Άσσια

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Άσσια στον χάρτη: Κύπρος
Άσσια
Η θέση της Άσσιας στον χάρτη
Χώρα Κύπρος
Επαρχία Αμμοχώστου
Εκκλ. περιφέρεια Ι.Μ. Τριμυθούντος
Πρόεδρος Κ.Σ.
Γεωγραφικό Στίγμα 35°09′33″N 33°36′36″E / 35.159167°N 33.61°E / 35.159167; 33.61
Πληθυσμός 2500 κάτοικοι το 1974
Υψόμετρο 60.96m
Ταχ. κωδικός
Τηλ. κωδικός
Έκταση 23389 σκάλες ή 31.289Km2
E-mail info@assia.org.cy
Ιστοσελίδα Πολιτιστικός Σύνδεσμος η 'Ασσια

Η Άσσια είναι χωριό της επαρχίας Αμμοχώστου στο κατεχόμενο από τους Τούρκους βόρειο τμήμα της Κυπριακής Δημοκρατίας. Η Άσσια είναι γενέτειρα του Άγιου Σπυρίδωνα.

Γεωγραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Διοικητική διαίρεση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το χωριό όπου γεννήθηκε ο Άγιος Σπυρίδωνας, αποτελείται από δύο ενορίες, την "πάνω γειτονιά" του Αγίου Ιωάννη και την "κάτω" του Αγίου Γεωργίου. Το χωριό είχε πέντε εκκλησίες : του Αγίου Γεωργίου, του Αγίου Ιωάννη του Προδρόμου, του Αγίου Θεοδώρου, του Αγίου Σπυρίδωνα και της Παναγίας.

Τοποθεσία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η Άσσια είναι ένα από τα μεγάλα χωριά της κεντρικής Μεσαορίας, στην Επαρχία Αμμοχώστου. Βρίσκεται μεταξύ Λευκωσίας - Αμμοχώστου, 22,5 περίπου χιλιόμετρα ανατολικά της Λευκωσίας και 38,62 χιλιόμετρα δυτικά της Αμμόχωστου. Το χωριό είναι στο κέντρο της Μεσαορίας και συνορεύει στα δυτικά του χωριού με το χωριό Αφάνεια, στα ανατολικά με την Βατυλή, στα βορειοδυτικά, βόρεια και βορειοανατολικά η Αγκαστίνα, ο Μαραθόβουνος, η Μουσουλίτα και ο Στρογγυλός. Στα νότια, σε κάπως μεγαλύτερη απόσταση, είναι η Τρεμετουσιά, το Άρσος, η Αθηαίνου και δυο μικρά τουρκικά χωριά, η Αγιά και η Μελούσια.

Στη βόρεια πλευρά της 'Ασσιας εκτείνεται "ο κάμπος" κατά τους Ασσιώτες, δηλαδή η εύφορη, επίπεδη, πεδιάδα της Μεσαορίας, με τα λίγοστά δέντρα. Ο κάμπος, ποτίζεται από τον ποταμό Γιαλιά που τη γεμίζει με πλούσιες προσχώσεις. Στα νότια του χωριού επεκτείνεται ο "Τράχωνας", γη λιγότερο γόνιμη, όπου η γή είναι πετρώδης, και δεν βρέχεται από ποτάμι αλλά ποτίζεται μόνο από τη βροχή και με πηγάδια. Εδώ σπέρνεται κυρίως κριθάρι και βόσκουν τα πρόβατα. Εδώ βρίσκονται και τα περβόλια που παράγουν πλούσια και καλής ποιότητας λαχανικά.

