήθηκε από τη δημιουργία υδροθερμικών διαλυμάτων, πλούσιων σε διοξείδιο του πυριτίου (SiO2). Τα διαλύματα αυτά εμπότισαν τη σποδό που είχε καλύψει τους κορμούς των δένδρων, σηματοδοτώντας την έναρξη της απολίθωσής τους, καθώς η οργανική ύλη των κορμών σταδιακά αντικαταστάθηκε από το διοξείδιο του πυριτίου. Η διαγένεση, όπως ονομάζεται αυτή η διαδικασία, έγινε υπό σχεδόν ιδανικές συνθήκες. Το υλικό απολίθωσης είναι οπάλιος (μοναδικό απολιθωμένο δάσος από αυτό το υλικό παγκοσμίως), ενώ τα μορφολογικά χαρακτηριστικά των κορμών, όπως οι ετήσιοι δακτύλιοι, οι ανωμαλίες του εξωτερικού φλοιού κτλ. είναι διατηρημένα σε άριστη κατάσταση.

Έχει υποδειχθεί ως προστατευμένο φυσικό μνημείο. Το Απολιθωμένο Δάσος της Λέσβου είναι διατηρητέο μνημείο της φύσης από το 1985, σύμφωνα με το ΦΕΚ 160/Α/1985.[1] Το 1987 πραγματοποιήθηκαν οι πρώτες ανασκαφές στο Πάρκο Απολιθωμένο Δάσος Λέσβου, το πρώτο πάρκο που δημιουργήθηκε, ενώ από το 1997 πραγματοποιούνται συστηματικές ανασκαφές από το Μουσείο Φυσικής Ιστορίας Απολιθωμένου Δάσους Λέσβου. Το Μουσείο ιδρύθηκε το 1994 στο Σίγρι και έχει ως σκοπό την μελέτη, ανάδειξη και προστασία του Απολιθωμένου Δάσους. Από το 2000, το Μουσείο είναι ιδρυτικό μέλος του δικτύου Ευρωπαϊκών Γεωπάρκων και το 2004 εντάχθηκε στο Παγκόσμιο Δίκτυο Γεωπάρκων της UNESCO. Υπάρχουν άλλες πέντε προστατευόμενες εκτάσεις, το πάρκο Πλάκας, το πάρκο Σιγρίου, το πάρκο Νησιώπης και το πάρκο Χαμανδρούλα. Το 2012, ύστερα από σχετική εισήγηση, η περιοχή του προστατευόμενου γεωπάρκου επεκτάθηκε ώστε να περιλαμβάνει όλο το νησί της Λέσβου.[2]

Ιστορία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η θέση «Μπαλή Αλώνια», όπου βρίσκεται το πάρκο απολιθωμένου δάσους, ήταν γνωστή το 18ο αιώνα με το όνομα «Κύρια απολοθωμένη» εξαιτίας του μεγάλου αριθμού απολιθωμάτων. Η έκταση αυτή, μαζί με τη θέση Χαμανδρούλα κοντά στην Ερεσό, απαλλοτριώθηκε από το ελληνικό δημόσιο το 1966, σύμφωνα με την απόφαση του Υπουργείου Οικονομικών και Γεωργίας αριθμό Γ. 2755/5305/26.11.64, έτσι ώστε να προστατευθούν και να αναδειχθούν τα απολιθώματα. Η ευρύτερη περιοχή που βρίσκεται το απολιθωμένο δάσος, έκτασης 150.000 στρεμμάτων, απέκτησε το καθεστώς διατηρητέου μνημείο με το προεδρικό διάταγμα 443/85, το οποίο δημοσιεύθηκε στο ΦΕΚ 160, που εκδόθηκε τις 19 Σεπτεμβρίου 1985. Το διάταγμα όρισε πέντε πάρκα, τέσσερα χερσαία (θέση Παλή Αλώνια, Νησιώπη, Σίγρι και Χαμανδρούλα) και ένα θαλάσσιο στη θέση Λάφη, με έκταση 100 στρέμματα. Η συνολική έκταση των πάρκων ανέρχεται σε 516,5 στρέμματα. Σύμφωνα με το διάταγμα, το απολιθωμένο δάσος Λέσβου αποτελεί «ανεπανάληπτο δημιούργημα της φύσης και φυσική κληρονομιά της χώρας με σπάνια παλαιοντολογική και γεωμορφολογική αξία».[3]

Η θέση Μπαλή Αλώνια περιφράχθηκε με τη δημιουργία του πάρκου, έκτασης 286 στρεμμάτων. Η μελέτη αξιοποίησης του πάρκου έγινε από τη διεύθυνση δασών Λέσβου σε συνεργασία με το Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών και με χρηματοδότηση του Υπουργείου γεωργίας (Ελληνικό δημόσιο και Ευρωπαϊκή Ένωση). Στο πάρκο χαράχθηκαν και κατασκευάστηκαν περιπατητικές διαδρομές, καθώς και διάφορα έργα διευκόλυνσης των επισκευτών. Κατά τη διάρκεια διάνοιξης των περιπατητικών διαδρομών το 1987 έγιναν και οι πρώτες ανασκαφές απολιθωμένων κορμών, όπως ενός κατακείμενου κορμού μήκους 20 μέτρων που βρέθηκε κοντά στην είσοδο του πάρκου. Το 1997 και έπειτα πραγματοποιούνται συστηματικές ανασκαφές και προγράμματα συντήρησης και αποκατάστασης των απολιθωμένων κορμών στο πάρκο από Μουσείο Φυσικής Ιστορίας Απολιθωμένου Δάσους Λέσβου.

