Αμεντέο Μοντιλιάνι

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Ο Αμεντέο Μοντιλιάνι

Ο Αμεντέο Κλεμέντε Μοντιλιάνι, στα ιταλικά Amedeo Clemente Modigliani, (12 Ιουλίου 188424 Ιανουαρίου 1920) ήταν Ιταλός ζωγράφος και γλύπτης.

Γεννήθηκε στην πόλη Λιβόρνο της Τοσκάνης στην Ιταλία και ξεκίνησε τις σπουδές του στις καλές τέχνες στην Ιταλία πριν μετακομίσει στο Παρίσι το 1906 όπου άρχισε να δημιουργεί το προσωπικό καλλιτεχνικό ύφος του. Φιλάσθενος στο μεγαλύτερο μέρος της ζωής του, πέθανε σε ηλικία 35 ετών. Το ψευδώνυμο του ήταν Μόντι (Modi).


Η ζωή και το έργο του[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Όσον αφορά την οικογένεια του, γνωρίζουμε ότι γεννήθηκε από αστούς γονείς Σεφαρδίτες Ιουδαίους. Ήταν το τέταρτο και τελευταίο παιδί της Εουτζένια και του Φλαμίνιο Μοντιλιάνι. Η γέννησή του συνέπεσε με τη χρεοκοπία της οικογενειακής επιχείρησης ξυλείας και κάρβουνου, που είχε ως αποτέλεσμα τον οικονομικό ξεπεσμό της οικογένειας. Η μητέρα του, κόρη αριστοκρατών από τη Μασσαλία, άρχισε τότε να εργάζεται ως μεταφράστρια, κριτικός λογοτεχνίας και δασκάλα σε ιδιαίτερα μαθήματα.

Πορτρέτο του Λεοπόλντ Ζμπορόφσκι (1918)

Η υγεία του Μοντιλιάνι ήταν εύθραυστη από τα παιδικά του χρόνια λόγω του ότι είχε αρρωστήσει από φυματίωση. Από νωρίς όμως γνώρισε τον κόσμο της τέχνης και αποφάσισε να γίνει ζωγράφος. Σε ηλικία 14 ετών άρχισε να παίρνει μαθήματα ζωγραφικής. Το 1901 γράφτηκε στην Ελευθέρα Σχολή Μελέτης Γυμνού (Scuola libera di Nudo) της Φλωρεντίας. Ένα χρόνο αργότερα, σε ηλικία 18 ετών, συνέχισε τα μαθήματα ζωγραφικής στην Σχολή Καλών Τεχνών της Βενετίας, όπου εμβάθυνε στην ιστορία της τέχνης. Εκεί φαίνεται ότι άρχισε η σχέση του με τα ναρκωτικά (χασίς), των οποίων έκανε χρήση μέχρι τον θάνατο του. Τρία χρόνια έζησε εκεί σπουδάζοντας και βελτιώνοντας την τεχνική του στην ζωγραφική. Ταυτόχρονα, η ανάγνωση έργων του Νίτσε τον οδήγησαν να πιστεύει ότι ο μόνος δρόμος για την αληθινή δημιουργικότητα ήταν μέσω της ανυπακοής και της αταξίας.