Μετακίνηση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Σχεδόν σε όλες τις πλευρές του χωριού, υπάρχουν διάσπαρτα τεχνουργήματα, κατασκευές και κτίσματα από παλαιούς οικισμούς, που δείχνουν την κατά καιρούς τοποθεσία του χωριού. Στα νότια υπάρχει η τοποθεσία "καταλύματα", όπου βρίσκονταν διάφορα πήλινα σπασμένα αντικείμενα, πηγάδια, και σπηλιές παλαιών οικισμών. Πολλοί παλαιότεροι κάτοικοι του χωριού υποστήριζαν ότι σε προηγούμενα χρόνια το χωριό βρισκόταν στην τοποθεσία Μάνια (Μάνγκια), προς το μέρος της Αγκαστίνας καταμεσής στον κάμπο κοντά όπου ενωνόταν ο ποταμός Γιαλιάς με τον Πεδιαίο. Τον καιρό της Φραγκοκρατίας υπήρχε στο σημείο εκείνο μοναστήρι, με εκκλησία του Αγίου Γεωργίου και με δώδεκα μοναχούς.

Οι Τούρκοι κατέστρεψαν το μοναστήρι και το μετέτρεψαν σε αγρόκτημα. Το αγρόκτημα το δώρισε ο Λαλά - Μουσταφάς στο Ραματάν πασά που έμενε τότε στην Άσσια. Επειδή όμως η περιοχή πλημμύριζε από τα νερά του ποταμού και γινόταν λασπώδης, οι κάτοικοι της Μάνιας αναγκάστηκαν να μετακινηθούν προς την Άσσια, στα βόρεια του σημερινού χωριού. Διάφοροι γέροντες ανέφεραν: «Πάντα ακούαμε για μια γυναίκα που μπήκε μπροστά και μαζί με άλλους χωριανούς μας χώρισαν τους δυο ποταμούς, έτσι που ο Γιαλιάς να περνά δίπλα από το χωριό μας». Η γυναίκα αυτή λέγεται πως ήταν η Κόμισσα Μαρία, που είχε μεγάλο αγρόκτημα, εκεί όπου σήμερα είναι το χωριό Στρογγυλός. Το γεγονός αυτό τοποθετείται τον καιρό της Τουρκοκρατίας.

Ο ποταμός όμως εξακολουθούσε να τους δημιουργεί προβλήματα κι έτσι αναγκάστηκαν να μετακινηθούν προς τα νότια, που ήταν πιο ψηλά, εκεί περίπου που σήμερα είναι η Άσσια. Η νέα τοποθεσία ήταν στην περιοχή Προδρόμου και Χανούθκια, στα βορειοδυτικά του χωριού. Στην τοποθεσία Προδρόμου βρέθηκαν θεμέλια, ίσως ναού, που οι πέτρες του χρησιμοποιήθηκαν για την ανέγερση της εκκλησίας Προδρόμου στην πάνω ενορία του χωριού. Για την ύπαρξη εκκλησίας σε αυτή την περιοχή μιλούν και διάφορες διηγήσεις μεταξύ των γεροντότερων Ασσιωτών.

Ερείπια υπήρχαν και στην περιοχή Χανούθκια, καθώς και μια μικρή πλινθόκτιστη εκκλησία του Αγίου Θεοδώρου στα βορειοανατολικά του χωριού. Η εκκλησία υπήρχε μέχρι το 1974. Εκεί, όταν έσκαβαν για να πάρουν "χαβάρα" για επίστρωση των δρόμων, έβρισκαν σκελετούς ανθρώπων, γεγονός που μαρτυρεί ότι θα βρισκόταν κάποιο νεκροταφείο. Επί πλέον στην περιοχή αυτή υπήρχαν τρεία πηγάδια, ο Λουρικός, στο δρόμο Άσσιας - Αγκαστίνας, ο Λάκκος της Καμάρας, στο δρόμο Άσσιας - Στρογγυλού και ένας άλλος. Από αυτούς πότιζαν οι βοσκοί και υδρευόταν όλο το χωριό, γιατί δεν υπήρχε άλλη προμήθεια πόσιμου νερού.