Το πάρκο Πλάκας που βρίσκεται σε ένα ακρωτήριο, περίπου 500 μέτρα νότια του Σιγρίου και είναι μία από τις πέντε περιοχές που προστατεύονται με το προεδρικό διάταγμα. Η έκταση παραχωρήθηκε το 2000 από το Υπουργείο Γεωργίας για τη δημιουργία πάρκου, ύστερα από αίτημα του Μουσείου Φυσικής Ιστορίας Απολιθωμένου Δάσους Λέσβου. Αμέσως μετά τη παραχώρηση της έκτασης άρχισαν οι διαδικασίες προστασίας και ανάδειξης της έκτασης. Διάφοροι κορμοί ανακαλύφθηκαν με τη χρήση της τεχνικής γεωφυσική διασκόπηση. Ένας από τους κορμούς που αποκαλύφθηκε είχε διάμετρο 3,7 μέτρα και περίμετρο 14 μέτρα και είναι ο μεγαλύτερος που έχει βρεθεί στο απολιθωμένο δάσος Λέσβου.[4] Το πάρκο άρχισε να λειτουργεί το Ιουλίου του 2005. Στα μέσα του 2012 άρχισαν συστηματικές ανασκαφές στη νησίδα Νησιώπη, που οδήγησαν στην ανακάλυψη δεκάδων ιστάμενων ή κατακείμενων κορμών, ανάμεσα στους οποίους βρίσκεται ένας κορμός μήκους 17,2 μέτρων και με διάμετρο κοντά στη βάση 1,70 μέτρα.[5]

Το Μουσείο Φυσικής Ιστορίας Απολιθωμένου Δάσους Λέσβου ιδρύθηκε το 1994 (νόμος 2260/1994) και βρίσκεται στο Σίγρι, στο δυτικό άκρο της Λέσβου. Η δημιουργία του Μουσείου συγχρηματοδοτήθηκε από την Ελληνική πολιτεία και την Ευρωπαϊκή Ένωση. Το Μουσείο έχει ως στόχο τη μελέτη, έρευνα, ανάδειξη, συντήρηση και φύλαξη του Απολιθωμένου Δάσους της Λέσβου. Από το 2000, το Μουσείο είναι ιδρυτικό μέλος του δικτύου Ευρωπαϊκών Γεωπάρκων και το 2004 εντάχθηκε στο Παγκόσμιο Δίκτυο Γεωπάρκων της UNESCO. Το 2001 απέσπασε το πρώτο ευρωπαϊκό βραβείο από το Ευρωπαϊκό δίκτυο προστατευόμενων περιοχών eurocite για τη διαχείριση του απολιθωμένου δάσους Λέσβου.

Το Νοέμβριο του 2011, ο δήμος Λέσβου έστειλε φάκελλο στην UNESCO, με σκοπό όλο το νησί να ενταχθεί στο Παγκόσμιο Δίκτυο Γεωπάρκων αυτής. Την 21η Σεπτεμβρίου του 2012, η UNESCO ενέκρινε την υποψηφιότητα της Λέσβου και τήν ενέταξε ολόκληρη στο Παγκόσμιο Δίκτυο Γεωπάρκων, έπειτα από απόφαση που λήφθηκε στο Οπόρτο. Την επιτροπή αξιολόγησης απάρτιζαν ο δόκτωρ Ζ. Μαρτινί, διευθυντής γεωπάρκου στις γαλλικές Άλπεις και ο δόκτωρ Α. Σίλερ, διευθυντής γεωπάρκου στο Φούλκαν Άιφελ της Γερμανίας.[2]

Γεωλογία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο ηφαιστειακός δόμος του Μεσοτόπου είναι αποτέλεσμα της μειοκαινικής ηφαιστεικής δραστηριότητας στη Λέσβο

Το δυτικό τμήμα της Λέσβου αποτελείται από πυροκλαστικά υλικά τα οποία καλύπτουν παλαιότερα πετρώματα. Τα παλαιότερα πετρώματα είναι περμιοτριαδικής ηλικίας και είναι σχιστόλιθοι, χαλαζίτες, φυλλίτες και μεταψαμμίτες που εναλλάσσονται με μάρμαρα και κρυσταλλικούς ασβεστόλιθους. Αυτά τα πετρώματα αποτελούν το έδαφος στο οποίο αναπτύχθηκε το δάσος. Τα πυροκλαστικά υλικά προέρχονται από την έντονη ηφαιστειακή δραστηριότητα που έλαβε χώρα στο Βόρειο Αιγαίο πριν από 21 με 16 εκατομμύρια χρόνια. Τα ηφαιστειακά υλικά καλύπτουν τα 2/3 της Λέσβου.

