Αναμιξιμότητα

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Με τον χημικό όρο αναμιξιμότητα χαρακτηρίζεται η ικανότητα μιας αέριας ή υγρής χημικής ουσίας να αναμιχθεί μέσα σε άλλη επίσης αέρια ή υγρή αντίστοιχα. Με κριτήριο αυτή την ικανότητα τα αέρια και τα υγρά, δηλαδή τα ρευστά, διακρίνονται σε αναμίξιμα και σε μη αναμίξιμα.

Αν και έχει επικρατήσει η αντίληψη ότι γενικά όλα τα αέρια είναι πλήρως αναμίξιμα μεταξύ τους και σε οποιαδήποτε αναλογία εντούτοις αυτό συμβαίνει μόνο υπό κανονικές συνθήκες θερμοκρασίας και πίεσης. Μετά από πειράματα αποδείχθηκε ότι πολλά αέρια ανόμοια μεταξύ τους, από χημικής άποψης, κάτω από υψηλή πίεση συμπεριφέρονται ως «μερικώς αναμίξιμα», ενώ σε πολύ υψηλές πιέσεις η αναμιξιμότητά τους μειώνεται αισθητά, έτσι ώστε να χαρακτηρίζονται ως «μη αναμίξιμα» κάτω από συγκεκριμένες συνθήκες.

Τέτοια αέρια για παράδειγμα είναι το ήλιο και το ξένο όπου στους 20° C είναι πλήρως αναμίξιμα ενώ υπό πίεση 200 ατμοσφαιρών (Atm) κρίνονται ως μη αναμίξιμα.

[Επεξεργασία] Δείτε επίσης

Προσωπικά εργαλεία
Περιοχές ονομάτων

Παραλλαγές
Ενέργειες
Πλοήγηση
Συμμετοχή
Εκτύπωση/εξαγωγή
Εργαλειοθήκη
Άλλες γλώσσες