Μια άλλη μαρτυρία για το ότι το χωριό βρισκόταν τότε σε αυτή την περιοχή είναι η εκκλησία της Παναγίας. Είναι μια εκκλησία του 15ου αιώνα που έχει μεγάλη αρχαιολογική αξία, όπως αναφέρει και ο άγγλος αρχαιολόγος Robert Gunnis. Οι τοίχοι της ήταν σκεπασμένοι με τοιχογραφίες, καλύφθηκαν όμως από τους χωρικούς κατά την επισκευή της. Υπήρχε ως το 1974 στην εκκλησία σταυρός 17ου αιώνα και διάφορες παλαιές εικόνες[1]

Ιστορία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ονομασία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το όνομα του χωριού προέρχεται κατά μια εκδοχή από την λέξη "σκιά" και το στερητικό "α", δηλαδή "Ασκια", από το άδεντρο και άσκιο της περιοχής. Τα δέντρα ήταν πάντα πολύ λίγα και δεν υπήρχε σκιά. Η περιοχή ήταν άσκια (χωρίς σκιά), σιγά-σιγά δε με κάποια παραφθορά συνήθη στην κυπριακή διάλεκτο σε όμοιους φθόγγους, έγινε Άσσια. Στα μεσαιωνικά κείμενα αναφέρεται σαν Άσκια ή Ασκία ή Ascia. Σχετικά αναφέρει ο Σ. Μενάδρος στο βιβλίο του «Το τοπωνυμικό της Κύπρου»[2] : «Επίσης Άσσια καλείται παλαιά κώμη μνημονευομένη πολλάκις επί της Φραγκοκρατίας ότι απετέλη κατά την ενετικήν απογραφήν το baliazzo d'Ascha. Άσσος δε ήτο πόλις της Μυσίας επί του Αδραμυττίου κόλπου. Εν ταις Assises γράφεται διαφοροτρόπως Aschia, Achia, Asquie [3] και παρά Μαχαιρά «Άσκια» και «Αχεά» [4] πάσαι δ'αι γραφαί αύται μαρτυρούσιν ότι έκτοτε συνέπεσεν η προφορά των και σήμερον συγχεομένων φθόγγων σσι, σκι, χχι πάντων ακουόμενων ως ταχύ ιταλικόν sc ».

Δεύτερη εκδοχή η οποία αποτελεί μια λαϊκή ετυμολογία, κοινή σε πολλούς κατοίκους του χωριού, είναι πως το όνομα η Άσσια το πήρε από τα ασκιά που κατασκεύαζαν πολλοί κάτοικοι από δέρματα προβάτων και κατσίκων. Σε περιόδους ηρωικών φαγοποτιών και ομηρικών διαγωνισμών στο ποτό έλεγαν ότι το όνομα προήλθε από το ότι οι κάτοικοι της Άσσιας έπιναν άφθονο το κρασί, μετρώντας το κρασί που κατανάλωναν όχι με τα ποτήρια αλλά με τα ασκιά.

Ιδρυση και Ιστορικές Αναφορές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Κατά τον Σακελαρίου στο ιστορικό του βιβλίο «Κυπριακά» υποστηρίζει ότι η Κώμη Άσσια, την οποία ο Λεόντιος Μαχαιράς ονομάζει Άσκια, βρίσκεται ανάμεσα στις άλλες αποικίες της Πελοποννήσου στην Κύπρο. Αντίθετα, κατά τον Κύπριο λαογράφο και ερευνητή Νέαρχο Κληρίδη ο οικισμός της Άσσιας ιδρύθηκε από μετανάστες που ήρθαν από την πόλη Άσσος της Μικράς Ασίας.