Η ηφαιστειακή δραστηριότητα ήταν αποτέλεσμα της σύγκρουσης της ευρασιατικής λιθοσφαρικής πλάκας στο βορρά με την αφρικανική λιθοσφαρική πλάκα στο νότο, με αποτέλεσμα τη βύθιση της δεύτερης κάτω από τη πρώτη. Η αφρικανική πλάκα λιώνει και στη συνέχεια το λιωμένο υλικό κινείται προς της επιφάνεια και δημιουργεί ένα τόξο ηφαιστείων πίσω από τη περιοχή σύγκρουσης των δύο πλακών. Η περιοχή σύγκλισης βρίσκεται νότια της Κρήτης και υπάρχουν ενεργά ηφαίστεια στη Σαντορίνη και τη Νίσυρο. Πριν από 21,5 με 16,5 εκατομμύρια χρόνια στο χώρο του σημερινού Αιγαίου υπήρχε μία ενιαία ξηρά, η Αιγηίδα, η περιοχή σύγκλισης βρισκόταν στο χώρο των Κυκλάδων και τα ηφαίστεια στο Βορειοανατολικό Αιγαίο.[6] Αυτή η ηφαιστειακή δραστηριότητα δημιούργησε ένα αριθμό από καλδέρες στη βόρεια και δυτική Λέσβο. Τέτοια ηφαίστεια έχουν βρεθεί και αναγνωριστεί με τη χρήση των δορυφόρων όπως οι Landsat και SPOT ως η καλδέρα της Βατούσας, του Λεπέτυμνου (Στύψη), της Άγρας, της Ανεμώτιας, του Σκαλοχωρίου, του Σιγρίου και του Μεσοτόπου. Αρκετές από αυτές βρέθηκαν ότι έχουν διάμετρο μεγαλύτερη από 10 χιλιόμετρα.[7]

Οι ηφαιστειακές εκρήξεις προκάλεσαν την έξοδο τεράστιων ποσοτήτων λάβας, στάχτης και άλλων ηφαιστειακών υλικών που σκέπασαν μεγάλες εκτάσεις. Πυροκλαστικές ροές κινήθηκαν από τα ανατολικά προς τα δυτικά και σκέπασαν το μεγάλο, πυκνό και πλούσιο δάσος που υπήρχε την εποχή εκείνη. Πολλά από τα δέντρα του δάσους έσπασαν και έπεσαν, αφήνοντας πίσω κορμούς ύψους ενός με δύο μέτρων. Κάτι παρόμοιο συνέβη το 1980 με την έκρηξη του όρους της Αγίας Ελένης στις ΗΠΑ. Σε πολλές περιπτώσεις η ηφαιστειακή στάχτη παρασύρθηκε από τις έντονες βροχοπτώσεις που ακολούθησαν τις ηφαιστειακές εκρήξεις και έτσι δημιουργήθηκαν μεγάλες λασπορροές πυροκλαστικών υλικών. Τα πυροκλαστικά πετρώματα σχηματίζουν στρώματα διαφορετικής σύστασης. Υπάρχουν ορίζοντες ελαφρόπετρας, λασπορροών και ηφαιστειακών κροκαλοπαγών. Το κατώτερο στρώμα αποτελείται από αερομεταφερόμενη ηφαιστειακή στάχτη από τις εκρήξεις, η οποία κατακάθισε πρώτη, σχηματίζοντας ένα ορίζοντα ελαφρόπετρας. Αυτό το στρώμα καλύφθηκε από λασπορροές που μετέφεραν στάχτη που είχε κατακαθίσει σε ψηλότερα σημεία. Η ροή του νερού δημιούργησε επίσης τις αποθέσεις κροκαλοπαγών, των οποίων το αποστρογγυλεμένο σχήμα δείχνει ότι διήνυσαν αρκετά μεγάλες αποστάσεις.[8]

Αυτά τα ηφαιστειακά υλικά κάλυψαν τους κορμούς και τα κλαδιά απομονώνοντάς τους από το υπόλοιπο περιβάλλον. Σε αυτές τις συνθήκες έγινε εφικτή η μόριο προς μόριο αντικατάσταση του βιολογικού υλικού με πυριτικό πέτρωμα (χαλαζίας) με αποτέλεσμα μορφολογικά γνωρίσματα των δένδρων, όπως η εξωτερική επιφάνεια του κορμού, οι αυξητικοί δακτύλιοι καθώς και η εσωτερική δομή του ξύλου, να διατηρηθούν πολύ καλά.[8] Εξαίτιας της παρουσίας οξειδίων διαφόρων μετάλλων στοιχείων, όπως σίδηρος, χαλκός και μαγγάνιο, οι κορμοί έχουν διάφορες αποχρώσεις. Το γεγονός ότι έχουν βρεθεί απολιθωμένες ρίζες ανάμεσα σε απολιθωμένους κορμούς δείχνουν ότι ανάμεσα στις ηφαιστειακές εκρήξεις αναπτύχθηκε νέο δάσος, το οποίο στη συνέχεια απολιθώθηκε.