Όπως όλοι οι φιλόδοξοι καλλιτέχνες της εποχής του, ήταν το όνειρό του να ζήσει στο Παρίσι. Πράγματι, στα τέλη του 1905, σε ηλικία 21 ετών, πήγε για να ζήσει στο Παρίσι. Αρχικά έμενε σε ένα ξενοδοχείο στη δεξιά όχθη του Σηκουάνα, ενώ σύντομα μετακόμισε στη Μονμάρτρη. Εκείνο τον καιρό η Μονμάρτρη αποτελούσε ήδη την συνοικία του Παρισιού που συγκέντρωνε τους περισσότερους καλλιτέχνες, αποτελούσε το επίκεντρο της αβάν γκαρντ. Εγκαταστάθηκε στο Λε Μπατό Λαβουά (Le Bateau-Lavoir), ένα κοινόβιο για τους αδέκαρους καλλιτέχνες. Σύντομα, άρχισε να απασχολείται έντονα με τη ζωγραφική, επηρεαζόμενος αρχικά από τα έργα του Ανρί ντε Τουλούζ Λοτρέκ έως ότου ο Πολ Σεζάν άλλαξε πολλές από τις απόψεις του. Τελικά, ο Μοντιλιάνι ανέπτυξε το δικό του ιδιαίτερο ύφος, το οποίο δύσκολα μπορεί να κατηγοριοποιηθεί με εκείνο άλλων καλλιτεχνών. Παρήγαγε τα έργα του σε σύντομο χρόνο και ποτέ δεν τα επεξεργαζόταν ξανά. Στο καλλιτεχνικό περιβάλλον της Μονμάρτρης, έζησε ο Μοντιλιάνι για περίπου τρία χρόνια, προσθέτοντας στις καταχρήσεις και αυτή του αλκοόλ. Η άσχημη, όμως, οικονομική του κατάσταση, τον ανάγκασε να επιστρέψει για ένα σύντομο χρονικό διάστημα στην πατρίδα του το Λιβόρνο.

Κόκκινο γυμνό (1917)

Στο Παρίσι εγκαταστάθηκε μόνιμα πλέον το 1909. Επέλεξε τότε να μείνει την συνοικία Μονπαρνάς, λόγω των χαμηλών ενοικίων των κατοικιών. Οι ηδονιστικές του τάσεις ικανοποιούνταν μέσω αγοραίου έρωτα, έως ότου συνάντησε στα 26 του τον πρώτο σοβαρό έρωτα της ζωής του, τη Ρωσίδα ποιήτρια Άννα Αχμάτοβα, η οποία ήταν 21 χρονών και είχε παντρευτεί μόλις πρόσφατα. Έμεναν σε διαμερίσματα του ίδιου κτιρίου και εκεί αναπτύχτηκε η σχέση τους. Ο θυελλώδης έρωτάς τους διήρκεσε ένα έτος περίπου, καθώς τα βίαια ξεσπάσματα του Μοντιλιάνι την οδήγησαν να επιστρέψει στο σύζυγό της. Ο Μοντιλιάνι, ζώντας μέσα στην απόγνωση, έφτανε στα άκρα όσον αφορά τους εθισμούς και τις καταχρήσεις, ως το τέλος της ζωής του.

Γλυπτό του Μοντιλιάνι

Η εγκατάσταση του Μοντιλιάνι στο Μονπαρνάς συνοδεύτηκε από την γνωριμία του με τον Ρουμάνο γλύπτη Κονσταντίν Μπρανκούζι. Στο εργαστήριο του Μπρανκούζι και με την καθοδήγησή του, ο Μοντιλιάνι αφοσιώθηκε στη γλυπτική. Τόσο πολύ τον απορρόφησε η τέχνη αυτή, που εγκατέλειψε σχεδόν ολοκληρωτικά την ζωγραφική για έξι ολόκληρα χρόνια ως το έτος 1915. Ο Μοντιλιάνι δεν έγινε ευρέως γνωστός ως γλύπτης, κυρίως γιατί σώζονται ελάχιστα έργα του, τα οποία όμως είναι θαυμάσια. Τα περισσότερα από τα έργα του τα κατάστρεψε ο ίδιος. Τα έργα του γίνεται φανερό ότι επηρεάστηκαν από την πρωτόγονη τέχνη της Αφρικής και της Καμπότζης.

Αν και μια σειρά γλυπτών του εκτέθηκε στο Φθινωπορινό Σαλόνι του 1912, εγκατέλειψε ξαφνικά τη γλυπτική και στράφηκε πλήρως στη ζωγραφική. Μέχρι να ασχοληθεί αποκλειστικά με την ζωγραφική από το 1915 και μετά, ο Μοντιλιάνι εκτός από γλυπτά έκανε και σχέδια. Με αυτό τον τρόπο εξασφάλιζε την απαραίτητη γι’ αυτόν, καθημερινή ποσότητα αλκοόλ. Συνήθως έμπαινε σε ένα καφέ κρατώντας χαρτί και μολύβι, ζωγράφιζε επιτόπου τα σχέδια του και τα αντάλλασσε με μερικά ποτήρια κρασί.