Η ίδρυση της Άσσιας είναι δυνατό να συνδεθεί κατα την εκδοχή του Σακελαρίου με τους Λάκωνες αποίκους της Κύπρου, χωρίς όμως επιστημονικές αποδείξεις. Τούτο μπορεί να δικαιολογηθεί από τοπωνύμια του χωριού Άσσια, όπως η "Μάνια", που πήρε το όνομα από τη Μάνη την ιστορική περιοχή της Πελοποννήσου που καλύπτει τη χερσόνησο του Ταϋγέτου. Επίσης από κοντινούς στο χωριό αρχαίους συνοικισμούς, όπως οι Γόλγοι, που σχετίζονταν με Λάκωνες, από τον περήφανο, πείσμονα, σκληρό κι εκδικητικό χαρακτήρα των Ασσιωτών, τη βεντέτα, τους φόνους και άλλα. Η Άσσια αναφέρεται από διάφορους συγγραφείς, ιστορικούς, λογοτέχνες, λαογράφους παλαιούς και νεότερους, Έλληνες και ξένους. Ο καθηγητής Αθανάσιος Σακελλαρίου γράφει στο βιβλίο του «Τα Κυπριακά»: «εν μίλιο ανατολικά των Αθηαίνου και των Γόλγων κείται η κώμη Άσσια εκ τε Χριστιανών και Τούρκων κατοικουμένη».

Ο λαογράφος Νέαρχος Κληρίδης γράφει για την Άσσια στο βιβλίο του «Χωριά και Πολιτείες της Κύπρου, παίρνοντας από διάφορες πηγές». Στα χρόνια της Φραγκοκρατίας την έλεγαν Άσκια, με την εξήγηση πως ήταν ένα χωριό που δεν είχε ούτε ένα δέντρο να κάνη λίγη σκιά το καλοκαίρι. Στα χρόνια αυτά η Άσσια ήταν φέουδο του σπουδαιότερου φεουδάρχη της Κύπρου, που είχε τον τίτλο «Κόμης της Τρίπολης». Στα χρόνια εκείνα η Άσσια ήταν σταθμός για εκείνους που ταξίδευσαν από τη Λευκωσία στην Αμμόχωστο, ή από την Αμμόχωστο στη Λευκωσία. Έκαναν σταθμό για να ξεκουραστούν κι οι άνθρωποι και τα αλογά τους. Εδώ έκανε σταθμό η βασίλισσα της Κύπρου Ελεονόρα στα 1373, μητέρα του βασιλεία Πέτρου Β΄ που οι Γενουάτες είχαν αιχμαλωτίσει στην Αμμόχωστο και σχεδίασαν να κάνουν δική τους την Κύπρο».

Την Άσσια την αναφέρει και ο Αρχιμανδρίτης Κυπριανός στο βιβλίο του «Ιστορία Χρονολογική της Νήσου Κύπρου» Μετά την επικείμενη κατάληψη της Κύπρου από τους Τούρκους, ο τότε επίσκοπος της Πάφου Κονταρίνης, επειδή ο Αρχιεπίσκοπος απουσίαζε στη Βενετία προς εγκαθίδρυση των ευγενών και παντός του στρατεύματος και του λαού, έκαμε μίαν ομιλία στην εκκλησία της Αγίας Σοφίας «παρόντων πάντων των Ρετόρων και Αρχηγών των στρατιωτών και του λαού αυτού». Μετά την ενθουσιώδη ομιλία του Πάφου, ο Αρχιμανδρίτης Κυπριανός αναφέρει επί λέξει τα εξής' «Αυτή η ομιλία εθέρμανε πάντας και ο ένας εγκαρδίωνε τον άλλον. Εδιεμοιράζοντο τα σήματα, και οι τόποι εις τον καθένα, και συνερίζοντο καθ' ένας να διαφεντεύση την πατρίδα του με την ιδίαν χύσιν του αίματος. Τότε ηνάγκασαν οι Ρετόροι να φέρουν εις τα καστέλια τα αναγκαία της τροφής. Επορεύθησαν οι ίδιοι εις Άσχιαν, προσμένοντας εκεί τον τοποτηρητήν της Αμμοχώστου διά να διορίσουν τα σιτάρια, τα πρόβατα, και όσα άλλα χρειαζόμενα και δεν έκαμαν άλλο, παρά να αρπάξουσι τα ζώα του καθ' ενός, τα κριθάρια και σιτάρια. Οι δυστυχείς Πάροικοι επρόσμεναν με επιθυμίαν μεγάλην να ακούσουν ότι ελευθερώθησαν από την σκλαβιάν, επειδή ήκουσαν, πως ήλθον γράμματα από την Αυθεντίαν, οπού έγραφον να τους ελευθερώσουν, την Ελευθερίαν δεν απόκτησαν, μήτε ήλπιζαν να αποκτήσουν, έξω απ'εκείνην του Μουσταφαπασά».