Ένα άλλο χαρακτηριστικό της περιοχής είναι ότι στις παράκτιες περιοχές, όπως στο πάρκο Πλάκας εμφανίζονται χαρακτηριστικές μορφές κυψελοειδούς αποσάθρωσης των ηφαιστειακών πετρωμάτων, τα οποία στη περιοχή του Σιγρίου είναι ανδεσίτες, γνωστές ως ταφόνι (tafoni) αυτές που έχουν διάμετρο μεγαλύτερη από μισό μέτρο, ενώ για μικρότερες χρησιμοποιείται ο όρος alneoles. Πρόκειται για γεωμορφές που παρουσιάζουν μορφή σφαιρικών κοιλοτήτων με ομαλά, κοίλα τοιχώματα. Τα ταφόνι σχηματίζονται από την έντονη αιολική και χημική αποσάθρωση. Ο πιο πιθανός μηχανισμός δημιουργίας τους είναι ότι το αλάτι εισέρχεται διαλυμένο στο νερό σε μικρορωγμές του βράχου. Με την εξάτμιση του νερού σχηματίζονται κρύσταλλοι άλατος που γεμίζουν τους κενούς χώρους και ασκούν τάσεις στο εσωτερικών των βράχων, με αποτέλεσμα ποσότητα του πετρώματος να αποσπάται και με το πέρασμα του καιρού οι κοιλότητες που δημιουργούνται να παίρνουν όλο και μεγαλύτερες διαστάσεις.[8]

Στην περιοχή, έχουν πραγματοποιηθεί ολοκληρωμένες παρεμβάσεις για την συντήρηση, ανάδειξη και προστασία των απολιθωμένων κορμών. Ο επισκέπτης του Πάρκου μπορεί να περιηγηθεί σε μια ολόκληρη βουνοπλαγιά, από ειδικά διαμορφωμένα μονοπάτια και να θαυμάσει τις μοναδικές εμφανίσεις Πρωτοπευκιδών, που σχηματίζουν μικρές συστάδες και αποτελούν τους προγόνους του σύγχρονου Πεύκου. Οι περισσότεροι απολιθωμένοι κορμοί ανήκουν στην οικογένεια των Ταξοδιειδών (Taxodiaceae) που αποτελούν προγονικές μορφές του σύγχρονου είδους Σεκόια η Αειθαλής που φύεται στις δυτικές ακτές των Ηνωμένων Πολιτειών. Στην οικογένεια αυτή ανήκει και ο μεγαλύτερος απολιθωμένος κορμός κωνοφόρου δένδρου (με μήκος μεγαλύτερο των 20 μέτρων) καθώς και οι μεγάλοι ιστάμενοι κορμοί Σεκόιας. Αρκετά από τα απολιθώματα προστατεύονται από τις καιρικές συνθήκες που μπορεί να τα καταστρέψουν.

Παλαιοοικοσύστημα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Από τη μελέτη της απολιθωμένης χλωρίδας προκύπτει ότι το κλίμα στην περιοχή του Αιγαίου πριν 20 εκατομμύρια χρόνια ήταν υποτροπικό που μεταβαλλόταν σε θερμό ηπειρωτικό. Σήμερα δάση ανάλογα με αυτό που βρισκόταν στην Λέσβο παρατηρούνται στην υποτροπική Ασία και Αμερική. Από τις ερευνητικές εργασίες του Μουσείου Φυσικής Ιστορίας Απολιθωμένου δάσους Λέσβου τα τελευταία δέκα χρόνια στη περιοχή του Απολιθωμένου Δάσους Λέσβου έχουν αποκαλυφθεί διαφορετικές ζώνες βλάστησης, συνθέτοντας έτσι την εικόνα της βλάστησης που επικρατούσε στην περιοχή πριν από 20 εκατομμύρια χρόνια. Το δάσος βρίσκεται σε μια ζώνη όπου υπάρχουν μικτά δάση κωνοφόρων ενώ σε χαμηλότερα υψόμετρα φύτρωναν φοινικόδεντρα και πλατύφυλλα φυτά.[9]

Το απολιθωμένο δάσος αποτελείται κωνοφόρα, αγγειόσπερμα – ανθοφόρα φυτά, και λίγα πτεριδόφυτα. Στα κωνοφόρα περιλαμβάνεται το γένος Taxodioxylon, με τα είδη T. gyspaceum και T. albertense, Pinoxylon, Tetraclinoxylon και taxoxylon. Τα είδη αυτά είναι προγονικές μορφές της σεκόιας, του πεύκου, του κυπαρισσιού του τάξου, ενώ υπάρχουν και άλλα σπάνια ειδών των οποίων δεν υπάρχουν σύγχρονοι απόγονοι. Το γένος Taxodioxylon είναι προγονική μορφή του φυτού σεκόια, που φύεται στις δυτικές ακτές των Ηνωμένων Πολιτειών. Υπολογίζεται ότι κάποια φυτά του γένους πρέπει να ξεπερνούσαν σε ύψος τα 100 μέτρα. Το είδος Pinoxylon paradoxum (πεύκη η παράδοξη) παίζει σημαντικό ρόλο στην σύνθεση του δάσους κωνοφόρων. Το είδος ανήκει στην οικογένειες των πρωτοπευκίδων και προσδιορίστηκε για πρώτη φορά στο πάρκο. Αυτό το είδος έχει το χαρακτηριστικό ότι συνδυάζει τόσο χαρακτηριστικά ελάτου, όσο και πεύκου, των οποίων αποτελεί προγονική μορφή. Έχουν προσδιορισθεί επίσης φυτά της οικογένειας κυπαρισσίδες, όπως το γένος tetraclinoxylon και το σπάνιο κωνοφόρο Κουνιχάμια η μειοκαινική.