Με το ξέσπασμα του Α' Παγκοσμίου Πολέμου, ο Μοντιλιάνι προσπάθησε να καταταγεί στο στρατό αλλά δεν στρατεύτηκε τελικά λόγω της επιβαρυμένης υγείας του. Τα δύσκολα αυτά χρόνια και κυρίως λόγω της βοήθειας του Λέοπολντ Ζμπορόφσκι, ενός εμπόρου τέχνης, έμελλαν να γίνουν τα πιο δημιουργικά για τον καλλιτέχνη. Σε διάστημα περίπου πέντε ετών, από το 1915 έως το 1920, ο Μοντιλιάνι ζωγράφισε πάνω από τριακόσιους πίνακες.

Πορτρέτο της Ζαν Εμπιτέρν (1 Ιανουαρίου 1919)

Στις 3 Δεκεμβρίου 1917, στην γκαλερί Berthe Weill έγιναν τα εγκαίνια της πρώτης —και τελικά μοναδικής όσο ζούσε— ατομικής έκθεσής του. Τις αίθουσες της γκαλερί κοσμούσαν γυμνά μεγάλου μεγέθους κι ένα από αυτά τοποθετήθηκε στη βιτρίνα. Η έκθεση έλαβε μεγάλη δημοσιότητα και προκλήθηκε κοσμοσυρροή. Λόγω του σκανδάλου που προέκυψε η αστυνομία απαγόρευσε την έκθεση.

Το 1918, τέταρτη χρονιά του πολέμου, η ζωή έγινε πολύ δύσκολη στο Παρίσι λόγω της έλλειψης τροφίμων και ηλεκτροδότησης και του φόβου των αεροπορικών βομβαρδισμών. Ο 33χρονος Μοντιλιάνι αποφάσισε να φύγει μαζί με τη νέα του αγαπημένη, τη 19χρονη σπουδάστρια τέχνης Ζαν Εμπιτέρν (Jeanne Hébuterne). Στο λαμπερό φως της Κυανής Ακτής, όπου κατέφυγαν, ο Μοντιλιάνι ζωγράφισε τους πιο δημοφιλείς και ακριβοπληρωμένους πίνακές του. Τα τελευταία δύο χρόνια της ζωής του ο ζωγράφος έφτιαξε 25 πορτρέτα της ντροπαλής, μελαγχολικής και πανέμορφης Ζαν. Στις 29 Νοεμβρίου 1918 η Ζαν γέννησε την κόρη τους, η οποία πήρε το όνομά της (1918-1984). Δεν πρόλαβε όμως ούτε να παντρευτεί την αγαπημένη του Ζαν ούτε να αναγνωρίσει νόμιμα τον καρπό της σχέσης τους.

Στις 24 Ιανουαρίου 1920 ο ζωγράφος που έλεγε «θα ήθελα η ζωή μου να ήταν σαν πλουσιοπάροχο ποτάμι που κυλάει χαρμόσυνα πάνω στη γη» πέθανε στο Παρίσι, σε ηλικία 36 ετών, από φυματιώδη μηνιγγίτιδα, στο νοσοκομείο Σαριτέ. Μια μέρα μετά το θάνατο του καλλιτέχνη, η σύντροφός του, Ζαν, αυτοκτόνησε πέφτοντας από το παράθυρο του του διαμερίσματός τους στον πέμπτο ορόφο, μην αντέχοντας τον θάνατό του, όντας εννέα μηνών έγκυος στο δεύτερο παιδί τους. Στην κηδεία του στο Κοιμητήριο Περ Λασέζ (Père Lachaise) παρευρέθηκε ένα τεράστιο πλήθος κόσμου.