Ο Αρχιμανδρίτης Κυπριανός αναφέρει στη σελίδα 302 ότι αμέσως μετά την κατάληψη της Κύπρου από της Τούρκους το 1570, η Άσσια ήταν το πρώτο από 16 χωρία της Κύπρου που αναγκάστηκαν από τους Τούρκους να πληρώσουν ειδικό φόρο για τη συντήρηση των τούρκων στρατιωτών που λέγονταν «γιανίτσαροι».

Απογραφές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Τους Ασσιώτες διέκρινε ένας τοπικισμός, δεν έφευγαν από το χωρίο τους εκτός εάν ήταν αναγκασμένοι. Την χρονιά της Τουρκικής εισβολής, το χωριό αριθμούσε 2500 κατοίκους.

Απογραφή 1891 1901 1911 1921 1931 1946 1960 1973
Έλληνες [5] 885 1052 1239 1470 1639 1905 2209 2437
Τούρκοι[5] 124 121 143 206 116 136 - -
Σύνολο [5] 1009 1173 1382 1676 1755 2041 2209 2437

Οι Τούρκοι έφυγαν από την Άσσια μετά από τα γεγονότα της 26ης Μαϊου 1956. Το Σαββάτο βράδυ της 26ης Μαϊου 1956, Τούρκοι ένοπλοι, πυροβόλησαν εναντίον ανύποπτων θαμώνων ελληνικού καφενείου στο γειτονικό με την Άσσια μικτό χωριό Αφάνεια. Από τους πυροβολισμούς επτά συνολικά αθώοι Έλληνες, μεταξύ των οποίων και ο ιερέας παπα-Νικόλαος Γεωργίου, τραυματίσθηκαν και μεταφέρθηκαν στο Νοσοκομείο Αμμοχώστου. Η είδηση διαδόθηκε αμέσως στην Αφάνεια. Μερικοί προσέτρεξαν στη Άσσια αναφέροντας τα γεγονότα και ζητώντας βοήθεια. Ταυτόχρονα άλλοι άρχισαν να κτυπούν την καμπάνα του Αγίου Αρτεμίου στην Αφάνεια. Εκατοντάδες Ασσιώτες, νέοι και γέροι, άλλοι με αυτοκίνητα και άλλοι με τα πόδια έφθασαν αυθόρμητα στην Αφάνεια. Για όπλα οι Ασσιώτες, είχαν μαζί τους γεωργικά εργαλεία, όπως φτυάρια, αξίνες, μαχαίρια. Τότε οι Τούρκοι άρχισαν να εκκενώνουν το χωριό Αφάνεια, φεύγοντας προς το αμιγές τουρκικό χωριό Αγυιά Κεπήρ.[6] Το ίδιο βράδυ κάποιοι, έβαλαν φωτιές σε περιφράξεις των τουρκικών σπιτιών στην Άσσια. Όταν ξημέρωσε Κυριακή, μάταια οι Έλληνες τους διαβεβαίωναν ότι δεν είχαν να φοβηθούν τίποτε. Οι Τούρκοι φόρτωσαν τα πράγματά τους σε αυτοκίνητα και εγκατέλειψαν ομαδικά την Άσσια.