Τα αγγειόσπερμα – ανθοφόρα φυτά περιλαμβάνουν αντιπρόσωπους των ειδών Λεύκα, Δάφνη, Κανελλόδενδρο, Πλάτανος, Δρυς, Οξιά, Σκλήθρο, Βάτος, Σφένδαμος και Καρυδιά. Επίσης, έχουν προσδιοριστεί πολλά είδη φοινικίδων, όπως Phoenix και Palmoxylon. Οι ανασκαφές έδειξαν ότι μετά την καταστροφή και απολίθωση του δάσους κωνοφόρων αναπτύχθηκε στον ίδιο ορίζοντα ένα δάσος αγγειόσπερμων το οποίο στην συνέχεια απολιθώθηκε από άλλη έκρηξη.

Αν και η χλωρίδα του απολιθωμένου δάσους έχει μελετηθεί εκτενώς, λίγα είναι γνωστά για τη πανίδα του. Οι ερευνητικές εργασίες, που πραγματοποιήθηκαν από το Μουσείο Φυσικής Ιστορίας Απολιθωμένου Δάσους Λέσβου το 1999 στην περιοχή του Γαβαθά Άντισσας, έφεραν στο φως τα οστά του πρώτου ζώου που βρέθηκε μέχρι σήμερα στην περιοχή του Απολιθωμένου Δάσους. Τα ευρήματα ανήκουν σε μεγάλο προβοσκιδωτό τις οικογένειας των δεινοθηρίων, προγονική μορφή των σημερινών ελεφάντων. Τα ευρήματα χρονολογήθηκαν με αρκετές μεθόδους και καθορίστηκε η κατώτατη ηλικία των 18,4 εκατομμυρίων ετών. Πρόκειται για το αρχαιότερο δείγμα δεινοθηρίου στην Ελλάδα, και δεδομένης της θέσης της Λέσβου, πιθανότατα και το αρχαιότερο στην Ευρώπη.[10]

Η μελέτη του παλαιοπεριβάλλοντος της περιοχής πιστοποίησε ότι, το ζώο αυτό ζούσε στις παρυφές του Απολιθωμένου Δάσους κοντά σε μια μεγάλη λίμνη που υπήρχε εκεί πριν 20 περίπου εκατομμύρια χρόνια και τρεφόταν από την πλούσια βλάστηση του υποτροπικού δάσους. Όταν πέθανε, ο σκελετός του μεταφέρθηκε μέσα στη λίμνη και απολιθώθηκε εξαιτίας της κάλυψής του από τα ιζήματα της λίμνης. Τα οστά βρίσκονταν μέσα σε σκληρό πέτρωμα και απαιτήθηκε η χρήση κομπρεσέρ και μηχανικού κόφτη για να εκταφούν. Τα σπάνια αυτά ευρήματα μεταφέρθηκαν στα εργαστήρια του Μουσείου, όπου ακολούθησε ο προσεκτικός καθαρισμός τους από τα σκληρά πυριτιωμένα υλικά που τα περιέβαλαν, ο οποίος διήρκεσε σχεδόν δύο μήνες.[10] Μετά την ολοκλήρωση της εργασίας καθαρισμού αποκαλύφθηκε η κάτω γνάθος του ζώου μαζί με την οδοντοστοιχία του καθώς και τμήματα που την ένωναν με το κρανίο του ζώου. Η οδοντοστοιχία, έχει διατηρηθεί ακέραιη με 5 δόντια σε κάθε πλευρά της γνάθου. Έπειτα, ακολούθησε μελέτη των ευρημάτων με σκοπό τον ακριβή προσδιορισμό του γένους και του είδους του ζώου. Οι έρευνες έδειξαν ότι αυτό ανήκει στο είδος Prodinothirium bavaricum. Το είδος ανήκει στην υπόταξη Deinotherioidea που αποτελεί πλευρικό κλάδο των Προβοσκιδωτών με χαρακτηριστική αυτονομία. Στα ζώα αυτά χαυλιόδοντες υπήρχαν μόνο στην κάτω γνάθο. Τα οστά της κάτω γνάθου προεκτείνονταν, κάμπτονταν προς τα κάτω και από αυτά εξείχαν οι χαυλιόδοντες που ήταν κυρτωμένοι προς τα πίσω. Οι χαυλιόδοντες του ζώου χρησίμευαν για να τραβάει και να ξεριζώνει χόρτα και ρίζες από τους βάλτους μέσα στους οποίους ζούσε, καθώς επίσης και για να στηρίζεται στα δέντρα έτσι ώστε να διευκολύνεται στο κόψιμο των κλαδιών και των φύλλων. Τα απολιθώματα του αποτελούν σπανιότατο εύρημα, αφού μέχρι σήμερα έχουν εντοπισθεί ελάχιστα δείγματα μεγάλων σπονδυλόζωων ηλικίας Κατωτέρου Μειόκαινου όχι μόνο στον ελληνικό, αλλά και στον ευρωπαϊκό χώρο.