Ο Μοντιλιάνι στην αγορά τέχνης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Μοντιλιάνι θεωρείται ένας από τους προβληματικότερους ζωγράφους στην αγορά τέχνης καθώς αποτελεί έναν από τους πιο προσιτούς ζωγράφους για πλαστογράφηση.[1] Για τον λόγο αυτό κυκλοφορούν τουλάχιστον πέντε αναλυτικοί κατάλογοι παρουσίασης των γνωστών γνήσιων έργων του (catalogues raisonnés). Παλαιότεροι κατάλογοι, όπως τα βιβλία των Άρθουρ Φάνστιελ και Τζόζεφ Λάνθεμαν θεωρούνται σήμερα ξεπερασμένα. Ανάμεσα στους καταλόγους που σήμερα θεωρούνται σημαντικές παρουσιάσεις βρίσκεται και το έργο του Κρίστιαν Πάρισοτ, πρώην προέδρου του Ινστιτούτου Αρχείων Μοντιλιάνι στην Ιταλία, που είχε και τη νομική άδεια να εκδίδει πιστοποιητικά γνησιότητας. Το 2013 ο Πάρισοτ συνελήφθη από τις αρχές της Ιταλία, ύστερα από έρευνα δύο ετών, με την αστυνομία να προχωρά σε κατασχέσεις έργων που αποδίδονταν στον Μοντιλιάνι, μαζί με ύποπτα πιστοποιητικά γνησιότητας.

Τα γνήσια έργα του Μοντιλιάνι είναι από τα πιο ακριβά έργα στον χώρο της αγοράς τέχνης. Τον Ιούνιο του 2005, ένα από τα πορτρέτα του της Ζαν Εμπιτέρν πουλήθηκε έναντι 3,25 εκατομμυρίων λιρών Αγγλίας[2]. Τον Νοέμβριο του 2010 ένα από τα γυμνά του, η La Belle Romaine, μέρος σειράς γυμνών του 1917, πουλήθηκε έναντι 68,9 εκατομμυρίων δολαρίων[3]. Το Ιούνιο του ίδιου έτους μια γλυπτή γυναικεία προτομή του έφτασε το ύψος των 43,185 εκατομμύρια ευρώ σε δημοπρασία του Οίκου Κρίστις.[4].

Πρόσθετες πληροφορίες[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Η κόρη του Μοντιλιάνι και της Εμπιτέρν, Ζαν Μοντιλιάνι, υπήρξε βιογράφος του πατέρα της (Modigliani, l'homme et le mythe) και ειδική πάνω στο έργο του.
«Ξέχασες κείνο το σκοπό που λέγαν οι Χιλιάνοι
άγιε Νικόλα φύλαγε κι αγιά θαλασσινή
τυφλό κορίτσι σ' οδηγάει παιδί του Μοντιλιάνι
που τ' αγαπούσε ο δόκιμος κι οι δυο Μαρμαρινοί».
  • Μέχρι σήμερα έχουν κυκλοφορήσει δύο ταινίες με θέμα τη ζωή του Μοντιλιάνι. Η πρώτη ήταν το Les Amants de Montparnasse του 1958, από τον Γάλλο σκηνοθέτη Ζακ Μπέκερ και η δεύτερη το Modigliani του 2004, του σκηνοθέτη Μικ Ντέιβις.

Υποσημειώσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Φωτεινή Μπάρκα, Το μυστικό του Μοντιλιάνι, Ελευθεροτυπία, Απρίλιος 2011
  2. Εφημερίδα Ναυτεμπορική 24 Ιουνίου 2005. [1]
  3. Βροχή εκατομμυρίων στις δημοπρασίες τέχνης, Ναυτεμπορική, Νοέμβριος 2010
  4. Μία γυναικεία προτομή από ασβεστόλιθο του Αμεντέο Μοντιλιάνι κατοχυρώθηκε για 43,185 εκατομμύρια ..., Ναυτεμπορική, Ιούνιος 2010

Επίλεκτα έργα του[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Commons logo
Τα Wikimedia Commons έχουν πολυμέσα σχετικά με το θέμα
  • Πορτρέτο του εμπόρου τέχνης Πολ Γκιγιόμ (1916)
  • Πορτρέτο του Ζαν Κοκτό (1916)
  • Κόκκινο γυμνό (1917)
  • Πορτρέτο της Ζαν Εμπιτέρν (1918)

Βιβλιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Modigliani, 2006, Εκδ. Mondadori Electa, Μιλάνο.

Πρόσθετη ανάγνωση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]