Εκκλησίες[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Την περίοδο της Βενετοκρατίας το χωριό μετακινήθηκε προς τα νότια, και οι κάτοικοι έχτισαν κάπου στο κέντρο του χωριού, την εκκλησία του Προφήτη Ηλία. Με την κατάκτηση της Κύπρου από τους Τούρκους η εκκλησία του Προφήτη Ηλία μετατράπηκε σε τζαμί. Οι παλαιότεροι κάτοικοι ανέφεραν ότι ο Ραματάν Πασάς - που κατέστρεψε το μοναστήρι του Αγ. Γεωργίου της Μάνιας, αφού του το δώρισε ο Λαλά Μουσταφάς - διάλεξε την εκκλησία του Προφήτη Ηλία για να προσευχηθεί. Έκοψε με το σπαθί του μια γωνία της εκκλησίας - της έκαμε τάχα περιτομή - και την ανακήρυξε τζαμί. Τις εικόνες τις πήραν κρυφά οι Χριστιανοί και τις φύλαξαν για τις νέες εκκλησίες τους αργότερα. Επειδή οι Τούρκοι κατοικούσαν στο κέντρο του χωριού, και σε αυτή την περιοχή ήταν η εκκλησία που μετατράπηκε σε τζαμί, το χωριό χωρίστηκε σε δυο ενορίες, σε αυτούς που έμεναν στα δυτικά του χωριού ή την "πάνω" ενορία και την κάτω, αυτούς που έμεναν στα ανατολικά του χωριού. Λίγο μετά το μέσο του 19ου αιώνα περίπου το 1861 έκτισαν και τις εκκλησίες τους, του Τιμίου Προδρόμου η πάνω και του Αγίου Γεωργίου, η κάτω ενορία. Οι εκκλησίες χτίστηκαν με εθελοντική εργασία των κατοίκων και λόγω της μεγάλης προθυμίας τους, σε απίστευτα σύντομο χρονικό διάστημα.

Ασχολία Κατοίκων[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Λόγω της μορφολογίας του εδάφους και του ποταμού Γιαλιά, η Άσσια ήταν ανέκαθεν γνωστή ως αγροτικό χωρίο. Μέχρι τα μέσα του προηγούμενου αιώνα η πλειοψηφία των χωριανών ασχολείτο με την γεωργία και την κτηνοτροφία. Συγκεκριμένα οι Ασσιώτες καλιεργούσαν σιτηρά, βαμβάκι, σησάμι και εποχιακά όπως αγγουράκια, πεπόνια, καρπούζια, αλλά και τριφύλλι και ρόβι[7][8]. Παγκύπρια φημισμένο χωριό για τα Ασσιώτικα αγγούρια του, και για τα γαϊδούρια του[9]. Κατά την απογραφή του 1946 το χωριό είχε 2041 κατοίκους οι οποίοι καλιεργούσαν 3281 σκάλες σιτάρι, 5620 κριθάρι, 1373 κτηνοτροφικά φυτά, 1208 σκάλες βαμβάκι, και 211 σκάλες σησάμι. Κατά την ίδια απογραφή, το χωριό είχε 3121 ρίζες ελιές, 49 άλογα, 281 γαϊδούρια, 331 βόδια, 2047 πρόβατα, 264 κατσίκες [10].