Σύγχρονη χλωρίδα και πανίδα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η Λέσβος παρουσιάζει μεγάλη ποικιλία οικοσυστημάτων που περιλαμβάνουν μεσογειακή μακία βλάστηση, φυτά που αναπτύσσονται σε πιο υγρές συνθήκες, όπως ο πλάτανος και η καστανιά, εκτενείς ελαιώνες και πευκοδάση. Στο δυτικό άκρο του νησιού, όπου βρίσκεται το απολιθωμένο δάσος, επικρατούν πιο ξηρές συνθήκες. Η βλάστηση περιλαμβάνει τυπική φρυγανική βλάστηση. Τυπικά είδη είναι η ρίγανη, η γαλαστοίβη, τα φυτιλάκια και ο ασπάλαθος. Επίσης στην περιοχή υπάρχουν δρυοδάση. Στις όχθες των ποταμών παροδικής ροής και των χειμάρων φύονται ροδοδάφνες. Στα περιφραγμένα πάρκα του απολιθωμένου δάσους, τα φυτά είναι προστατευμένα από την βόσκηση και τις πυρκαγιές. Στο χώρο του Πάρκου έχουν φυτευτεί και άλλα είδη φυτών αλλά και πεύκα για να μπορεί ο επισκέπτης να συγκρίνει την αλλαγή των δέντρων πριν 20.000.000 χρόνια μέχρι και σήμερα.

Η πανίδα σήμερα συμπεριλαμβάνει πολλά σποροφάγα, εντομοφάγα και αρπακτικά πτηνά, λαγούς, ποντικούς και βραχοποντικούς, χελώνες, σαύρες και φίδια. Ανάμεσα στα πουλιά ξεχωρίζουν τα απειλούμενα είδη σμυρνοχελίδονο και ο σκουρόβλαχος, που είναι από τα λίγα πτηνά που είναι ενδημικά της Μεσογείου. Η περιοχή του απολιθωμένου δάσους περιλαμβάνει μια από τις 3 περιοχές Natura 2000 του νησιού. Από τις σαύρες ξεχωρίζουν το κροκοδειλάκι και ο οφίσωψ που απαντώνται από την Ευρώπη μόνο στην Ελλάδα.

Δραστηριότητες[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο επισκέπτης του απολιθωμένου δάσους μπορεί να επισκεφτεί το Μουσείο, καθώς και τα διαφορετικά πάρκα στα οποία απαντώνται διάφορες συγκεντρώσεις απολιθωμένων κορμών. Τα πάρκα αυτά είναι το Πάρκο Απολιθωμένου Δάσους, το Πάρκο Σιγρίου, το Πάρκο Πλάκας και το Πάρκο στη νησί Νισιώπη. Επίσης, έχουν σχεδιαστεί πεζοπορικές διαδρομές που συνδέουν τις απολιθωματοφόρες θέσεις.

Άποψη της 2ης διαδρομής του πάρκου του Απολιθωμένου Δάσους

Το πάρκο του Απολιθωμένου Δάσους είναι το πρώτο πάρκο που σχεδιάστηκε και χαρακτηρίζεται ως πυρήνας του απολιθωμένου δάσους. Στο πάρκο έχουν χαραχθεί διαδρομές που επιτρέπουν στο επισκέπτη του πάρκου να δει τις κυριότερες συγκεντρώσεις κορμών. Υπάρχουν τέσσερις θεματικές διαδρομές στο πάρκο. Η 1η έχει μήκος 300 μέτρα και έχει τίτλο «Ανακαλύπτοντας το Απολιθωμένο Δάσος των κωνοφόρων». Ξεκινάει από την είσοδο του πάρκου και φτάνει μέχρι τη θέση πανοραμικής θέας, στο ανατολικό άκρο του πάρκου. Από τη θέση θέας ξεκινούν οι υπόλοιπες τρεις διαδρομές. Η 2η διαδρομή έχει μήκος 1.121 μέτρα και έχει τίτλο «Ερευνώντας τα μυστικά της δημιουργίας του Απολιθωμένου Δάσους». Η 3η διαδρομή είναι η μακρύτερη με μήκος 2.100 μέτρα και έχει τίτλο «Περπατώντας στο δάσος της Σεκόιας». Η διαδρομή συνδέει τους μεγαλύτερους κορμούς, οι οποίοι είναι προγονικές μορφές της Σεκόιας και ανήκουν στο είδος Ταξοδιόξυλο. Η 4η διαδρομή έχει μήκος 556 μέτρα και τιτλοφορείται «Περπατώντας στο δάσος των Πρωτοπευκίδων». Η διαδρομή έχει ιδιαίτερο επιστημονικό ενδιαφέρον καθώς περνάει ανάμεσα από κορμούς του είδος Pinoxylon paradoxum, το οποίο αναγνωρίστηκε στο πάρκο. Πέρα από τις διαδρομές, στο πάρκο υπάρχει φυλάκιο, αναψυκτήριο, θέσεις στάσης, πέτρινες βρύσες και WC.

Το πάρκο Σιγρίου βρίσκεται δίπλα στο κτήριο του μουσείου, στο Σίγρι. Περιλαμβάνει αρκετούς ριζικούς κόμβους και ριζικά συστήματα των δέντρων σε πλήρη ανάπτυξη. Οι διάφορες απολιθωμένες θέσεις συνδέονται μεταξύ τους με μονοπάτι. Το πάρκο Πλάκας βρίσκεται 700 μέτρα νότια του Σιγρίου. Ο αγροτικός δρόμος που συνδέει το Σίγρι χωρίζει το πάρκο σε δύο μέρη, το παράκτιο δυτικά και το χερσαίο ανατολικά. Περιπατικές συνδέουν μεταξύ τους κορμούς, ανάμεσα στους οποίους βρίσκεται ο μεγαλύτερος γνωστός απολιθωμένος κορμός. Στο πάρκο Πλάκας υπάρχει φυλάκιο, αναψυκτήριο και θέσεις στάσης. Το 2000 στο πάρκο ανακαλύφθηκε ο μεγαλύτερος γνωστός απολιθωμένος κορμός, με περίμετρο 13,7 μέτρα και διάμετρο 3,7.[4] Το πάρκο Νησιώπης βρίσκεται στην νησίδα Νησιώπη, η οποία κλείνει το κόλπο του Σιγρίου. Η νησίδα είναι προσβάσιμη με βάρκα και φιλοξενεί αρκετές απολιθωματοφόρες θέσεις. Άλλα πάρκα είναι το πάρκο Χαμανδρούλα, κοντά στην Ερεσό, και το πάρκο Σκαμιούδας Άντισσας, το οποίο βρίσκεται εκτός των ορίων της προστατευόμενης περιοχής του δάσους.[11]

Στη δυτική Λέσβο υπάρχουν δύο περιπατητικές διαδρομές, οι οποίες είναι τόσο κατα μήκος του οδικού δικτύου, όσο και χαραγμένα μονοπάτια. Αυτό το δίκτυο μονοπατιών έχει την ονομασία «Μονοπάτια της λάβας». Διαδρομές ξεκινούν από την Καλλονή και κατευθύνονται η μία προς το Λεπέτυμνο και στη συνέχεια προς το Απολιθωμένο Δάσος ακολουθώντας την βόρεια ακτογραμμή του νησιού, ενώ η άλλη προς τη Βατούσα μέσω του δρόμου που περνάει από τα Δάφια και τη Φίλια. Από τα μονοπάτια που χαράχθηκαν στη δυτική Λέσβο, το πρώτο συνδέει το Σίγρι με το πάρκο του Απολιθωμένου Δάσους και την Ερεσό και έχει συνολικό μήκος 27 χιλιόμετρα. Κατά μήκος της διαδρομής υπάρχουν ενημερωτικές πινακίδες για την πληροφόρηση του περιπατητή για τις δομές που παρατηρεί. Η δεύτερη περιπατητική διαδρομή συνδέει το Γαβαθά με τα Λάψαρνα, παρακάμπτοντας τον οικισμό Λυγερή. Η διαδρομή έχει μήκος 6,5 χιλιόμετρα και κατά μήκος της υπάρχουν ενημερωτικές πινακίδες.[12]