Η καλλιέργεια του σιταριού γινόταν βορειοανατολικά και δυτικά του χωριού και οριοθετείται μεταξύ των χωριών Αφάνεια - Αγκαστίνα - Μουσουλίτα και Στρογγυλός, δηλαδή η έκταση ανάμεσα στον παλιό και τον καινούριο δρόμο Λευκωσίας - Αμμοχώστου. Αυτή η περιοχή της Μεσαορίας λεγόταν "Κάμπος". Το χώμα των χωραφιών αυτής της περιοχής ήταν καθαρό από την ίλη των ποταμών. Η καλλιέργεια του κριθαριού γινόταν στα νοτιοανατολικά και νοτιοδυτικά του χωριού, στην περιοχή που περικλείεται μεταξύ του παλαιού δρόμου Λευκωσίας - Αμμοχώστου και των χωριών Βατυλή - Άρσος - Αγιά - Αφάνεια. Τα χωράφια αυτής της περιοχής, που λεγόταν «Τράχωνας», ήταν κάπως πετρώδη και λιγότερο γόνιμα, η δε απόδοσή τους ήταν ικανοποιητική με κανονική βροχόπτωση. Μέχρι το 1960, γινόταν καλλιέργεια βαμβακιού. Η καλλιέργειά του γινόταν στον "Κάμπο". Ένα άλλο αξιόλογο προϊόν για πολλούς γεωργούς ήταν το σησάμι. Η καλλιέργειά του γινόταν στον Κάμπο. Φυτευόταν είτε μέσα σε φυτείες βαμβακιού είτε μόνο του, κυρίως σε χωράφια που είχαν ποτιστεί το χειμώνα από τον ποταμό. Μέσα στις φυτείες του βαμβακιού φύτευαν επίσης πεπονιές και καρπουζιές. Η παραγωγή πεπονιών και καρπουζιών ήταν εξαιρετική σε ποιότητα και ποσότητα, κυρίως στα χωράφια που είχαν ποτιστεί από τον ποταμό. Η ποιότητα και γεύση των πεπονιών ήταν πολύ καλές, γιατί τα φυτά ήταν άνυδρα δηλαδή δεν ποτίζονταν. Για πολλά χρόνια τα πεπόνια της Άσσιας ήταν πολύ γνωστά για την εξαίρετη γεύση τους [11].

Πολιτισμός[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Σωματεία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στην Άσσια δραστηριοποιούνταν δύο ποδοσφαιρικά σωματεία, ο Εθνικός Άσσιας που ιδρύθηκε το 1966 και η Ομόνοια Άσσιας.

Υπηρεσίες[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στο χωριό λειτουργούσαν διάφορες κοινωφελείς υπηρεσίες, όπως κινηματογράφος, εστιατόρια ταβερνες κτλπ. Υπάρχει επίσης και το γνωστό Αγροτικό Υγειονομικό Κέντρο (Α.Υ.Κ.) Ιδαλίου το οποίο εξυπηρετεί και τα γύρω χωριά. Εκτός αυτού λειτουργεί και μια στέγη ηλικιωμένων, ο Άγιος Δημητριανός πλησίον του Υγειονομικού Κέντρου.

Η Τουρκική βαρβαρότητα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η Άσσια, είναι το χωριό με τους περισσότερους αγνοούμενους από όλα τα χωριά. Ογδόντα τρία (83) άτομα ανάμεσα τους γέροντες και παιδιά δηλώθηκαν αγνοούμενοι[12]. Χαρακτηριστική της Τουρκική βαρβαρότητας είναι η εκτέλεση του Γιώργου Αντωνίου Εγγλέζου, ετών 11, από Τούρκους στρατιώτες του οποίου τα οστά βρέθηκαν και ταυτοποιήθηκαν με την μέθοδο του DNA [13][14] Η κηδεία του πρώτου αγνοουμένου, τα οστά του οποίου βρέθηκαν σε ομαδικό τάφο στο χωριό Ορνίθι αναφέρεται στο κείμενο Η ΄Ασσια θάβει τους νεκρούς της, του Βάσου Βασιλείου, στο Φιλελεύθερο, 26 Απριλίου 2014. Στην ηλεκτρονική έκδοση της εφημερίδας τα σχετικά καταγράφεται στο κείμενο Άσσια: Ένα χωριό σε Γολγοθά [15]

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]