Μουσείο Φυσικής Ιστορίας[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το Μουσείο Φυσικής Ιστορίας Απολιθωμένου Δάσους Λέσβου ιδρύθηκε το 1994 και βρίσκεται στο Σίγρι, στο δυτικό άκρο της Λέσβου. Η δημιουργία του Μουσείου συγχρηματοδοτήθηκε από την Ελληνική πολιτεία και την Ευρωπαϊκή Ένωση. Έχει έκταση 1.597 τετραγωνικά μέτρα. Το Μουσείο λειτουργεί με τις προδιαγραφές ενός σύγχρονου Μουσείου του 21ου αιώνα. Διαθέτει την πιο πλήρη συλλογή απολιθωμένων φυτών στην Ελλάδα, με επίκεντρο τα σημαντικότερα απολιθώματα του Απολιθωμένου Δάσους Λέσβου, και παρουσιάζει για πρώτη φορά ολοκληρωμένα μοναδικά απολιθώματα που φέρουν στο φως οι συνεχής ανασκαφές. Πρόκειται για μονώροφο αρχιτεκτονικό οικοδόμημα που χαρακτηριστικό της εξωτερικής του όψης είναι η λιθοδομή από γκρίζα λάβα, υλικό που κυριαρχεί στην περιοχή. Η κεντρική είσοδος του κτηρίου οδηγεί τον επισκέπτη του Μουσείου σε ένα ευρύχωρο προθάλαμο. Στη νότια πλευρά του κτηρίου βρίσκονται οι μόνιμοι εκθεσιακοί χώροι, ενώ στη βόρεια πλευρά ο επισκέπτης συναντά την αίθουσα οπτικοακουστικών μέσων, τους χώρους διοίκησης, την αίθουσα περιοδικών εκθέσεων, τη βιβλιοθήκη και τα εργαστήρια έρευνας και συντήρησης των απολιθωμάτων. Παράλληλα διαθέτει οργανωμένα ερευνητικά εργαστήρια για την υλοποίηση ερευνητικών δράσεων. Επίσης, διαθέτει υπαίθριο αμφιθέατρο 400 θέσεων, όπου πραγματοποιούνται ποικίλες πολιτιστικές εκδηλώσεις και θεατρικές παραστάσεις. Η αίθουσα οπτικοαουστικών μέσων , δυναμικότητας 100 θέσεων, διαθέτει σύγχρονο εξοπλισμό και σύστημα ταυτόχρονης μετάφρασης δύο γλωσσών με στόχο την εξυπηρέτηση επιστημονικών συναντήσεων και μικρών συνεδρίων. Η αίθουσα περιοδικών εκθέσεων και εκπαιδευτικών προγραμμάτων φιλοξενεί ,συχνά , περιοδικές θεματικές εκθέσεις κατά την καλοκαιρινή περίοδο, ενώ το υπόλοιπο διάστημα χρησιμοποιείται για την πραγματοποίηση εκπαιδευτικών προγραμμάτων. Η βιβλιοθήκη στεγάζεται δίπλα στην αίθουσα περιοδικών εκθέσεων και φιλοξενεί σημαντικό αριθμό βιβλίων, επιστημονικών εκδόσεων χαρτών.

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Προστατευόμενες Περιοχές Εθνικής νομοθεσίας Μουσείο Γουλανδρή (2010). Ανακτήθηκε την 17 Ιουλίου 2012
  2. 2,0 2,1 Προστατευόμενο γεωπάρκο ολόκληρη η Λέσβος με απόφαση της UNESCO in.gr. 21 Σεπτεμβρίου 2012.
  3. ΦΕΚ Α 160/1985
  4. 4,0 4,1 Ο μεγαλύτερος στον κόσμο απολιθωμένος κορμός δέντρου ανακαλύφθηκε στη Λέσβο in.gr, 26 Δεκεμβρίου 2000
  5. Μπαλάσκας Στρατής (2013-01-13). «Το «Τζουράσικ Παρκ» της Λέσβου». Ελευθεροτυπία. http://www.enet.gr/?i=news.el.ellada&id=335608. Ανακτήθηκε στις 2013-02-13. 
  6. S. Borsi, G. Ferrara, F. Innocenti και R. Mazzuoli. "Geochronology and petrology of recent volcanics in the eastern Aegean Sea (West Anatolia and Lesvos Island)". Bulletin of Volcanology 36: 473-496. doi:10.1007/BF02597122. http://www.springerlink.com/content/516748386531124w/. Ανακτήθηκε στις 5 Σεπτεμβρίου 2011. 
  7. M. Kouli, K.S. Seymour (2006). Contribution of remote sensing techniques to the identification and characterization of Miocene calderas, Lesvos Island, Aegean Sea, Hellas. 77. σελ. 1-16. http://www.sciencedirect.com/science/article/pii/S0169555X05003806. 
  8. 8,0 8,1 8,2 Ζούρος, The Plaka petrified forest park in western Lesvos Δελτίον της Ελληνικής Γεωλογικής Εταιρίας, Τόμ. 40, Αρ. 4 (2007)
  9. N.C. Zouros (2010). Natural Heritage from East to West: Case Studies from 6 EU-Countries. σελ. 15-26. http://www.google.gr/books?hl=el&lr=&id=wDcd41aCRLQC&oi=fnd&pg=PA15#v=onepage&q&f=false. 
  10. 10,0 10,1 G.D. Koufos, N. Zouros, O. Mouzouridou (Μάιος 2003). "Prodeinotherium bavaricum (Proboscidea, Mammalia) from Lesvos island, Greece; the appearance of deinotheres in the eastern Mediterranean". Geobios 36 (3): 305 - 315. http://www.lesvosmuseum.gr/cms_files/dynamic/c31656/file/Koufos_prodeinotherium_el_GR.pdf. 
  11. Άλλα Πάρκα του Απολιθωμένου Δάσους Μουσείο Απολιθωμένου δάσους Λέσβου. Ανακτήθηκε την 24 Ιουλίου 2012
  12. Τα Μονοπάτια της Λάβας Μουσείο Φυσικής Ιστορίας Απολιθωμνένου Δάσους. Ανακτηθήκε την 24 Ιουλίου 2012

Εξωτερικοί σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]